Το παίγνιο της ιστορίας και του μύθου στην ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη

Η ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τα ποιήματα «Ζει ο Μέγας Αλέξανδρος;», «Όσιρι», «Το κουτί της Πανδώρας» και «Οδυσσεύς Λαερτιάδης» (από τις συλλογές Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, Μην ομιλείτε εις τον οδηγό, Έλευσις και Ποιήματα (Τόμος Β΄)), δομείται πάνω σε μια συστηματική διάρρηξη της σοβαροφάνειας της ιστορίας και της μυθολογίας. 

Ο ποιητής δεν απορρίπτει αυτά τα θεμελιακά πολιτισμικά υλικά, ίσα ίσα, τα επικαλείται σταθερά, αλλά τα εντάσσει σε ένα νέο πλαίσιο, όπου κυριαρχεί το παιχνίδι, η αποστασιοποίηση και η έκπληξη. Το αποτέλεσμα είναι μια ποίηση που κινείται ανάμεσα στη σάτιρα και την τραγική ειρωνεία, μετατρέποντας τα γνώριμα σύμβολα του πολιτισμού σε αντικείμενα αναστοχασμού και ανατροπής.

Στο ποίημα «Ζει ο Μέγας Αλέξανδρος;», το παιχνίδι με την παιδική ρυθμικότητα και τη φωνητική ομοηχία συνθέτει μια αινιγματική και μελαγχολική υπαρξιακή σάτιρα, ενώ στον «Όσιρι» η αφήγηση εγκλήματος μεταμορφώνεται σε μια σκηνή τελετουργικής παράνοιας, ειρωνικής απέναντι τόσο στον απολυτοποιημένο μύθο όσο και στην καθημερινή «κανονικότητα». Το ποίημα «Το κουτί της Πανδώρας» αποδομεί την κλασική αφήγηση της Πανδώρας, καταγγέλλοντας την ιστορία ως μηχανισμό παραπλάνησης, ενώ στο «Οδυσσεύς Λαερτιάδης» ο ομηρικός ήρωας εμφανίζεται ως αποτυχημένος θιασάρχης, σατιρικά αυτοσαρκαστικός, προδίδοντας το δράμα του ανθρώπου που παραμένει θύμα των παθών του, ακόμη και με φόντο τον μύθο του.

Τα ποιήματα αυτά συνομιλούν μέσα από την κοινή τους άρνηση να δεχτούν έτοιμες αλήθειες και πρότυπα. Η θεματολογική τους σύνδεση εντοπίζεται στην ειρωνική χρήση της μυθολογίας και της ιστορίας, στην ανατροπή κάθε προσδοκίας αυθεντίας και ηρωισμού και στην έμφαση στο αλλόκοτο, το παιγνιώδες και το υπαρξιακά πικρό. Ο Εγγονόπουλος επανανοηματοδοτεί τα σχήματα του πολιτισμού, για να αναδείξει τελικά όχι την ερμηνεία, αλλά το αίνιγμα της ανθρώπινης κατάστασης.

Νίκος Εγγονόπουλος, «To Αεροδρόμιο», 1959.

Ζει ο Μέγας Αλέξανδρος;
καίω τα νιάτα μου
που είναι κιθάρα
που είναι κινάρα
που είναι κινύρα

λέω το άθροισμα
που είναι Μερόπη
που είναι μετόπη
που είναι με τόπι

κλαίω τις θύμησες
σαν το κοράκι
σαν το Κοράνι
σαν το κοράλλι

κι είμ’ ο Μινώταυρος
μες στο σεντούκι
μες στο σεντόνι
μες στο σεντέφι

Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, Αθήνα: Ιππαλεκτρυών, 1939. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα. Τόμ. Α΄, Αθήνα: Ίκαρος, 1966.

Η ερώτηση «Ζει ο Μέγας Αλέξανδρος;» αποτελεί αφορμή ποιητικής περιπλάνησης στην ασάφεια της ύπαρξης. Η αποσπασματικότητα, οι παραλλαγές λέξεων που διαδέχονται η μία την άλλη («κιθάρα – κινάρα – κινύρα» / «Μερόπη – μετόπη – με τόπι» / «κοράκι – Κοράνι – κοράλλι» / «σεντούκι – σεντόνι – σεντέφι) φανερώνουν πως ακόμη και οι μορφές με ισχυρό ιστορικό φορτίο μπορούν να διαλυθούν σε ένα γλωσσικό παιχνίδι, απογυμνωμένες από βεβαιότητες.

Όσιρις

Αργά χτες την νύκτα, στους απάνω μαχαλάδες, άγριοι κι αιμοβόροι Αλβανοί, επτά τον αριθμόν, έσφαξαν αλύπητα, μέσα στο ίδιο του το κρεβάτι, τον κυνοκέφαλο εραστή της λησμονημένης Ιππολύτης. Οι απαίσιοι κακούργοι μπήκαν, χωρίς ναν τους καταλάβει κανείς, μέσα στο δωμάτιο του στυγερού εγκλήματος. Αφού έψαλαν, τη συνοδεία πλαγιαύλου, δύο αγνώστους —τουλάχιστον εις εμέ— ύμνους προς τους τσαλαπετεινούς, ετοποθέτησαν προσεκτικότατα κάτω από ένα ποτήρι, περιέχον ελαφράν διάλυσιν ψαρόκολλας εντός ελαχίστης ποσότητος νιτρογλυκερίνης, ένα χαρτί. Το χαρτί αυτό ήταν ένα φύλλο κοινοτάτου χάρτου αλληλογραφίας, επί του οποίου ήσαν γραμμέναι αι λέξεις: «Χρυσή κολόνα». Κατόπιν τούτου οι δολοφόνοι εξήλθον και πάλιν ανενόχλητοι. Ο κυνοκέφαλος εραστής —ας τον πούμε έτσι, διότι το όνομά του Ισίδωρος μας είναι άγνωστον — εξήλθε πολύ αργότερα του τραγικού δωματίου. Εφόρει φαιόχρουν αδιάβροχον και ομματουάλια.

Μην ομιλείτε εις τον οδηγό, Αθήνα: Κύκλος, 1938. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα. Τόμ. Α΄, Αθήνα: Ίκαρος, 1977

Στον «Όσιρι», το ποιητικό σύμπαν εκτρέπεται εντελώς προς το παράλογο. Ένα εγκληματικό συμβάν περιγράφεται με τη σοβαρότητα και την ακρίβεια μιας δημοσιογραφικής είδησης, αλλά τα δεδομένα του είναι παράδοξα: Αλβανοί που ψάλλουν ύμνους στους τσαλαπετεινούς, μια διάλυση ψαρόκολλας με νιτρογλυκερίνη, ένας κυνοκέφαλος εραστής με ομματογυαλιά. Η δομή της αφήγησης υπονομεύεται από το αλλόκοτο των λεπτομερειών. Ο μύθος του Όσιρι (αρχαίος θεός της νεκρανάστασης και της δικαιοσύνης) γίνεται φόντο για ένα σκηνικό χωρίς καμία ηθική ή μεταφυσική προσδοκία. Αυτό που παραμένει είναι μια κενή τελετουργία, που μοιάζει να αναπαράγει την ανθρώπινη βία και τη γραφικότητα χωρίς λύση ή εξιλέωση.

Το κουτί της Πανδώρας

Cogito, ergo sum.

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

Η Ιστορία!

τί αβασάνιστες πληροφορίες συνεκράτησε

τί λανθασμένες φήμες μάς μετέδωσε!

Πόσα χουνέρια και τί πλεκτάνες!

Α! η Κλειώ! Μα βέβαιο

πως εσημείωνε ό,τι κι αν άκουγε:

φαίνεται πως πολύ λίγο θα την σκότιζε

ν’ αντιληφθεί

τί ήτανε αλήθεια

και τί δεν ήταν!

Μια ολόκληρη ζωή σπουδής και προσοχής και έρευνας

μας επιτρέπει σήμερα

ν’ αποκαλύψουμε —να πούμε—

πως όλα τα περί Πανδώρας

και του κουτιού της

είναι ανάξια λόγου παραμύθια…

Ούτε η Πανδώρα ούτε οι θεοί

βάλανε τίποτα μες στο κουτί

κι ούτε με τ’ άνοιγμα

φύγαν τα δώρα

(που δεν υπήρχαν).

Προσποιήσεις ψευτιές (φτηνές ψευτιές)

ανέντιμες υποσχέσεις και προδοσίες

μας κάναν να

πιστέψουμε πως κάτι έκλεινε μέσα στο

κουτί

που είχε η Πανδώρα!

Κι αν υπήρξαμε μωρόπιστοι

άνθρωποι και κουτοί

(πρώτος εγώ)

πάντως είμαι σε θέση σήμερα

να βεβαιώσω

πως και κουτί

(ν’ ανήκει στην Πανδώρα)

ακόμη δεν υπήρχε!

Ποιήματα. Τόμ. Β΄., Αθήνα: Ίκαρος, 1977.

Στο «Κουτί της Πανδώρας», η Κλειώ, η Μούσα της Ιστορίας, κατηγορείται με τόνο που κυμαίνεται ανάμεσα στην ειρωνεία και την πικρία: «φαίνεται πως πολύ λίγο θα την σκότιζε / ν’ αντιληφθεί / τί ήτανε αλήθεια / και τί δεν ήταν!». Η αμφισβήτηση δεν στρέφεται μόνο στην ακρίβεια των γεγονότων, αλλά στο ίδιο το κύρος της ιστορίας ως μορφής γνώσης. Η περίφημη αφήγηση του κουτιού της Πανδώρας δεν είναι παρά «ανάξια λόγου παραμύθια», ένα ψέμα πολιτισμικής εμβέλειας, το οποίο ο ποιητής επιχειρεί να αναιρέσει με δηκτική γλώσσα και αποδομητική χειρονομία. Το ποιητικό εγώ δεν διεκδικεί μια νέα «σωστή» αφήγηση, αλλά αρνείται την ανάγκη αυθεντίας, ακόμη και του ίδιου του μύθου.

Οδυσσεύς Λαερτιάδης

Συμμετέχων σε παραστάσεις κινεζικού θιάσου, δεν παραλείπει ποτέ να βάφει τη μύτη του μ’ ένα απαστράπτον άσπρο χρώμα, «σημάδι της πανουργίας του», γιατί δεν εννοεί να κρύψει την πίκρα του, και τη ντροπή του, πως κάποτε υπήρξε μοιχός. Δεν τον δικαιολογεί, στα ίδια του τα μάτια, ούτε καν η ζάλη όπου του προκαλούσε ο έξαλλός του πόθος να φτάσει το γρηγορότερο, μιαν ώρα αρχύτερα, στην εδικιά του Ιθάκη.

Έλευσις, Αθήνα: Ίκαρος, 1948. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα. Τόμ. Β΄, Αθήνα: Ίκαρος, 1977.

Στο ποίημα «Οδυσσεύς Λαερτιάδης» ο ομηρικός ήρωας, ο κατεξοχήν φορέας της επινοητικότητας και της εσωτερικής πυξίδας του νόστου, μετατρέπεται σε μοιχό που βάφει τη μύτη του σαν ηθοποιός σε κινεζικό θίασο. Η Ιθάκη δεν είναι πλέον ο τόπος της λύτρωσης, αλλά η αφορμή για αυτοεξευτελισμό. Ο μύθος υπάρχει, αλλά αναπλάθεται ως σκιά του εαυτού του, σαν παρωδία του ηρωικού αφηγήματος.

Το κοινό νήμα που διατρέχει τα ποιήματα είναι η μεταχείριση της μυθολογίας και της Ιστορίας όχι ως πηγών νοήματος, αλλά ως πρώτης ύλης για ένα ποιητικό παίγνιο. Το παίγνιο αυτό δεν είναι επιφανειακά διασκεδαστικό, αντιθέτως, είναι συχνά τραγικά ειρωνικό, πικρό και γεμάτο υπαρξιακές αποχρώσεις. Η γλώσσα του ποιητή κυμαίνεται από το παιδικό τραγούδι έως την εγκυκλοπαιδική δήλωση, από τον μύθο στην ανορθολογική περιγραφή μιας σκηνής φόνου. Αυτή η πολυφωνική χρήση της γλώσσας ενισχύει την εντύπωση ότι κάθε αφήγηση, είτε προσωπική, είτε ιστορική, είτε πολιτισμική, είναι εύθραυστη και εντέλει υποκείμενη στο αίνιγμα της ανθρώπινης κατάστασης.

Στην ποίηση του Εγγονόπουλου, όπως αναδεικνύεται μέσα από τα συγκεκριμένα ποιήματα, το ιστορικό και μυθικό υλικό δεν λειτουργεί αναμνηστικά ή διδακτικά, αλλά απογυμνώνεται, παραλλάσσεται και γελοιοποιείται για να αναδείξει τη ρευστότητα των εννοιών, την πλάνη της πίστης σε έτοιμα σχήματα, και τελικά τη μοναχική περιπλάνηση του ανθρώπου μέσα στο αβέβαιο και το απροσδόκητο. Το «παίγνιο» του τίτλου δεν είναι μόνο ειρωνικό, αλλά και βαθύτατα αποκαλυπτικό: μέσα από αυτό, η ιστορία και ο μύθος αποσύρονται από τον θρόνο τους, και αφήνουν χώρο για μια ποίηση που δεν εξηγεί, αλλά αμφισβητεί και υπονομεύει.

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη,

Influence:

Η Βασιλική Κιούπη εργάζεται ως φιλόλογος και αρθρογράφος και είναι υποψήφια διδάκτορας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου…