Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η παράσταση «Χορεύοντας στη Λούνασα» στο Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα, σε βραδιά αφιερωμένη σε φίλους και δημοσιογράφους. Το έργο …
“Χορεύοντας στη Λούνασα”: Με την ματιά του απλού θεατή
Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» είναι ένα έργο που παρουσιάζει με ευαισθησία τη ζωή των ανθρώπων που ζουν περιορισμένοι από κοινωνικούς κανόνες, αλλά ταυτόχρονα διατηρούν την ανάγκη για ελευθερία και έκφραση.
Μέσα από τους χαρακτήρες και τα σύμβολά του, αναδεικνύει τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής και τη σημασία των μικρών στιγμών χαράς.
Το έργο δεν είναι απλώς μια οικογενειακή ιστορία. Είναι μια βαθιά ανθρώπινη απεικόνιση της καταπίεσης, της επιθυμίας για ζωή και της δύναμης της μνήμης.
Η παράσταση είναι σκηνοθετημένη με μαεστρία και ιδιαίτερη ακρίβεια από τον Νίκο Δαφνή. Τα 100 λεπτά της παράστασης κυλούν χωρίς να το καταλάβεις, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο όταν σκηνοθετείς ένα «ηθογράφημα» όπου η πλοκή έχει δευτερεύουσα σημασία.
Στην πολύ μικρή θεατρική σκηνή οι ηθοποιοί έχουν την αίσθηση όχι απλά ότι παίζουν δίπλα στο κοινό, αλλά μαζί με το κοινό. Παρόλα αυτά οι 8 πρωταγωνιστές κινούνται σε αυτόν τον μικρό χώρο με ιδιαίτερη ακρίβεια και άνεση και δίνουν καλοδουλεμένες και εξαιρετικές ερμηνείες που πραγματικά σε μεταφέρουν στο κλίμα της Ιρλανδίας της δεκαετίας του 1930.
Προσωπικά (και εντελώς υποκειμενικά) οι αγαπημένοι μου ρόλοι είναι της Μάγκι και του ιερέα Τζακ. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό και αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές.
H παράσταση παίζεται στον “Πίσω Χώρο” του Θεάτρου Κάτω απ’ τη Γέφυρα, σε σκηνοθεσία του Νίκου Δαφνή.
Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» είναι θεατρικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Brian Friel (1990). Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Abbey Theatre του Δουβλίνου και στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου, όπου βραβεύτηκε ως το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς.
Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του σύγχρονου θεάτρου και εστιάζει στη ζωή μιας οικογένειας στην Ιρλανδία του 1936. Μέσα από την αφήγηση του Μάικλ, ο οποίος αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, παρουσιάζεται η καθημερινότητα, οι δυσκολίες και τα όνειρα πέντε γυναικών (αδερφές) που ζουν περιορισμένες από κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Αρχικά, το έργο αναδεικνύει τη σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Οι γυναίκες της οικογένειας παλεύουν με τη φτώχεια και την κοινωνική καταπίεση, ενώ παράλληλα προσπαθούν να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους. Ο συγγραφέας δημιουργεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παλέτα χαρακτήρων.
Η Κέιτ, μεγαλύτερη αδελφή και «αρχηγός» της οικογένειας, εκπροσωπεί την αυστηρότητα, την τάξη και την προσήλωση στη θρησκεία (και καταπίεση της καθολικής ηθικής), προσπαθώντας να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη.
Η Μάγκι, σύμβολο της καθημερινής αντοχής και λαϊκής σοφίας, κρύβει τη θλίψη της πίσω από το χιούμορ και φέρνει ισορροπία στην οικογένεια μέσα από την ζωντάνια και το χιούμορ.
Η Άγκνες, ήσυχη, ευαίσθητη, εργατική, συμβολίζει την σιωπηλή θυσία και την καταπίεση των επιθυμιών.
Η Ρόουζ, αφελής, παιδική προσωπικότητα που αναζητά αγάπη και αποδοχή και συμβολίζει την αθωότητα αλλά και η ευαλωτότητα απέναντι στην κοινωνία.
Η Κρις, η μητέρα του Μάικλ, η πιο «ελεύθερη» από τις αδελφές της με παιδί εκτός γάμου που εκφράζει την σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και τις κοινωνικές νόρμες.
Στους ανδρικούς χαρακτήρες ο καθολικός ιερέας Τζακ, ο οποίος επιστρέφει σωματικά και νοητικά άρρωστος από την Αφρική, αμφισβητεί τις παραδοσιακές αξίες και φέρνει στο προσκήνιο μια πιο ελεύθερη κοσμοθεωρία κόντρα στις αξίες της καθολικής εκκλησίας από την οποία έχει εκδιωχθεί.
Ο Τζέρι Έβανς, ο πατέρας του Μάικλ, ένας ασταθής τυχοδιώκτης, ανεύθυνος και ονειροπόλος που αναστατώνει κάθε τόσο τον κόσμο των 5 γυναικών με όπλο την γοητεία του.
Τέλος ο Μάικλ, παιδί τότε και αφηγητής ως ενήλικας δεν παρουσιάζει απλώς γεγονότα, αλλά τα φιλτράρει μέσα από τις προσωπικές του αναμνήσεις. Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση μελαγχολίας, καθώς ο θεατής γνωρίζει ότι οι στιγμές αυτές ανήκουν στο παρελθόν και δεν μπορούν να επαναληφθούν.
Κομβικό σημείο η σκηνή του χορού, όπου όλες οι γυναίκες αφήνονται αυθόρμητα στη μουσική. Η σκηνή αυτή λειτουργεί ως σύμβολο ελευθερίας και εσωτερικής έκφρασης. Μέσα από τον χορό, οι ηρωίδες ξεφεύγουν για λίγο από τα κοινωνικά δεσμά και εκφράζουν τα καταπιεσμένα τους συναισθήματα. Έτσι, ο χορός γίνεται μια μορφή αντίστασης απέναντι στην καταπίεση που βιώνουν.
Παίζουν οι ηθοποιοί: Γωγώ Βογάσαρη, Μαρουσώ Γεωργοπούλου, Ελένη Γιαννουλάκη , Νίκος Καραστέργιος, Πασχάλης Μερμιγκάκης, Θάνος Ρούμπος, Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου, Κατερίνα Τσεβά.
Μουσική επιμέλεια- Χορογραφίες: Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου
Σκηνικό – Ενδυματολογική επιμέλεια: Ελένη Σουμή
Παραστάσεις: Σάββατο στις 9μμ & Κυριακή στις 8μμ




























