«The Schindler’s List», ο κινηματογράφος συναντά την ιστορική μνήμη

Συντάκτης: Αγγελική Πατσιογιάννη

Απ’ αρχής γεννήσεως της κινηματογραφικής βιομηχανίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ιστορία αποτέλεσε τη δεξαμενή από την οποία ο εκάστοτε δημιουργός αντλεί τη θεματολογία του. Πλέον, ο κινηματογράφος υπάγεται στη σφαίρα της Δημόσιας Ιστορίας, η οποία διαφοροποιείται από την Ακαδημαϊκή Ιστοριογραφία, καθώς αναπαράγει και δεν τεκμηριώνει ένα ιστορικό γεγονός. Σε μεγάλο βαθμό, οι γνώσεις που αντλεί ο μέσος άνθρωπος προέρχονται από τη Δημόσια Ιστορία, όμως παρατηρείται, ειδικότερα στην περίπτωση της αρνητικής κληρονομιάς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πως δεν υπάρχει μια συνεκτική μνήμη, μα ασύμμετρες κι αντιθετικές μνήμες, υπαγόμενες σε ιδεολογικές, πολιτικές σκοπιμότητες ή συμφέροντα. Επ’ αφορμής της συμπληρώσεως τριών δεκαετιών από την προβολή της ταινίας «The Schindlers List» του Steven Spielberg, επιχειρείται μια επισκόπηση στον τρόπο κατά τον οποίο μια ιστορικού περιεχομένου ταινία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ιστορική πηγή. 

Πώς η ιστορία μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη

Η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη της διάσωσης πάνω από χιλίων Εβραίων εργατών από το Γερμανό βιομήχανο και μέλος του Ναζιστικού Κόμματος, Oscar Schindler, δεν αποτελεί την πρώτη αναμέτρηση του κοινού με τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας της Ευρώπης. Για παράδειγμα, είχε προηγηθεί το ντοκιμαντέρ Shoah του Claude Lanzmann. Η εμπορική πρόταση της δημιουργίας μιας ταινίας τέτοιου περιεχομένου, διάρκειας τριών ωρών, σε ασπρόμαυρο φιλμ κι ένα cast απαρτιζόμενο από ηθοποιούς που ακόμη δεν αποτελούσαν το star system του Hollywood, θεωρήθηκε πρόταση υψηλού ρίσκου για τα δεδομένα της UNIVERSAL, δεδομένης της ενασχόλησης με ένα θέμα διαπνεόμενο από σκληρό ρεαλισμό. Όσον αφορά τις σκηνοθετικές επιλογές, κατά τον Mintz Alan J. ο σκοπός ήταν οι ηθοποιοί, ακόμη κι όσοι σπάνια συλλαμβάνονται από το φακό, να θυμίζουν φυσιογνωμικά Ανατολικούς Ευρωπαίους, ενώ η κινηματογράφηση στην Πολωνία, σε ασπρόμαυρο φιλμ χαρακτηρίζονται ως τεχνικές στρατηγικές που στόχευαν στην ενίσχυση της επίδρασής τους ως ντοκιμαντέρ.

«The Schindler’s List», ο κινηματογράφος συναντά την ιστορική μνήμη


Διαβάστε Επίσης: Είναι τελικά ο κινηματογράφος, υπερτιμημένος;


Η θέση του Bartov σχετικά με το ντοκιμαντέρ του Spielberg

Στην περίπτωση κατά την οποία ο σκηνοθέτης όντως αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ, ο Ισραηλινός καθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας και Γερμανικών Σπουδών, Omer Bartov, υποστηρίζει πως ο Spielberg καταπιάστηκε με θέματα τα οποία ουδείς άλλος τολμούσε, όπως την ωμότητα και το σαδισμό που βίωσαν τα θύματα, δημιουργώντας ένα κλίμα εμπάθειας του κοινού με τους πρωταγωνιστές, ίσως μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο «αληθινό» ντοκιμαντέρ. Ωστόσο, ο καθηγητής κρατά επικριτική στάση απέναντι στην αναπαράσταση της ιστορίας «όπως ακριβώς συνέβη», ελλοχεύοντας τον κίνδυνο βεβιασμένων γενικεύσεων από μέρους του δημιουργού. Η βασική επικέντρωσή του είναι η παρουσίαση της Shoah ως ενός μοιραίου, αναπόφευκτου γεγονότος στο οποίο ο άνθρωπος δεν έχει τον παραμικρό έλεγχο, παράδειγμα αυτού είναι η παθητική στάση των Εβραίων, οι οποίοι παρουσιάζονται αδύναμοι να αντιδράσουν, πόσο μάλλον να αντισταθούν (παρόλο που είναι γνωστή η αντιστασιακή δράση τους) απέναντι στους διώκτες τους, έχοντας ως εναλλακτική τη συνεργασία, όπως την επάνδρωση της Εβραϊκής Αστυνομίας. Εδώ απαντάται η ουσία της κριτικής του Bartov, της «παραδοσιακής» δυσκολίας της απεικόνισης οποιουδήποτε ιστορικού γεγονότος, ιδίως ενός τραυματικού κι άνευ προηγουμένου γεγονότος, όπως η Shoah.

«The Schindler’s List», ο κινηματογράφος συναντά την ιστορική μνήμη

Οι συμβολισμοί στο έργο

Στην ταινία επικρατεί το ιδιαίτερο τρίπτυχο θύμα-θύτη-παρατηρητή, με το τελευταίο να ενσαρκώνεται από τον πρωταγωνιστή, ενώ χαρακτηριστικό γνώρισμά της είναι οι συμβολισμοί του, με κεντρικότερο το κορίτσι με το κόκκινο παλτό. Εξάλλου η πρώτη συνάντηση του Schindler με το κορίτσι, κατά τη σφαγή του γκέτο της Κρακοβίας, σηματοδοτεί και την αλλαγή στάσης του πρωταγωνιστή απέναντι στο ίδιο το γεγονός. Παραμένοντας στο τρίπτυχο, ένας έτερος συμβολισμός είναι η παραδοσιακή διαμάχη καλού και κακού, γνώρισμα όλων των κινηματογραφικών ταινιών του Hollywood. Ο Oscar Schindler δε μπορεί να θεωρηθεί «άγιος», με τον ίδιο στο φινάλε να κατονομάζει την πορεία του, εν τούτοις παρουσιάζεται ως ένας «καλός Γερμανός», ο οποίος συγκρούεται με το σαδιστή Αυστριακό λοχαγό Amon Göth, μια μετουσίωση της πιθανής εξέλιξης του Schindler. Η εικόνα του «καλού Γερμανού» προκάλεσε αντιδράσεις, ξεχωρίζει αυτή της Danka Dresner, η οποία αποδίδει φόρο τιμής στο φινάλε: «Του χρωστάμε τις ζωές μας. Αλλά δε θα δοξάσω ένα Γερμανό εξαιτίας των όσων έκανε για εμάς». Από την άλλη, για τον Καναδό καθηγητή Ιστορίας, Robert Galately, η σύγκρουση μεταξύ του Schindler και του Göth είναι μια δραματοποιημένη σύγκρουση της πολιτικής των Ναζί, συμπυκνωμένης στους όρους Arbeit (Εργασία, με την έννοια της δουλείας) και Vernichtung (Καταστροφή, με την έννοια του αφανισμού).

Ο Λίαμ Νίσον ως Όσκαρ Σίντλερ κι ο Ρέι Φάινς ως Άμον Γκετ κάθονται αντικριστά κατά την πρώτη συνάντηση των χαρακτήρων, ως μια προσωποποίηση του καλού και του κακού.

«The Schindler’s List», ο κινηματογράφος συναντά την ιστορική μνήμη

Ο κεντρικός πυρήνας του έργου

Κεντρικός πυρήνας της ταινίας είναι το αφήγημα της ναζιστικής, αντισημιτικής προπαγάνδας, η οποία αφαιρεί από τους Εβραίους την ιδιότητα του ανθρώπου, μετατρέποντας τους σε αναλώσιμες μορφές ζωής, ως απειλή για την καθαρότητα της Αρίας Φυλής, καθιστώντας την εξόντωσή τους επιβεβλημένη και νομιμοποιημένη. Η κινηματογραφική μεταφορά της δράσης του Oscar Schindler, ενός τυχοδιώκτη που ονομάστηκε «Δίκαιος των Εθνών», αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την αναγέννηση ενός Spielberg μετανοημένου για την απάθειά του στα θέματα που αφορούσαν τη θρησκεία και την κοινότητα στα χρόνια της νιότης του, όπως και ο ίδιος είχε δηλώσει, αποτελεί, ωστόσο κι ιστορική πηγή. Δεν είναι η σκοπιά του ντοκιμαντέρ με την οποία την έντυσε, ούτε η επίκληση σε υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις που της προσδίδουν αυθεντικότητα, όσο το γεγονός ότι καταδεικνύει με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο τη διαδικασία μιας εξόντωσης βασισμένης σε παραδοσιακές, μεσαιωνικές αντιλήψεις, οι οποίες βρήκαν στους νεωτεριστικούς χρόνους όλα εκείνα τα στοιχεία που θα νομιμοποιούσαν μια γενοκτονική πολιτική και την ηγεσία του Γ’ Ράιχ αποφασισμένη να τη φέρει εις πέρας ακόμη κι όταν η έκβαση του πολέμου έχει πλέον κριθεί.


Διαβάστε Επίσης: Ο κινηματογράφος στα χρόνια της χολέρας


Οι φάσεις της Shoah εξελίσσονται με γραφειοκρατική μεθοδικότητα μπρος στα μάτια του ίδιου του Schindler, αλλά και μπρος στα μάτια του ίδιου του κοινού, με την ειδοποιό διαφορά να έγκειται στο γεγονός ότι κάθε φορά που ο επιχειρηματίας σώζει έναν από τους εργάτες του, η κάμερα εστιάζει σε όσους δεν επιβίωσαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδο εξόντωσης ή στους θαλάμους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εικόνα των όσων επέζησαν κι όσων «βούλιαξαν», αποκαλύπτεται από την αρχή μόνο στο κοινό κι όχι στον Oscar Schindler, κάτι που, ενδεχομένως, μαρτυρά και την αφιέρωση της ταινίας στα θύματα της Shoah.

Βιβλιογραφία

McBride J., (1997). «Steven Spielberg. A Biography». The University Press of Mississippi.

Mintz, Alan L., (2001). «Popular culture and the shaping of Holocaust memory in America». University of Washington Press.

Loshitzky Υ., (1997). «Spielberg’s Holocaust: Critical Perspectives on Schindler’s List». Indiana University Press.

Συντάκτης: Αγγελική Πατσιογιάννη,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.