Τάκης Μουσαφίρης, ένας ανεξάντλητος δημιουργός

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Influence:

Τάκης Μουσαφίρης, ένας ανεξάντλητος δημιουργόςΌταν η αποτύπωση της αλήθειας μπαίνει σε πρώτο πλάνο, τότε η ματαιότητα ψευτίζει και βρίσκουμε και πάλι τη χαμένη γοητεία της. Έρωτες και πάθη, λάθη και σωστά, λύπες και χαρές βάλθηκαν να ενωθούν. Ένας μουσικός χαρταετός σηκώθηκε στον αέρα.. Σκάλωσε στον ουρανό και αντάμωσε με τα βλέμματά μας. Έψαχναν μια ανοιχτωσιά, για να αντέξουν τους καιρούς. Βρήκαν τα τραγούδια αυτά. Πήραν ύψος και οι ψυχές μας. Μυρώθηκαν οι καημοί μας. Την καλούμπα κρατάει εδώ και 35 περίπου χρόνια ο Τάκης Μουσαφίρης. Ένας βαθιά ποιητικός δημιουργός χάραξε στο ελληνικό τραγούδι τις προσωπικές του μαρτυρίες μέσα από μια μεγάλη διαδρομή. Περνά από ανηφόρες και κατηφόρες που βγαίνουν πάντα στη ζωή. Η λαϊκή παράδοση στριμώχνει στη γωνία μια ποιότητα ιδιαίτερη. Δεν είναι ορατή με γυμνό μάτι. Μα είναι εκεί. Το χαμηλωμένο του βλέμμα ρίχνει σκόνη στο τοπίο, για να μη δούμε τη σοφία του. Ο Δημήτρης Μητροπάνος είχε πει για εκείνον: «Δεν τον άγγιξαν οι επιτυχίες. Με τη ψυχούλα του μίλαγε. Με τη ψυχούλα του μιλάει.». Έντονα συναισθήματα βρίσκουν καταφύγιο μέσα του. Πέφτει μια κουρτίνα. Μήτε φαίνονται. Τότε ένα αεράκι φυσάει, η κουρτίνα μπάινει στην άκρη και η φλόγα έχει κιόλας ανάψει. Μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης ρίχνεται στη δημιουργία.

Δυνατές ρίζες

Ο Τάκης Μουσαφίρης γεννιέται στα Γιάννενα. Φτωχά και δύσκολα χρόνια ανθίζουν μέσα σε σπίτια ανοιχτά και ανθρώπους μερακλήδες. Οι ήχοι από τα όργανα που πάιζουν οι γονείς του καθώς και διάφοροι συγγενείς του σταλάζουν μέσα του. Αναπτύσσει γρήγορα έντονη την αίσθηση της μουσικότητας. Αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της μέσα στη φύση κι αυτό τον γεμίζει ως απάνω. Τα πέταλα των αλόγων χτυπούν ρυθμικά. Εκείνος είναι πάνω στο σαμάρι. Μια διαδρομή δεκατρείς ώρες μέχρι να φτάσουν σ’ εκείνο το χωριό της Πίνδου που γεννήθηκε ο πατέρας του είναι αρκετή, για να κάνει τη φαντασία του να τρελαθεί. Εικόνες απίθανες μέσα απο δάση και ποτάμια και μυρωδιές ανεξίτηλες στο νου πλέκουν μελωδίες γύρω από την καρδιά του. Και φτάνουν ως τον παρατεταμένο και δυνατό ήχο από τα κουδούνια των προβάτων. Το μυαλό του στροφάρει και η ψυχή του ζεσταίνεται. Θέλει να βρει το τραγούδι που παίξαν οι σειρήνες στον Οδυσσέα. Πασχίζει να ανακαλύψει τις νότες που μαγεύουν σαν σμίξουνε και ας μην τις έχει ακούσει ποτέ.

Τα Σάββατα στήνουνε γλέντια τρικούβερτα και οι μουσικές τρέχουν σαν γάργαρο νερό. Φαντάροι χορεύουν λεβέντικα και αγέρωχα. Εκείνος είναι ακόμα μικρός. Μα όλα ετούτα τα καθαρά τοπία που μυρίζουν ελληνική επαρχιώτικη μπέσα χαράσσουν μέσα του το γλυπτό της προσωπικής του ποιότητας και της αληθινής ευγένειας. Ο Αττίκ και ο Χαιρόπουλος έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με τα δημοτικά και τα λαϊκά. Μπερδεύονται γλυκά και κάνουν ένα απίθανο αμάλγαμα γνήσιας μουσικής έκφρασης. Έχει μια κιθάρα που όλο τη γρατζουνάει. Όταν έρχεται η στιγμή να την κουρδίσει, διασχίζει εκείνη τη μεγάλη αυλή του απέναντι σπιτιού και τρυπώνει στο σαλόνι. Ξεσκεπάζει ελαφρά το πιάνο. Δυο-τρεις νότες στα κλεφτά και το αυτί του ορθάνοιχτο ν’ ακούσει, να θυμηθεί. Όσο να πάει σπίτι όλες οι χορδές της κιθάρας θα ‘ναι κουρδισμένες και τότε οι νότες θα γλιστρήσουν απάνω τους κάνοντας παράξενα ακροβατικά. Τα χρόνια περνούν. Μεγαλώνει και ακολουθεί το ένστικτό του. Σπουδάζει μουσική. Όμως, δεν ξεχνά. Ολοκληρώνοντας τη μαθητεία του, επιστρέφει στον τόπο του. Η ταινία γυρίζει με μανία. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας ένα μικρό μαγνητοφωνάκι χωμένο στις τσέπες του ηχογραφεί τους τόνους από τα κουδούνια. Καθένα από αυτά έχει τέσσερις νότες και εκείνος μετράει κάθε τους χτύπημα. Θα πατήσει πάνω σ’ αυτές, για να απλώσει τις καταλήξεις από το μετρονόμο (χρησιμοποιείται για το κούρδισμα των μουσικών οργάνων). Τέσσερις βραδιές χρειάστηκαν, προκειμένου να ολοκληρώσει την εγγραφή των ήχων. «Η λυγαριά» είναι το πρώτο κομμάτι που ηχογραφεί. Όλη η καθαρότητα της παιδικής του αθωότητας κουλουριάζεται εκεί. Ψάχνει με αγωνία τις συχνότητες. Κάπου εκεί θα ακούσει και η δική του παρθενική δημιουργία.

Κατηφορίζοντας στην Αθήνα

Ο «βουλικός» συνθέτης έρχεται στην πρωτεύουσα. Κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στις πρώτες του δισκογραφικές δουλειές υπογράφει με τα ψευδώνυμα «Αντώνης Ζάννας» και αργότερα «Νίκος Μιχαήλ». Είναι ένας ολοκληρωμένος δημιουργός που γράφει παρτιτούρες και ύστερα βάζει απάνω τους λόγια να τις συνοδεύουν. Χιλιάδες νότες τεντώνονται πάνω στο χαρτί. Εκείνος δανείζεται το σύμβολο του Δον Κιχώτη από την κλασική λογοτεχνία και το στριμώχνει ανάμεσά τους. Είναι ένας μονομάχος της τέχνης που παλεύει να ισορροπήσει το λόγο με τη μουσική.

Χειρίζεται μοναδικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα μέσα στο τραγούδι χρησιμοποιώντας φράσεις- κλειδιά που ξεκλειδώνουν αμέσως την επιτυχία. Αυτό κάνει τα τραγούδια του ιδιαίτερα δημοφιλή και τις συνεργασίες του ιστορικές. Η συνάντηση με τον Δημήτρη Μητροπάνο τον χαρακτηρίζει. Οι δυο τους χαρίζουν στο μουσικό ακροατήριο υπέροχες στιγμές που βαστάνε καλά μέχρι και πριν από το χαμό του ερμηνευτή. Συνεργάζεται με μεγάλα ονόματα όπως οι Μαρινέλλα, Ρίτα Σακελλαρίου, Πίτσα Παπαδοπούλου, Δούκισσα και άλλοι. Τη δεκαετία του 1980 γίνεται μια ανεπανάληπτη καλλιτεχνική σύμπραξη με το Στράτο Διονυσίου, η οποία αφήνει πίσω της αυθεντικά κειμήλια λαϊκής τέχνης.

Τάκης Μουσαφίρης, ένας ανεξάντλητος δημιουργός Γλαφυρός και οικείος

Αντιλαμβάνεται απολύτως το χώρο, το χρόνο και το συναίσθημα που στολίζει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα κάθε φορά. Αυτό προκαλεί την έμπνευσή του και αναστατώνει το έμφυτο ταλέντο του. Τότε, απορροφάται εντελώς. Χάνεται στον κόσμο που ξετυλίγεται μπροστά του και ξεχνά τα πάντα. Πίσω από πακέτα τσιγάρων γράφει πότε για το φαρμάκι και πότε για το μέλι της ζωής. Η φαντασία του πυρακτώθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκε. Έβλεπε φωτιές στο δρόμο. Έβλεπε παντού φωτιές. Ανάβανε και φτάνανε ως τον ουρανό. Οι σπίθες σε μια τρελή πορεία περνούσανε μέσα από όλους τους γαλαξίες και ξαναγυρνούσανε πάλι με φόρα στους δρόμους. Καθρεφτίζονταν μέσα στη ματιά του και όπως σιγοκαίγανε μιλούσανε για εκείνον το μυστικό του έρωτα, τον κρυφό. Ξαφνικά, θυμάται. Και μόνο που τον κοίταζε, έλιωνε. Όμως, εκείνο το βράδυ ο καβγάς τους έτριξε τα θεμέλια της αγάπης τους. Ήθελε να τα βροντήξει όλα και να φύγει. Μπήκε σ’ ένα ταξί και είπε: «Πήγαινέ με όπου θέλεις ταξιτζή..». Βρέθηκε στο σταθμό. Το μόνο που λαχταρούσε ήταν να δει εκείνη. Να κάνει κάτι χάσει το τρένο. Να ανακόψει την ταχύτητα της μοίρας του που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά της. Το τρένο είχε κιόλας ξεκινήσει. Εκείνη φάνηκε από μακρυά. Έβγαλε το κεφάλι του έξω και της φώναξε: «Πες μου πού πουλάν καρδιές να σου πάρω μια…». Τα χρόνια γλίστρησαν στις ανατροπές της εποχής. Μα δεν ξέχασε. Το σ’ αγαπώ δεν το λέει σε κανέναν, το κρατάει μια ζωή για εκείνη. Τώρα τα δειλινά για εκείνον είναι σαν μαχαίρια. Τη συναντά τυχαία στο ταβερνάκι τους. Τα τέλια στάζουν καημό. Της ζητάει να πάρει την αναπνοή του και να βάλει τέρμα στη ζωή του. Δεν αντέχει ετούτο το σαράκι που του ροκανίζει τη ψυχή. Τον διαπερνά η ματιά της. Σκέφτηκε ετούτη την αγάπη πώς την κάνανε πόνο, πίκρα και δάκρυ. Της είπε: «Σ’ αγαπώ» και εκείνη γεμάτη τρυφερότητα του απάντησε : «Εγώ να δεις».

Ο Πάνος Γεραμάνης είχε πει για εκείνον: «Έχει συνολική άποψη για το τραγούδι πώς θα το γράψει και πώς θα το δώσει στον ερμηνευτή. Ακολουθεί έναν μεγάλο λαϊκό δρόμο που ακολούθησαν ο Γιώργος Μητσάκης και ο Άκης Πάνου.». Μόλις οι λέξεις ανακατεύουν τη ροή της σκέψης του και εισβάλλουν στις νότες της ψυχής του, αποκτούν μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Και τότε συμβαίνει μια συνωμοσία. Όλος ο αναστεναγμός μας γονατίζει μπροστά σε τούτα τα τραγούδια και όπως πέφτει κάτω στη γη, χάνει όλη του τη δύναμη. Φτιάχνει ιστορίες και τις σκηνοθετεί. Παίρνει αφορμές από την ίδια τη ζωή. Η αιτία παραμένει πάντα η ίδια. Είναι η ανάγκη του να βάλει χρώματα στη χαρά, στον πόνο, στην έλλειψη ή στο περίσσευμα της αλήθειας μας. Δεν αντέχουν όλοι να φτάσουν στο τέρμα. Δεν αντέχουν όλοι το μοίρασμα. Ο χιονάνθρωπος στέκεται εκεί. Ο καυτός ήλιος της ιδιοτέλειας τον λιώνει σιγά σιγά. Τότε ο Μουσαφίρης βάζει μπροστά τον Μητροπάνο. Και όπως τον σώζει, τραγουδά για εκείνον και τον απογειώνει.

Ένας λόγιος ντελάλης της λαϊκής κουλτούρας

Ταξιδεύει πολύ. Χώνεται μέσα στις ατέλειωτες γραμμές των βιβλίων και πάει παντού. Πότε σε θάλασσες και πότε σε στεριές. Βρίσκει μικρόψυχους ανθρώπους. Βρίσκει όμορφους ανθρώπους. Καρδιές μεγάλες και πονετικές ανασηκώνονται, για να επισκιάσουν καρδιές στενές και σκληρές. Είναι γεμάτος εκρήξεις. Μα όλες γίνονται μέσα του. Τις συγκρατεί, για να μπορεί να συγκροτεί ύστερα τη σκέψη του και να φτιάχνει απίστευτα τραγούδια. Πεθαίνει ο καλύτερος του φίλος, Πάνος Γεραμάνης. Η φόρτισή του μεγάλη. Μετά από χρόνια θυμάται εκείνη τη φράση του Δημήτρη Παπάζογλου. Μια παραγγελιά για ένα άσμα μεγάλο γίνεται πραγματικότητα. Απόψε λείπει ο χορευτής. Το γράφει για εκείνον. Πάνω στη στιβαρότητα του ζεϊμπέκικου ρυθμού σκαλίζει με χρυσά γράμματα όλο τον πόνο της απουσίας και όλη την τρυφερότητα για τον αγαπημένο του φίλο.

Ο Μουσαφίρης είναι από τους πιο καθαρούς και τίμιους ανθρώπους της ελληνικής μουσικής οικογένειας. Οι καταφάσεις του είναι ξάστερες και οι αρνήσεις του μη αναστρέψιμες. Είναι ο δημιουργός του σαλονιού που κάθεται όμως στο λιμάνι. Η απήχηση των τραγουδιών του στον κόσμο ήταν, είναι και θα είναι πάντα πολύ μεγάλη. Πότε όμως δεν έκανε φιγούρες μπροστά από το έργο του. Στάθηκε πίσω από αυτό και όσες φορές βγήκε στο φως, ένα χέρι τον είχε τραβήξει. Δεν είχε ποτέ θέση στο μισθοφορικό στράτευμα της κατευθυνόμενης μουσικής βιομηχανίας που στόχο έχει το κέρδος. Η δημιουργία για εκείνον είναι τρόπος ζωής. Μπήκε κάπως προκλητικά και παραπλανητικά στο χώρο μιλώντας για σουξέ. Η εμπορική επιτυχία τον βρήκε γρήγορα ρίχνοντας στάχτη στην πραγματική καλλιτεχνική του αξία. Ο χρόνος μας έδειξε την πραγματική του υπόσταση. Νομίσαμε πως ήταν μουσαφίρης. Πέρασε καιρός, μέχρι να καταλάβουμε πως οι επισκέπτες κάποτε φεύγουν. Εκείνος μένει, χρόνια τώρα. Όχι, ένοικος. Ιδιοκτήτης. Το μερίδιό του είναι μέσα στην καρδιά μας. Αμετακίνητο και αδιαμφισβήτητα δικό του.

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.