Χρονικό του μοναστηριού, του Ζοζέ Σαραμάγκου

Συντάκτης: Μάριαμ Συρεγγέλα

373 σελίδες στριμωγμένες, γεμάτες τόσο, που ξεχειλίζουν. Λέξεις παντού, τελείες ελάχιστες, περιθώρια στενά, πάει φουριόζικο, οι παράγραφοι τελειώνουν στην επόμενη σελίδα.

Ωραιότατος ο Ζ. Σαραμάγκου που άρχισε να γράφει στα 40 τόσα του και πήρε Nobel το 1998. Έχει γράψει κάποια πολύ καλά βιβλία και κάποια πολύ εξαιρετικά. Αυτό είναι μόνο εξαιρετικό, δηλαδή ίσως ένα σκαλί κάτω από το πολύ εξαιρετικό.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Γύρω στο 1700 τόσο αποφασίζει ο βασιλιάς της Πορτογαλίας να κτίσει ένα μοναστήρι στην μικρή πόλη της Μάφρας, ως τάμα προκειμένου να αποκτήσει διάδοχο. Τιμή και κόστος δεν ρωτάει, καθώς οι βασιλείς, έως και σήμερα, δεν μπορούν να ασχολούνται με ποταπά πράγματα, όπως τα χρήματα.

Έτσι στρατολογούνται, λέει η ιστορία, περί τους 50.000 άνδρες όλων των ειδικοτήτων, εργάτες, οικοδόμοι, οδηγοί αμαξών και βοδιών κ.ο.κ για την οικοδόμηση αυτού του τεράστιου μοναστηριού, που πρέπει να είναι κάτι το μοναδικό, διότι αλλιώς δεν δείχνει εύνοια ο Θεός. Συγκινείται πάντως κάποια στιγμή ο Θεός από την προσπάθεια του βασιλιά, του δίνει, όμως κορίτσι, διότι, όπως φαίνεται, αργεί όλο αυτό το εγχείρημα, που είναι ένα βάσανο ασύλληπτο για όλους αυτούς τους κατακακόμοιρους που κουβαλούν, πελεκούν, σκαλίζουν, σπρώχνουν και τραβούν και λιώνουν στη δουλειά και στην πείνα και τα εργατικά ατυχήματα – που τότε ήταν θέλημα Θεού, οπότε δεν μετρούσαν.

Mέσα σ’ αυτόν τον συρφετό και το χάος, είναι ο Μπαλτάσαρ, κουλός από το ένα χέρι, ο οποίος συναντά μια γυναίκα που βλέπει πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν – τις ψυχές των ανθρώπων, τις οποίες ούτε κι αυτή θέλει να βλέπει, τέτοιο χάλι που ‘χουν, αλλά το χει κουσούρι και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Από αυτόν κάτι λείπει, αυτή κάτι έχει περισσότερο και πορεύονται μαζί σε όλο το βιβλίο, δύο ψυχές και δύο σώματα.

Ο βασιλιάς αντιλαμβάνεται ότι το μοναστήρι δεν θα τελειώσει γρήγορα – άρα θα χάσει τη δόξα – και λέει: «Ωραία, θα μεγεθύνω εκείνο το άλλο, το αχούρι, που ζουν τώρα 70 μοναχοί, ώστε να χωρούν 500, μπας κι αυτό τελέψει πιο γρήγορα κι ευχαριστήσω τον Θεό και δοξαστώ κι εγώ μέχρι να γενεί και τ’ άλλο».

Τραβάν τα μαλλιά τους οι αρχιτέκτονες, τρέχουν οι εργάτες μέσα στο κρύο και τη ζέστη, παρελαύνουν πέρα- δώθε βασιλιάς, πριγκίπισσες, αυλικοί, παπάδες· όλοι με στολίδια και χρυσά και άμφια και κορδέλες κι ένα σωρό από αυτά τα άχρηστα αντικείμενα που συνήθως κουβαλούν αυτοί – οι υπηρέτες τους δηλαδή – και δίνει και παίρνει ο Σαραμάγκου, του οποίου η πένα κόβει σαν ξουράφι και τους περνά όλους γενεές 14 και η ειρωνεία για το τι είμαστε οι άνθρωποι δεν έχει τέλος.

«Δηλαδή είναι αστείο το βιβλίο;», ρώτησε φίλος. Ναι..και..όχι. Ο Σαραμάγκου είναι αμείλικτος και αυστηρός και χλευάζει τόσο…όσο, αλλά εκεί που πας να γελάσεις, μουδιάζεις ξάφνου και σταματάς και μετά πάλι το ίδιο.
Ιστορικά η πλοκή στέκει και κάποιοι χαρακτήρες είναι αληθινοί. Π.χ. αυτός του μουσικού Scarlati, ο οποίος με τη μελωδία του βοηθά στην ανύψωση μιας ιπτάμενης μηχανής, η οποία συν τοις άλλοις πετά με την βοήθεια ψυχών εγκλωβισμένων σε γυάλινα δοχεία. Διότι η ψυχή είναι αέρινη και άυλη και τείνει προς τα επάνω….

Ο κάθε άνθρωπος έχει μια ψυχή, μας λέει ο Σαραμάγκου, που είναι το μόνο που μένει μετά τον θάνατο, αόρατη αλλά εκεί, όπως είναι εκεί το πρόσωπο του αγαπημένου σου όταν πεθάνει και, παρόλο που είναι αόρατο και άυλο, εσύ το ξέρεις καλύτερα από το δικό σου. Είναι και κάποιες φορές που μπορείς, κάπως, να δεις την ψυχή του άλλου, όπως η φίλη του Μπαλτάσαρ – καλύτερα όμως είναι να μην κοιτάξεις…


Διαβάστε επίσης: 6 σημάδια ότι έχετε βρει την αδελφή ψυχή σας


Ο Σαραμάγκου είναι καταιγιστικός. Δεν χωνεύει την εκκλησία, τη βασιλεία, τους τρανούς και ισχυρούς και στο δίνει να το καταλάβεις χωρίς περιστροφές, αναρωτώμενος συχνά: «Καλά, κι αυτός ο Θεός, αν υπάρχει, τι κάνει; Δεν ρίχνει ποτέ μια ματιά εδώ κάτω να δει τι γίνεται; Μάλλον όχι, διότι ντρέπεται γι’ αυτό που έφτιαξε. Κοίτα, ένα χάλι μαύρο! Τα χρυσά κι οι μπορντούρες μας μάραναν… για να μην πω τίποτα για τις προσευχές και τις λιτανείες…»

Μπορεί να μην υπάρχει Θεός, υπάρχουν, όμως κάποιοι άνθρωποι που μέσα τους έχουν κάτι, έστω έναν κόκκο από κάτι το ουράνιο, άπιαστο κι αυτό· κάτι σα σκόνη από τ’ αστέρια· κάτι το αιωρούμενο και μετά το φυσικό, για το οποίο δεν έχουμε λόγια· μια εικόνα τόσο φευγαλέα, που μόνο η ιδέα της αχνομένει· κάτι που έχει να κάνει με την αγάπη για τον άλλον ή για τους πολλούς, που μπορεί να κάνει τη ζωή να αξίζει. Αν, όμως, δεν το δοκιμάσεις, ποτέ δεν θα το μάθεις.

Μη γελιόμαστε, δεν είναι τζάμπα η αγάπη. Έχει κι αυτή κόπο. Κόπο που κανείς δεν θα στον ανταποδώσει, ο οποίος όμως, τελικά, ίσως ν’ αξίζει, διότι χωρίς αυτόν…τι είναι η ζωή; Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και το να σου ανταποδώσουν κάτι έχει πολύ λίγη σημασία…

Ευτυχώς που όλα αυτά τα έγραψε ο συγγραφέας τον 20ο αιώνα και όχι κάποιους αιώνες πριν. Θα είχε καταλήξει, όχι στην πυρά απλώς, σε δυο – τρεις μαζί προκειμένου να σιγουρευτούν εκκλησία και κλήρος ότι τον ξεπάστρεψαν.

Αψύ βιβλίο. Σαν ξυραφάκι που χαράζει και ξαναχαράζει για να μην ξεχάσεις το πέρασμά του.

Τελικά έγινε το μοναστήρι; Όχι, έγινε κομμάτι του. Ακόμη εκεί είναι, το επισκέπτονται πολλοί και θαυμάζουν αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει και κανείς μας δεν σκέπτεται τον κόπο, τον ιδρώτα, τις θυσίες, τους θανάτους που χρειάστηκαν για να γίνει αυτό το αριστούργημα, το οποίο δεν είχε λόγο ύπαρξης πέραν του καπρίτσιου ενός βασιλιά…

Είναι άλλα τα πράγματα που έχουν σημασία…Είναι όλα εκείνα στα οποία δεν δίνουμε σημασία…

«Χρονικό του μοναστηριού», του Ζοζέ Σαραμάγκου, Εκδ, Καστανιώτη, 2011.

Συντάκτης: Μάριαμ Συρεγγέλα,

Influence:

Έχει σπουδάσει ψυχολογία με μεταπτυχιακές σπουδές στο Illinois Institute of Technology (USA) και Surrey University (UK). Έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα και στο Ιράν…