Ταξίδι στην άκρη της νύχτας
Το 1932, το μυθιστόρημα Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Voyage au boutde la nuit) κατορθώνει εν μία νυκτί να μετατρέψει τον πρωτοεμφανιζόμενο Γάλλο συγγραφέα με το ψευδώνυμο Λουί-Φερντινάν Σελίν (Luis Ferdinand Céline) σε μια λογοτεχνική ιδιοφυΐα και να προκαλέσει έκρηξη τεραστίων διαστάσεων στην παγκόσμια συγγραφική κοινότητα της εποχής, που ο απόηχός της φτάνει μέχρι σήμερα. Οι πιο επιφανείς διανοούμενοι έσπευσαν από την πρώτη κιόλας στιγμή, και σπεύδουν ακόμη και τώρα, να υποκλιθούν σε αυτό το ιδιότυπο ταξίδι. Το βιβλίο που, κατά γενική ομολογία, διεκδικεί με αρκετές αξιώσεις τον τίτλο του καλύτερου μυθιστορήματος του 20ου αιώνα δεν μπορεί να είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο και αυτή η σκέψη μπορεί να διατυπωθεί σε πολλά επίπεδα.
Το Ταξίδι, καταρχάς, βασίζεται σε βιογραφικά στοιχεία του δημιουργού του, γιατρού στο επάγγελμα και γόνου αστικής οικογένειας του Παρισιού, με το πραγματικό όνομα Λουί-Φερντινάν Ωγκύστ Ντετούς. Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Φερντινάν Μπαρνταμού, ένας ταλαίπωρος πλην κυνικός και υποψιασμένος νέος που κατατάσσεται εθελοντής στον γαλλικό στρατό και γεύεται την φρίκη του Ά παγκοσμίου πολέμου από την πρώτη γραμμή μάχης, καθώς και τον παραλογισμό των μετόπισθεν σε όλο τους το μεγαλείο. Από εκεί, μετά το πέρας του πολέμου, μεταφέρεται σε γαλλική αποικία της Αφρικής για να εργαστεί ως επιστάτης φυτείας και στη συνέχεια στην Αμερική ως εργάτης της αυτοκινητοβιομηχανίας Φόρντ, όπου γνωρίζει από κοντά το νεόκοπο “θαύμα” του ανθρώπινου πολιτισμού. Τέλος, επιστρέφει στο Παρίσι όπου πασχίζει να βγάλει τα προς το ζην ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού στα εξαθλιωμένα προάστια της πόλης. Σε όλο αυτό το ταξίδι της ζωής του προπορεύεται και τον ακολουθεί σαν σκοτεινή σκιά ο φίλος του Ροβινσώνας Λεόν που αποτελεί το alter ego του.
Η ιστορία του Ταξιδιού δεν είναι παρά μια ιστορία που οδηγεί μέσα από την νύχτα της ζωής στον ίδιο τον θάνατο, ο οποίος διαποτίζει πλήρως την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Ο έκδηλος πεσιμισμός – ή άκρατος μηδενισμός για άλλους – του Σελίν παρόλα αυτά αποτελεί μια ανθρώπινη κραυγή που, αν μη τι άλλο, δεν στερείται νοήματος. Το Ταξίδι αποτελεί μια καταγγελία της ανθρώπινης αποτυχίας και του αδιεξόδου της ανθρώπινης φύσης, σημειώνει την απεγνωσμένη, καταπτωτική πορεία της ύπαρξης μέσα από τους συνεχείς ολέθρους της και καλεί σε παραίτηση από τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις που επικαλύπτουν την πραγματικότητα μιας ανθρωπότητας που νοσεί. Η φρικαλεότητα του πολέμου, η καταδυνάστευση της αποικιοκρατίας, η ανατέλλουσα δεσποτεία της Αμερικής και του τρόπου ζωής της και η αποσάθρωση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων εκφράζουν την αμφισβήτηση της προσπάθειας εκπολιτισμού του ανθρώπου ως την εποχή του Σελίν και προφητεύουν παρόμοιες πληγές για τα χρόνια που θα έρθουν.
Όλα αυτά, ίσως, δεν θα είχαν το ανάλογο ειδικό βάρος αν δεν εκφράζονταν διαμέσου μιας γλώσσας τόσο ρηξικέλευθης για την εποχή του που, από τις πρώτες κιόλας λέξεις, διαρρηγνύει μεμιάς κάθε σχέση με το γαλλικό λογοτεχνικό παρελθόν και παραβαίνει όλες τις παραδεδομένες γλωσσικές νόρμες. Η αφηγηματική γλώσσα του Σελίν, απολύτως προσωπική, κράμα καθομιλουμένης και λόγιας-καθαρεύουσας, διάσπαρτη από νεολογισμούς, αισχρολογίες, επιστημονικές εκφράσεις και αρχαϊσμούς αποκαλύπτει τη διάθεση του συγγραφέα να πλάσει με ιδιαίτερη μορφή το υλικό του και αποτελεί το κατάλληλο όργανο που θα του επιτρέψει να αυτοσαρκαστεί, να χλευάσει, να ουρλιάξει και να καταγγείλει με τρόπο επίκαιρο, άμεσο, κατηγορηματικό, αλλά και διαχρονικό, κλασσικό και μνημειώδη. Άλλωστε, σύμφωνα και με τα λόγια του ίδιου του Σελίν, η μέγιστη αξία του λογοτεχνικού έργου του έγκειται σε αυτό το ίδιο το ύφος του: “Το μόνο που έχω είναι το ύφος, τίποτε άλλο. Δεν υπάρχουν μηνύματα στα βιβλία μου, αυτά είναι υπόθεση της Εκκλησίας”.
Ογδόντα τρία χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, το Ταξίδι αξίζει να διαβαστεί με την ίδια ζέση σήμερα από όλους. Μολονότι η παγκόσμια πραγματικότητα έχει σήμερα αλλάξει άρδην και μολονότι τα ρατσιστικά και αντισημιτικά λιβελογραφήματα που εξέδωσε εν ζωή ο Σελίν έχουν κηλιδώσει την προσωπικότητα του, η ουσία της λογοτεχνίας του παραμένει αμόλευτη και αναλλοίωτη. Η αιτία είναι το γεγονός ότι μεταφέρει ένα καθολικό, πανανθρώπινο και ανθρωπιστικό μήνυμα που ταιριάζει σε κάθε τόπο και κάθε εποχή: Η ανθρώπινη συνθήκη μέσα στην τραγικότητά της μοιάζει με ένα Βατερλό που όταν το κοιτάς από απόσταση μπορείς ίσως να απαλύνεις τον πόνο του ή ακόμα και να το περιγελάσεις.
Απόσπασμα: “Στα νιάτα μας, τις πιο άνυδρες αδιαφορίες, τις πιο κυνικές γαϊδουριές, καταφέρνουμε να τις δικαιολογήσουμε ως ερωτικές λόξες κι ως σημάδια ούτε ξέρω τίνος άπραγου ρομαντισμού. Μα αργότερα, όταν πια μας δείξει πόση κατεργαριά, σκληράδα, μπαμπεσιά απαιτεί η ζωή μόνο και μόνο για να συντηρηθεί όπως όπως στους 37ο, τότε μπαίνουμε στο νόημα, αναγνωρίζουμε, καταλαβαίνουμε όλες τις παλιανθρωπιές που περιέχει το κάθε παρελθόν. Αρκεί μονάχα να μελετήσουμε σχολαστικά τον εαυτό μας και το σίχαμα που ‘χουμε γίνει. Τέρμα το μυστήριο, τέρμα η αφέλεια, τη φάγαμε όλη την ποίησή μας, μιας και ζήσαμε ως εδώ. Είναι κολοκύθια η ζωή.”
Το συναρπαστικό και αειθαλές αυτό μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Βιβλιοπωλείον της Εστίας” σε εξαιρετική μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου συνοδευόμενη από σχόλια και επίμετρο (όλα χρησιμότατα) της ιδίας.


























