Θηβαίος και Πασχαλίδης σε μια μυσταγωγία στο Σταυρό του Νότου

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Θηβαίος και Πασχαλίδης σε μια μυσταγωγία στο Σταυρό του ΝότουΤρέχει ετούτη η παράξενη εποχή. Άλλοτε από άμυνα. Άλλοτε από επίθεση. Πάντα λαχανιασμένη από το τρεχαλητό. Τα όνειρά μας απλωμένα στο συρματοπλέγμα της ιστορίας. Κάτι σειρήνες δυνατές τα σφίγγουν παρατεταμένα και βασανιστικά. Μανταλάκια απάνω στο κορμί τους. Μέχρι τη στιγμή που δυο φωνές δυνατές καπελώνουν την ψεύτικη πυγμή τους. Κερδίζουν την προσοχή μας. Ακούγονται, μα δεν κάνουν φασαρία. Ψιθυρίζουν, μα δεν κάνουν ησυχία. Ο Χρήστος Θηβαίος και ο Μίλτος Πασχαλίδης αφήνουν τα παράθυρα της έμπνευσής τους ανοιχτά. Ρίχνονται στο τραγούδι. Σημαδεύουν μόνο όσα ο χρόνος δεν θα αγγίξει στο διάβα του. Τα πετυχαίνουν. Όλα. Μια οικογενειακή υπόθεση στήνεται στο Σταυρό του Νότου. Δεν είναι το αίμα κοινό. Έχουν, όμως συγγένεια ψυχής. Φίλοι 17 χρόνια. Βάζουν στην αγχόνη το στημένο και φράσσουν τα στεγανά της επιτηδευμένης και οριοθετημένης έξαρσης. Ελευθερώνουν την αυθόρμητη και ζωηρή στιγμή που φτάνει στην μέθη της υψηλής συγκινησιακής φόρτισης. Δεν υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές, παρά μονάχα η αλήθεια. Το flowmagazine.gr βρέθηκε σε τούτη τη συνάντηση. Ένα ξέσπασμα αγάπης κατέληξε σε μια ανάσα βαθιά. Τώρα είμαστε έτοιμοι να βγούμε στην αρένα της ζωής, δίχως να χαθούμε στις λαθραίες πλάνες όσων επιθυμούμε.

Δεν έχει τέλος τούτη η αρχή

Δυο κιθάρες. Διαφορετικές μα είναι η μια το ταίρι της άλλης. Καθαρό γήινο χρώμα πάνω σε ξύλο. Στη μια κάτι γυαλίζει. Σιμώνει το τώρα. Στην άλλη κάτι παράξενα νερά κάνουν παιχνίδι με το φως. Αυτή θυμιζει το χτες. Κρέμονται από το στήθος. Κοντά στο μέρος της καρδιάς τους. Ξάφνου, πετάνε μπόι απάνω στη σκηνή. Πίσω τους οι σκιές πέντε εξαίρετων μουσικών. Ο Χρήστος και ο Μίλτος αρχίζουν το ταξίδι. Σαν το Οδυσσέα μπαίνουν στο πλοίο της μουσικής και αφήνουν τα ρεύματα της χαράς και τις θύμησες του πόνου να τους πάνε παντού. Είναι οι βυθισμένες άγκυρες μέσα στη ψυχή τους. Αυτές που κρατούν την αλήθεια τους, ακόμα και αν τους αγκυλώνει. Η Πηνελόπη μένει πίσω να περιμένει. Είναι η γυναίκα που περιμένει πάντα. Όσο αξίζει μια γρατζουνιά από την ανάσα της δεν αξίζουν θεωρίες μιας ζωής. Κρατά το ημερολόγιο και μετρά τις μέρες. Ξέρει πως δεν θα χαθούν. Μέρες αδέσποτες σημαδεύουνε το μέλλον και πετυχαίνουν το παρόν. Η βόλτα τους κρατάει πολύ. Το πείσμα τους για ζωή δεν σταματά. Αγύριστο κεφάλι. Κάνει μόνο μια στάση σε ένα καλοκαίρι στην Αμοργό. Ένα υπέροχο ολοκάινουργιο κομμάτι κόβει βόλτες μπροστά μας. Το αγαπήσαμε κιόλας. Τούτοι οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου θύμησαν κάτι από τις αλητείες μας. Αυτές τις μεγάλες μας στιγμές που σαν σταγόνες βροχής στεγνώσανε στη βεράντα. Και ύστερα τσιγάρο και καφές, κακές συνήθειες που πάντα θολώνουν τα μάτια μας σαν τις κάνουμε τραγούδι. Όπως, εχτές του Χρήστου, όταν σμίγανε οι φωνές του κόσμου με τις δικές τους. Η μάνα του είχε μόλις φύγει χωρίς εισιτήριο επιστροφής. Μια σακούλα μπύρες ακουμπισμένη στα πόδια τους. Ο Μίλτος δεν πίνει μπύρα. Παρα μονάχα εκείνη τη φορά. Από τότε τούτο το κομμάτι το λένε πάντα μαζί.

Όμορφες παραλλαγές κλιμακώνουν το συναίσθημά μας από τα χαμηλά στα ψηλά και αντίστροφα. Ο Μίλτος αυτοσχεδιάζει και σκοντάφτει απάνω σ’ ένα παραμύθι με λυπημένο τέλος. Ο Χρήστος αλωνίζει στα μονοπάτια της θεατρικότητας και της έντονης εκφραστικότητας ψάχνοντας με αγωνία να βρει τον Άμλετ της Σελήνης. Κάτω από το λεπτό ύφασμα που καλύπτει τα χέρια μας, νιώθουμε την ανατριχίλα. Σαν πλανόδιο τσίρκο περπατάμε στις επιλογές τους και στην παρόρμηση του ενστίκτου τους. Ένα γιουσουρούμ σε εξέλιξη τούτη τη βραδιά και ο Νεοέλληνας στη μέση. Αυτός που παιδεύει τώρα τούτο τον τόπο, αφού πρώτα τον παιδέψανε οι άρχοντες αυτού. Μα ακόμα θυμάται τις μυρωδιές από τα βουνά της Κρήτης και τον ακροβάτη που τα ανεβάινει πηγαίνοντας κόντρα στον καιρό. Η βροχή δεν τον φοβίζει. Μήτε το κρύο. Μήτε και το άδειασμα του χρόνου που καραδοκεί στα στενά περάσματα. Πετάει τους φόβους του στης λήθης το πηγάδι και ζει σαν αερικό. Είναι έτοιμος να πεθάνει για δεύτερη φορά σαν τον παλιό στρατιώτη.

Δεν ήταν πουθενά στο οπτικό μας πεδίο. Άφησε, όμως τη μυρωδιά του σε όλες τις γωνιές. Ο Θεός ήταν εκεί. Αυτός που κατοικεί εντός μας. Όταν η αλήθεια μας τρυπάει το ταβάνι, εκείνος αφήνει τα ίχνη του. Για να βρούμε το χαμένο μας παράδεισο. Ο Χρήστος και ο Μίλτος βάζουν το μικρόφωνο μακρυά. Δεν το έχουν ανάγκη. Οι φωνές του κόσμου που τραγουδά μαζί τους σαρώνουν ως και την τεχνολογία. Αυτό είναι. Ένωση. Ανταμώνουν οι ζεστές φωνές τους και συναντιώνται φευγαλέα τα υγρά τους βλέμματα. Το πλοίο τους δεν θα γυρίσει. Μα ίσως σταματήσουν τις διαδρομές. Ίσως, αράξουν κάπου και αφήσουν την καρδιά τους να ταξιδέψει. Παντού. Αγαπούν, ζουν, ονειρεύονται. Κάπου κάπου γράφουν τραγούδια. Κάπου κάπου τραγουδούν. Ως την επόμενη αντάμωση…Ως το επόμενο κελάηδισμα… Ως την επόμενη μπύρα που ο Μίλτος θα πιει…

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.