Τιμωρία ή κακοποίηση;

Συντάκτης: Έλενα Αμμολοχίτου, Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Τί εννοούμε όταν μιλάμε για τιμωρία και τι κακοποίηση; Πόσο κοντά βρίσκονται οι δύο όροι;

Είναι θέμα που απασχολεί τόσο τους γονείς όσο και τους εκπαιδευτικούς, αλλά και όλους μας.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η τιμωρία μπορεί να καταστεί αποτελεσματική, αλλάζοντας στιγμιαία τη συμπεριφορά ενός παιδιού. Πολλές φορές δείχνει στο παιδί τί δεν πρέπει να κάνει και αυτό είναι λειτουργικό σε θέματα που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του η των γύρω του…

Αυτό που φαίνεται να βοηθάει περισσότερο είναι η ενίσχυση των θετικών συμπεριφορών και κυρίως όταν αυτές λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια μιας σχέσης αγάπης που διέπεται από ενθάρρυνση, φροντίδα και εμπιστοσύνη.

Φαίνεται πάντως ότι η τιμωρία συχνά μπορεί να οδηγήσει σε παγίδα  εκπαιδευτικούς και γονείς, αφού τους προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι έχουν τον έλεγχο της κατάστασης που προκύπτει από την ηλικιακή ανισότητα ενήλικου-ανήλικου και κάνει τον ενήλικο να νιώθει ότι βρίσκεται σε θέση ισχύος (μιλάω περισσότερο για παιδιά μέχρι τα 10-11, γιατί στην εφηβεία τα πράγματα είναι διαφορετικά).

Είναι σημαντική η επισήμανση  ότι, όταν αναφερόμαστε σε τιμωρίες  με χαρακτηριστικά ‘σαδιστικά’ και ‘επιθετικά’ που θρυμματίζουν και τσαλακώνουν την προσωπικότητα και το εγώ του παιδιού και πολτοποιούν τον αυτοσεβασμό  και την αυτοπεποίθησή του, μιλάμε για κακοποίηση. Αυτή μπορεί να είναι λεκτική (το παιδί νιώθει έλλειμα και απαξίωση), σωματική, αλλά και ψυχολογική (εκφοβισμός,εκβιασμός,απειλή κλπ).

Όταν ένα παιδί βιώνει κάτι τέτοιο με συνέχεια και επανάληψη συνήθως εξαναγκάζεται σε 2 τρόπους άμυνας ανάλογα με την προσωπικότητά του. Ο πρώτος είναι να ταυτιστεί με τον επιτιθέμενο, γινόμενο το ίδιο «θύτης» σε κάποιον άλλο αδύναμο (αφορά στα φαινόμενα βίας που λαμβάνουν χώρα στα σχολεία). 

Ο δεύτερος τρόπος είναι να ταυτιστεί με το θύμα, χάνοντας εντελώς την αυτοεκτίμησή του και νιώθοντας ότι τα δεινά που βιώνει είναι η ‘δίκαιη’ τιμωρία που του αξίζει. Φυσικά αυτό προϋποθέτει και κάποια χαρακτηριστικά προσωπικότητας όπως είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση, κακή εικόνα εαυτού κλπ. Σ’αυτήν την κατηγορία ανήκει το μεγαλύτερο ποσοστό των κακοποιημένων γυναικών. 

Τις περισσότερες φορές οι δύο παραπάνω ρόλοι συνυπάρχουν και εναλλάσσονται στον ίδιο άνθρωπο ανάλογα με τις συνθήκες.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι οι παραπάνω μηχανισμοί ταύτισης ενεργοποιούνται ακόμα και όταν ένα παιδί γίνεται μάρτυρας επαναλαμβανόμενων σκηνών βίας στην οικογένεια, χωρίς απαραίτητα να συμμετέχει το ίδιο σε αυτές ως πρωταγωνιστής.

Συνήθως οι άνθρωποι που ασκούν βία είναι εκείνοι που έχουν υποστεί βία η έχουν υπάρξει μάρτυρες τέτοιων σκηνών στην παιδική τους ηλικία. Έτσι κάποιος  που είχε το ρόλο του θύματος στο σπίτι ή το σχολείο, μπορεί στην ενήλικη ζωή να μετατραπεί σε θύτη και το αντίστροφο.

Το θλιβερό σ αυτές τις περιπτώσεις που παιδιά πρωταγωνιστούν ή γίνονται μάρτυρες σε σκηνές βίας στην οικογένεια, είναι ότι αντιλαμβάνονται όλο αυτό σαν μια «κανονικότητα», αφού το συγκεκριμένο ‘μοντέλο’ συμπεριφοράς εσωτερικεύεται  και αναπαράγεται αυτόματα, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος σχέσης (και λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης και κακής εικόνας εαυτού).

Τέλος επιστρέφοντας στη τιμωρία θα έλεγα ότι είναι πολύ σημαντικό, όταν χρειάζεται να καταφύγουμε σ αυτήν, να επικοινωνούμε με ψυχραιμία και σαφήνεια στο παιδί ότι αυτή αφορά τη συγκεκριμένη πράξη του και όχι ολόκληρη την προσωπικότητά του.

Ωστόσο λαμβάνουμε υπ’ όψη ότι η τιμωρία εφαρμόζεται μέσα στο πλαίσιο της προυπάρχουσας σχέσης γονέως-παιδιού και επομένως τα χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης κρίνουν καθοριστικά  την αποτελεσματικότητά της. Όταν υπάρχει μια σχέση ασφάλειας, κατανόησης και αγάπης, το παιδί μπορεί να αντιληφθεί το όφελος και τη σκοπιμότητα μιας τιμωρίας, ενός κανόνα και ενός ‘όχι’.

Σε αντίθετη περίπτωση μιας δύσκολης, απορριπτικής  και ανταγωνιστικής σχέσης γονέως-παιδιού η τιμωρία όπως και οι απλοί κανόνες μπορούν να προσλάβουν τραυματικό χαρακτήρα.

Ολοκληρώνοντας θα έλεγα ότι  μια τιμωρία μπορεί να είναι αποτελεσματική και  όχι τραυματική, όταν  εφαρμόζεται με συνέπεια, χρονική εγγύτητα και σταθερότητα, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις δυνατότητες και την ηλικία ενός παιδιού κι όταν απορρέει  από μια σχέση ασφάλειας, κατανόησης και αγάπης με τον ενήλικα.

Ένα τέτοιο πλαίσιο θα δώσει τη δυνατότητα στο παιδί να σκεφτεί την πράξη του και τις συνέπειές της και θα του εμφυσήσει σταδιακά το αίσθημα ευθύνης και δικαίου.

Έλενα Αμμολοχίτου, Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Αναλυτικής, Ομαδικής και Οικογενεναικής Ψυχοθεραπείας

Ειδικευμένη σε ατομική ψυχοθεραπεία και θεραπεία ζεύγους

Μεταπτυχιακός τίτλος: Διοίκηση Μονάδων Υγείας

Λ. Κατσώνη 3, Χαλάνδρι

Τηλ.2106844116

Συντάκτης: Έλενα Αμμολοχίτου, Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Influence:

Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής, Ομαδικής & Οικογενειακής Ψυχοθεραπεία

Στόχος αυτής της στήλης είναι να σας βοηθήσετε αποκτήσετε αυτογνωσία, που είναι η πεμπτουσία μιας ισορροπημένης ζωής. 
Η αυτογνωσία είναι ο βασικός στόχος κάθε ψυχοθεραπείας και της βελτίωσης εαυτού.
 Απευθύνομαι:
   σε ανθρώπους με συμπτώματα (κρίσεις πανικού, κατάθλιψη κ.ά) αλλά και δυσκολίες τόσο στις σχέσεις τους , όσο και στη ζωή τους γενικότερα.
   σε οικογένειες με δυσλειτουργίες, σε ζευγάρια και σε γονείς για συμβουλευτική.