Βίκυ Μοσχολιού, ερμηνείες με ενστικτώδη σοφία

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Βίκυ Μοσχολιού, ερμηνείες με ενστικτώδη σοφία Η φωνή της γέμιζε το στούντιο και η βελόνα στο μηχάνημα ηχογράφησης χτύπαγε στο τέρμα. Έκταση και μέταλλο ιδιαίτερο κλείστηκαν μέσα στο λαιμό μιας πληθωρικής γυναίκας που ανέβαινε στο πάλκο και σε καθήλωνε από την αρχή ως το τέλος της ερμηνείας της. Η μουσική έσκυβε ήρεμα προς το μέρος της Βίκυς Μοσχολιού και της ψιθύριζε μυστικά. Εκείνη σαν ο καλύτερος ακροβάτης ισορροπούσε μέσα σε ένα εκπληκτικό ρυθμικό σχήμα. Ήταν αδύνατον να αποκρυπτογραφήσεις αυτή την ανομολόγητη και παράξενη μαγεία. Ήταν όλη για να την απολαύσεις ως το τέλος, χωρίς να εξηγήσεις το γιατί. Αρχές της δεκαετίας του ’60 αφήνει το πρώτο της φωνητικό αποτύπωμα στο λαϊκό πεντάγραμμο. Κάθε τραγούδι που περνά από το λαρύγγι της πέφτει με φόρα πάνω στη ζωή. Και είναι τόσο μεγάλη η φόρα που η ίδια η ζωή περισσεύει μπροστά της.

Οι ρίζες της στη γη και η ψυχή στον ουρανό

Η Μοσχολιού γεννήθηκε στις 23 Μαϊου 1943 στον Κεραμεικό. Γρήγορα η οικογένειά της μετακομίζει στο Αιγάλεω. Ο πατέρας της δουλεύει στη λαχαναγορά. Είναι λαϊκός αλλά όχι λαϊκίστικος. Έχει τρόπους και ηθικούς κώδικες τέτοιους που αποτελούν πυλώνα για το οικογενειακό οικοδόμημα. Η Βίκυ ανθίζει σαν λουλούδι σε βράχου σχισμάδα. Τα οικονομικά μέσα είναι πενιχρά. Όμως, η αγάπη και η τρυφερότητα πάντα παρούσες ομορφαίνουν τη ζωή τους. Η κυριακάτικη επίσκεψη στην εκκλησία δεν είναι προέκταση συντηρητικής σκέψης αλλά βαθιάς πίστης στο Θεό και προσήλωσης σε αξίες, τέτοιες που μετατρέπουν τις μικρές και ταπεινές επιθυμίες σε όνειρα μαγικά και ταξιδιάρικα. Ένα σωρό λαϊκά δισκάκια της εποχής γυρίζουν το ένα μετά το άλλο πάνω στο γραμμόφωνο του πατέρα της προετοιμάζοντας γλυκά και παιχνιδιάρικα το κορμί, για να χορέψει.

Βίκυ Μοσχολιού, ερμηνείες με ενστικτώδη σοφία Το σταφιδόψωμο, το γάλα με κακάο και εκείνο το χτυπητό αβγό που με το ζόρι καταπίνει είναι τα δυναμωτικά που την κάνουνε να βγάζει φτερά στα ποδιά και να ανεβαίνει σαν η καλύτερη αθλήτρια ξυπόλυτη ως τη σπηλιά του Νταβέλι. Έχει μια σβελτάδα στο κορμί και ξεχωρίζει για τις φυσικές της αντοχές. Μπροστά της απλώνονται τα χωράφια της Αγίας Βαρβάρας και με τη φωνή της πλημμυρίζει όλη την περιοχή. Είναι όλες οι πίκρες, οι καημοί και όσα προσμένει με λαχτάρα να ‘ρθουν τυλιγμένα σε νότες από γυαλί που δεν ραγίζει. Η μεγαλύτερη φυσική αντοχή είναι κουλουριασμένη όλη στο λαρύγγι της. Τα βράδια ξετρυπώνει τραγούδια. Συνοδεύουν τα μεζεδάκια και τα ουζάκια στις παρέες ενώ το κέφι ανάβει. Από τα 13 της χρόνια μπαίνει στη βιοπάλη, προκειμένου να βοηθήσει στο οικογενειακό εισόδημα. Ανάμεσα σε κλωστές και κουμπιά ένα χρυσό νήμα ξετυλίγεται από τη ψυχή της και φτάνει ως τη μουσική. Δουλεύει πάντα τραγουδώντας. Ένα μεσημέρι Κυριακής επιστρέφει με το λεωφορείο από Αθήνα προς Αιγάλεω. Σε μια στάση μπαίνει ένας μάγκας με καπέλο και ένα μπουζούκι στο χέρι. Τα πειράγματα δίνουν και παίρνουν με όλους. Είναι ο Γιώργος Ζαμπέτας που όταν αργότερα θα του ζητήσει να συνεργαστούν, θα της πει: «Κόρη μου, θα σε πάρω, γιατί σ’ ακούω και μιλάς έτσι με μπάσα φωνή

Τα πρώτα βήματα

Η ξαδέρφη της τραγουδά μαζί με τον Πάνο Γαβαλά. Παρά τις αυστηρές ιδέες του πατέρα της Βίκυς εκείνη τον πείθει να την αφήσει να ξεκινήσει δειλά δειλά. Έτσι, το 1962, ανήμερα του Πάσχα η Βίκυ βρίσκεται στο πάλκο πλάι στο Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα. Από τη πρώτη στιγμή φαίνεται η δύναμή της. Μεταμορφώνεται και σαν μπλέκει το μικρόφωνο στα δάχτυλά της από κορίτσι γίνεται γυναίκα. Μια γυναίκα με πυγμή και αλήθεια που γεμίζει τη σκηνή. Ωστόσο, τα περίεργα τερτίπια της νύχτας είναι άγνωστα για εκείνη, την απωθούν και μετά από τρεις μήνες τα παρατάει. Τυχαία, συναντά κάπου το Λαμπρόπουλο και την πείθει να γυρίσει και πάλι στο τραγούδι. Δυο χρόνια αργότερα, μια μέρα βροχερή, δίπλα σε ένα πιάνο μαζί με το Σταύρο Ξάρχακο βρίσκονται να κάνουν πρόβα σε κάποια τραγούδια για την τηλεόραση. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου είναι αυτός που θα πάει μια κασσέτα της στην ΕΡΤ. Κάνει εντύπωση στους υπεύθυνους και η φωνή της παρομοιάζεται με βιολοντσέλο.

Βίκυ Μοσχολιού, ερμηνείες με ενστικτώδη σοφία Η περίφημη σκηνή στο παράθυρο με την κοπέλα εκείνη που καπνίζει και δακρυσμένη τραγουδά μοναδικά «Χάθηκε το φεγγάρι» από την ταινία «Λόλα» σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου, καταγράφεται σαν ένα μοιρολόι καρδιακό της γυναίκας εκείνης που χάνει από τη ζωή αυτόν που αγαπά. Την ίδια χρονιά κάνει την παρθενική της εμφάνιση σε συναυλία που δόθηκε για το Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο «Κεντρικόν» μαζί με το Μπιθικώτση. Ήταν μια συναυλία, όπου η παρουσία της δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητη μιας και ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου της έδωσε τα εύσημα με το δικό του μοναδικό τρόπο, «Πολύ ωραία τραγουδάς, παιδί μου. Θα σε πάρω για κόρη μου.». Από εκεί και έπειτα παίρνει ανεξίτηλο μελάνι και αφήνει λίγο λίγο τα σημάδια της πάνω στο μουσικό χάρτη.

Ένα αστέρι που λάμπει

Συνεργάζεται με σπουδαίους συνθέτες όπως οι Απόστολος Καλδάρας, Άκης Πάνου, Γιώργος Ζαμπέτας, Δήμος Μούτσης, Σταμάτης Κραουνάκης και πολλοί ακόμα. Τους υποστηρίζει πολύ και δεν είναι λίγες οι φορές που αφήνει τον προβολέα να πέσει πάνω τους. Προσωπικό δίσκο βγάζει μετά από 14 ολόκληρα χρόνια. Μέχρι τότε συμμετέχει σε ιστορικούς δίσκους συνθετών 33 και 45 στρόφων. Μας μεταφέρει τα λόγια που έγραψαν στον τοίχο της καρδιάς τους μεγάλοι στιχουργοί όπως οι Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, Πυθαγόρας και πολλοί ακόμα. Συνολικά προσμετρώνται στο ενεργητικό της γύρω στις 60 δισκογραφικές δουλειές. «Ξημερώματα» και «Δειλινά» είναι δυο από τα μαγαζιά που βαφτίζονται προς επίρρωσιν της επιτυχίας των ομώνυμων τραγουδιών. Είναι ντόμπρα και αληθινή. Η συνέπεια και το ήθος της αντανακλώνται σε κάθε πτυχή της ζωής της. Δωρικά μοιράσματα και κοψίματα στην ερμηνεία της πατούν πάνω στο παίξιμο των μουσικών, για να βγάλουν ένα αποτέλεσμα με γνησιότητα προέλευσης την αυθεντικότητα. Η αγάπη των συνεργατών της είναι μεγάλη και δεν τελειώνει πουθενά.

Βίκυ Μοσχολιού, ερμηνείες με ενστικτώδη σοφία Στέκεται στην απόβαθρα και μένει να κοιτάζει τα τρένα που φύγαν, αυτά που αγάπες τις πήρανε. Τρέχουν πάνω στη ζωή κι όλο μαζεύει η γραμμή κι όλο τελειώνει. Βγάζει εκείνο το καθρεφτάκι από την τσάντα της. Αυτό που άλλοτε ήταν ο σύμμαχος της ομορφιάς της, κάθε φορά λίγο πριν συναντήσει εκείνο το παλικαράκι που έλιωνε στο συναπάντημά του. Τώρα κοιτάζει το χαρακωμένο με πόνο βλέμμα της. Φέρνει μια βόλτα με τα χέρια της στα σφισμένα της χείλη. Σκέφτεται πώς τα χέρια που άγγιζαν αυτά τα μαλλιά, σαν φύλλα ξερά τα παράσυρε η βροχή. Αυτή η γλυκιά αμαρτία της χάραξε πορεία. Ήταν μια σπίθα στην αρχή και μιας βροχής ψιχάλα. Και έγινε η σπίθα πυρκαγιά και πέλαγος η στάλα. Μα πέσανε σε αδιέξοδο και οι δρόμοι τους έπρεπε να χωρίσουν. Γιατί τα όνειρά της είχανε ταυτότητα ενώ τα δικά του είχαν μόνο αριθμό. Τα μάτια της τρέχουν. Όμως, δεν κλαίει για τώρα. Κλαίει για την ώρα του γυρισμού με τα σημάδια του χαλασμού. Τώρα παλεύει να ξεχάσει. Και ώρες ώρες είναι σαν να μην την ενδιαφέρει πια σε ποιες αγάπες την αγάπη του ξοφλά. Στο περιβόλι της καρδιάς την πλάνεψε και μπήκε. Πάτησε τα λουλούδια της και σαν το κλέφτη βγήκε. Είναι και κάτι δειλινά ατέλειωτα. Λες και αντιλαλούν τα βήματά του και ο πόνος την τραβάει κοντά του. Ξέρει πώς όταν γυρίσει, θα κλείσει τα μάτια εκείνος θα απλώσει τα χέρια και θα βρουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια.

Μοναδική και ανεπανάληπτη

Είναι μια ήρεμη αλλά δυναμική παρουσία που έχει τον τρόπο να μαγνητίζει τους ακροατές. Λειτουργεί ενστικτωδώς κι αυτό ακριβώς την οδηγεί στην καθαρή και καθόλου επιτηδευμένη ερμηνεία κάθε κομματιού μπαίνοντας βαθιά μέσα στην ιστορία του. Η άρθρωσή της της επιτρέπει να απλώνει με ακρίβεια τις συλλαβές ανάμεσα απ΄τα δόντια της αναδεικνύοντας έτσι τα τραγούδια. Με εξαιρετική δεινότητα και σπάνια μαγκιά περνάει από το λαϊκό στο έντεχνο και πάλι σε ανάστροφη πορεία, χωρίς όμως να εγείρει αρνητικά σχόλια. Καλοκουρδισμένη πάντα με χροιά ξεχωριστή και φωνητικό εύρος που φτάνει ως το Θεό ερμηνεύει το «Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι» σημαδεύοντάς το στο χρόνο. Καμιά μεταγενέστερη δεν τολμά να το πει. Θυμίζει κάτι από τις παλιές ηρωίδες της ιστορίας. Δεν φοβάται να ρισκάρει και έτσι στις αρχές της δεκαετίας του ’70 αφήνει πίσω της τις μεγάλες πίστες και τις υψηλές αμοιβές, για να δέσει την άκρη της καρδιάς της στα μαγαζιά της Πλάκας. Ένα αλλιώτικο αεράκι φυσάει εδώ και της αρέσει.

Δοτική και γεμάτη όρεξη για έρωτα και ζωή το 1967 παντρεύεται τον ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού Μίμη Δομάζο με τον οποίο αποκτούν δυο κόρες. Το μοίρασμά τους έχει πολλές χαρές. Μια είχε φόντο την Ισπανία. Ήταν η στιγμή μετά τη λήξη του αγώνα που η κούραση και το βάρος των αθλητών εξαφανίστηκαν σαν φτερό μέσα στον άνεμο, όταν η Μοσχολιού με τη φωνή της μόνο είπε ένα σωρό τραγούδια ξεσηκώνοντας όλη την ομάδα. Οι χαρές εναλλάχθησαν με λύπες, όταν μετά από περίπου 15 χρόνια επήλθε η οριστική ρήξη και ο χωρισμός. Δεν ξαναέφτιαξε τη ζωή της ποτέ. Η μοναξιά της ήταν μεγάλη, όμως δεν το βαλε κάτω. Το μεγάλο και σημαντικό της αποκούμπι ήταν πάντοτε η πίστη της στο Θεό. Τραγουδά για ανθρώπους μόνους και κάνει το τραγούδι ίδιο με προσευχή.

Με αρχοντική φινέτσα

Βίκυ Μοσχολιού, ερμηνείες με ενστικτώδη σοφία Όταν το τσαγανό το σκάει ψάχνει να βρει μια ασφαλή γωνιά. Και τη βρίσκει στη Μοσχολιού. Ατρόμητη μα και τρυφερή ξέρει ακριβώς τι θέλει και το διεκδικεί. Έχει υπομονή και η σιγουριά για τον εαυτό της την απομακρύνει από κάθε είδους ανταγωνιστικές σκέψεις και κινήσεις. Είναι περιποιητική με όσους αγαπά και το δείχνει. Κουβαλάει μια γοητεία. Κάπως έτσι, σε ανύποπτο χρόνο, σε μια γιορτή στο σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου δυο στροφές της Μερκούρη είναι αρκετές για να σεκλετιστεί. Ένα κόκκινο μαντήλι ζωσμένο ένα γύρω από τη μέση της και το τσιφτετέλι παιγμένο από τα χέρια του Χατζηνάσιου στο πιάνο υποτάσσεται εντελώς στο λίκνισμα του κορμιού της.

Καλοκαίρι του 2003 κάποιες εξετάσεις φέρνουν τα βήματά της στην πόρτα του νοσοκομείου και η διάγνωση είναι καρκίνος στο πάγκρεας. Δυο χρόνια κάνει αγώνα. Παλεύει με αξιοπρέπεια και δύναμη, χωρίς να χάνει το κουράγιο της. Αδύνατον να μην την προσέξεις ακόμα και στη δύσκολη ώρα της. Του ήλιου σβήστηκε το φως κι εχάθη το φεγγάρι. Μια γυναίκα με μεγάλα εκφραστικά μάτια και υπέροχη μπάσα φωνή φεύγει από τη ζωή το 2005 στα 62 της χρόνια. Πάντα ήταν φευγάτη. Δεν της το κρατάμε κι ας άφησε κενό δυσαναπλήρωτο. Το πρόγραμμα φτάνει στο τέλος του. Αφήνει το μικρόφωνο στην άκρη και τραγουδά «Αλήτη, δίχως αγάπη, με δίχως μάνα και δίχως σπίτι…». Ένας αντίλαλος σκορπάει στο χώρο και τα χειροκροτήματα σωρό. Ξόφλησε το δώρο της φωνής της. Είναι βέβαιο. Καπέλωσε το χρόνο. Δεν είναι εδώ κι όμως την ακούμε.

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.