Τα Πολιτικά του Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 π.Χ. στην πόλη Στάγειρα της Χαλκιδικής. Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα και εικάζεται ότι η οικογένειά του είχε μετοικήσει από τη Μεσσηνία κατά τον 8ο ή 7ο αιώνα. Μετά τον θάνατο των γονιών του για την ανατροφή του φρόντισε ο κηδεμόνας του Πρόξενος. Σε ηλικία δεκαοχτώ χρονών (367 π.Χ.) ο Αριστοτέλης μετέβη στη δημοκρατική πόλη των Αθηνών, για να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του. Τότε εισήλθε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, όπου παρέμεινε αρχικά σαν μαθητής και έπειτα ως καθηγητής επί είκοσι ολόκληρα χρόνια μέχρι τον θάνατο του δασκάλου του το 347 π.Χ. Η πλατωνική φιλοσοφία είχε καθοριστική επίδραση στη ζωή του. Στο πρόσωπο του Πλάτωνα όσο κι αν αργότερα διατήρησε μία κριτική στάση απέναντι στη διδασκαλία του όσο κι αν την άλλαξε σε ουσιαστικά μέρη ή την απέρριψε εντελώς, πρόσφερε σε όλη του τη ζωή φόρο τιμής και λατρείας.
Το 343-342 π.Χ. προσκλήθηκε από τον Φίλιππο της Μακεδονίας στην Πέλλα, για να αναλάβει τη μόρφωση του Αλεξάνδρου, που ήταν τότε δεκατριών ετών. Ο Αριστοτέλης έμεινε κοντά στον Αλέξανδρο μέχρις ότου εκείνος ξεκινήσει την εκστρατεία του στην Ασία. Το 335-334 π.Χ. μετά τη δολοφονία του Φιλίππου και μετά τη διαδοχή του Αλεξάνδρου και την τελική συνθηκολόγηση της Αθήνας με τη Μακεδονία, ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθήνα όπου παρέμεινε και δίδαξε για δώδεκα χρόνια. Εκεί ίδρυσε στα ανατολικά της πόλης μπροστά στην πύλη του Διοχάρη στο Λύκειο δική του σχολή, η οποία ονομάστηκε Περιπατητική είτε από τις στοές της που χρησίμευαν για περίπατο είτε γιατί οι επιστημονικές γίνονταν ενώ περπατούσαν. Στη σχολή ο Αριστοτέλης συγκέντρωσε εκατοντάδες χειρόγραφα δημιουργώντας έτσι την πρώτη μεγάλη βιβλιοθήκη. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Αθήνα, η γυναίκα του Πυθιάδα πέθανε μετά τη γέννηση μιας κόρης που πήρε το όνομά της. Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. κατατέθηκε εναντίον του Αριστοτέλη μια παράλογη καταγγελία για ασέβεια και αυτό τον ανάγκασε να φύγει στη Χαλκίδα της Εύβοιας όπου και πέθανε το 322 π.Χ.
Οικονομικές, πολιτικές και ιστορικές συνθήκες που επηρέασαν τη σκέψη του φιλοσόφου
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθούν κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες για να σχηματίσουμε μία πλήρη εικόνα για τον φιλόσοφο. Καταρχήν, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η πόλη στην οποία γεννήθηκε ήταν ολιγαρχική, όπως άλλωστε ήταν και οι υπόλοιπες πόλεις-κράτη της συμμαχίας της Χαλκιδικής. Επιπλέον, η Μακεδονία, με την οποία ο Αριστοτέλης ήταν στενά συνδεδεμένος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, δεν ήταν μια πόλη αλλά ένα μεγάλο φεουδαλικό βασίλειο. Έτσι, ο Αριστοτέλης ήταν συνδεδεμένος με ένα πολιτικό περιβάλλον που στις καταβολές του ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό της δημοκρατικής Αθήνας. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο Αριστοτέλης είχε υψηλή κοινωνικοοικονομική θέση. Οι γονείς του προέρχονταν από αριστοκρατική γενιά και ήταν δίχως αμφιβολία καλλιεργημένοι, μορφωμένοι και εύποροι. Πράγματι, στην Αθήνα του 322 π.Χ. ο φιλόσοφος ήταν πλούσιος και αυτό τον τοποθετούσε σε ένα επίπεδο μαζί με την ελίτ περίπου 300 πολιτών σε ένα σύνολο πληθυσμού 21.000 πολιτών. Τώρα μπορεί να καταστεί σαφές, γιατί ο Σταγερίτης μπορούσε να είναι σκεπτικιστής με τις αρχές της δημοκρατίας.
Συνολική θεώρηση της πολιτικής σκέψης του Αριστοτέλη μέσα από το έργο του Πολιτικά
Το έργο του
Τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη (από τις εκδόσεις Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος), όπως και οι υπόλοιπες αριστοτελικές πραγματείες δεν είναι ενιαίο έργο, αλλά αποτελούνται από επιμέρους συγγράμματα που συνενώθηκαν σε τελικό στάδιο, ενώ δεν είναι βέβαιο αν η συνένωση πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Τα «Πολιτικά» είναι ένα έργο που αποτελεί αφετηρία πολλών επιστημών όπως της φιλοσοφίας, της οικονομικής επιστήμης, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και κυρίως της πολιτικής επιστήμης, η οποία χαρακτηρίζεται από τον Αριστοτέλη ως μία των «επιστημών», αλλά και «όλως» των «τεχνών» και των «δυνάμεων».
Συνηθίζεται οι πολιτικοί στοχαστές του 4ου αιώνα να θεωρούνται αντίπαλοι της δημοκρατίας. Αυτό συμβαίνει γιατί η κοινωνική τους προέλευση τους ωθούσε να απορρίψουν ένα καθεστώς θεμελιωμένο στη γενική ισότητα όλων, καθώς και επειδή η ίδια η ελευθερία, για την οποία ο Αριστοτέλης είπε ότι είναι ο σκοπός της δημοκρατίας, τους φαινόταν βλαβερή όταν γινόταν ελευθεριότης. Περισσότερο όμως και από τις αρχές, η ίδια η πραγματικότητα της αθηναϊκής δημοκρατίας απωθούσε τους πολιτικούς στοχαστές, καθώς ο Δήμος στον 4ο αιώνα ταυτιζόταν όλο και περισσότερο με τη μάζα των φτωχών ελεύθερων ανθρώπων. Από αυτόν τον «ταξικό» χαρακτήρα της αθηναϊκής δημοκρατίας απέρρεε η αδικία και η αναρχία, ενώ οι νόμοι των προγόνων καταπατούνταν.
Βασικά χαρακτηριστικά της αθηναϊκής δημοκρατίας
Προτού δούμε την πολιτική πρόταση του Αριστοτέλη κρίνεται σκόπιμο να αναφέρουμε αδρομερώς τα βασικά χαρακτηριστικά της αθηναϊκής δημοκρατίας. Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η διακυβέρνηση από την πλειοψηφία των πολιτών. Δεδομένου ότι η πλειονότητα των πολιτών είχε μικρή ή καθόλου περιουσία, η εύπορη τάξη παραπονιόταν ότι στην ουσία δημοκρατία ήταν η κυριαρχία των φτωχών επί των πλουσίων. Μόνο ενήλικες άνδρες ήταν πολίτες με την πλήρη σημασία της λέξης, ενώ οι γυναίκες δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της δημοκρατίας είναι ότι εξαρτιόταν από την εκμετάλλευση της εργασίας των δούλων. Σκοπός της ήταν να πετύχει η κοινωνία όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία.
Η πολιτική θέση του Αριστοτέλη
Λαμβάνοντας υπόψη λοιπόν τα γνωρίσματα που χαρακτήριζαν τη δημοκρατία και το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει την αρχή της απόλυτης ισότητας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε την κυριαρχία στο πλήθος υπό τον όρο ότι αυτή θα περιορίζεται σε ορισμένα όρια και ότι οι διάφορες αρχές θα ανατίθενται αποκλειστικά σε έναν μικρό αριθμό προνομιούχων. Χωρίς να δεχτεί λοιπόν την αρχή της απόλυτης ισότητας, προσχωρεί στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία είναι το κύριο γνώρισμα της άμεσης δημοκρατίας, όμως την περιορίζει αμέσως, καθώς ενώ δίνει στο λαό ένα ποσοστό συμμετοχής στις δημόσιες αποφάσεις, του αρνείται το δικαίωμα να ασκεί τα σημαντικότερα αξιώματα, δημοσιονομικά και στρατιωτικά.
Για τον Αριστοτέλη η πλειοψηφία έχει συλλογικά περισσότερες πολιτικές ικανότητες από οποιαδήποτε μειοψηφία και επομένως ανάλογο πρέπει να είναι και το πολιτικό καθεστώς τους, καθεστώς της κυριαρχίας της πλειοψηφίας. Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει σαν καλύτερο είδος καθεστώς κυριαρχίας της πλειοψηφίας ένα καθεστώς στο οποίο η πλειοψηφία αποφασίζει για τα ζητήματα του κράτους και ελέγχει όλους τους άρχοντες, αλλά δικαίωμα ανάδειξης στα σπουδαιότερα δημόσια αξιώματα έχουν μόνο οι πιο ικανοί στην πολιτική οι οποίοι αποτελούν πάντα μια μειοψηφία και μια μερίδα τους δεν μπορεί παρά να προέρχεται από την τάξη των πλουσίων.
Κατά την ανάλυση της σκέψης του ο Αριστοτέλης ταυτίζει το δημοκρατικό καθεστώς με το καθεστώς της άκρατης δημοκρατίας (οχλοκρατία), καθεστώς διοίκησης του κράτους με αποφάσεις της πλειοψηφίας που βρίσκονται σε αντίθεση με τους νόμους και εξυπηρετούν αποκλειστικά τα συμφέροντα της μειοψηφίας.
Το πολίτευμα της «Πολιτείας»
Το καλύτερο πολίτευμα για τον Αριστοτέλη είναι η «πολιτεία», η οποία διαφέρει από το δημοκρατικό καθεστώς. Πρόκειται για ένα καθεστώς συνδυασμού άμεσης και έμμεσης δημοκρατίας στα πλαίσια πόλης-κράτους. Το καθεστώς δηλαδή αυτό είναι ένα μείγμα του ολιγαρχικού και του δημοκρατικού καθεστώτος αλλά βρίσκεται πιο κοντά στο δεύτερο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποιο πνευματικό κλίμα γέννησε αυτή τη θεωρία του μεικτού πολιτεύματος.
Ο Αριστοτέλης χωρίζει τον πληθυσμό των πολιτών σε τρία μέρη: τους εύπορους, τους φτωχούς και τους μέσους. Και στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι καμία από τις ακραίες τάξεις δεν είναι διατεθειμένη να ανεχθεί την πολιτική υποταγή στην άλλη ούτε και θα δεχόταν να κυβερνούν εναλλάξ καθώς νιώθουν είτε περιφρόνηση είτε φθόνο η μία για την άλλη. Έτσι είτε οι λίγοι εγκαθιστούν μια απόλυτη ολιγαρχία (άκρατη) είτε οι πολλοί φτωχοί εγκαθιστούν μια ακραία δημοκρατία (έσχατη). Οι μέσοι όμως σύμφωνα με τον Αριστοτέλη δεν υποφέρουν από κανένα από τα πιο πάνω μειονεκτήματα και όσο μεγαλύτερη είναι η αναλογία των μέσων σε μια πολιτεία τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες υπάρχουν για μία καλή διοίκηση της πόλης. Αν δεχθούμε λοιπόν ως αξίωμα ότι οι ιδιοκτήτες και οι ακτήμονες είναι από τη φύση τους ανταγωνιστικές τάξεις που τα συμφέροντά τους πολύ δύσκολα μπορούν να συμβιβαστούν και αντισταθμίσουμε με νόμους την αριθμητική μειονεκτικότητα της ανώτερης τάξης έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ισορροπία ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς που θα έχει το πλεονέκτημα της σταθερότητας αυτό μπορούμε να το παρουσιάσουμε ως ένα σοφό μείγμα ολιγαρχίας και δημοκρατίας.
Η πολιτεία είναι λοιπόν το πολίτευμα εκείνο κατά το οποίο κυριαρχεί η μεσαία τάξη. Αυτό που ισχυρίζεται ο φιλόσοφος είναι πως η μεσαία τάξη είναι ένας παράγοντας ασφάλειας και σταθερότητας της κοινωνίας, καθώς η ίδια συνιστά το μέτρο και τη μετριοπάθεια. Έτσι τα πλεονεκτήματα μιας κοινωνίας που στηρίζεται στη μεσαία τάξη είναι ικανά να επιλύσουν όλα τα προβλήματα που γεννά η ανισότητα των περιουσιών και ο ανταγωνισμός μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Ποιοι ανήκουν στη μεσαία τάξη; Ανήκουν όλοι οι ελεύθεροι άνδρες με πλούτο ικανό να τους επιτρέπει να φέρουν όπλα και μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στα δημόσια αξιώματα. Απαρτίζεται δηλαδή από πλουσίους και φτωχούς, που έχουν όμως αρκετό πλούτο για να φέρουν όπλα, ενώ τα αξιώματα απονέμονται υπό την προϋπόθεση της εκ γενετής ελευθερίας, του πλούτου και της αρετής της στρατιωτικής ανδρείας. Αυτό όμως ισοδυναμεί με αποκλεισμό των φτωχών από την κοινότητα των πολιτών και με στέρηση μέρους των πολιτικών τους δικαιωμάτων, και κατατάσσει τον Αριστοτέλη στην ομάδα των μετριοπαθών δημοκρατών.
Αποφθέγματα
«Η ανώτερη εξουσία βρίσκεται αναγκαστικά στα χέρια ενός ή μερικών ή και πολλών. Όταν όλοι αυτοί κατευθύνουν όλες τους τις προσπάθειες προς το γενικό καλό, τούτο το κράτος διοικείται καλά, αλλά όταν ο ένας, οι λίγοι ή οι πολλοί αποβλέπουν μόνο προς το δικό τους συμφέρον, πρέπει να περιμένουμε μια εξέλιξη προς το χειρότερο.»
«Ο καθένας μπορεί εύκολα να θυμώσει. Μα να θυμώσει κανείς τότε που πρέπει, στο βαθμό που είναι σωστό, στον κατάλληλο χρόνο, για ένα δίκαιο ζήτημα, και με το σωστό τρόπο, δεν είναι στο χέρι του καθενός κι ούτε είναι εύκολο πράγμα.»
«Τρία προσόντα πρέπει να έχουν όσοι πρόκειται να αναλάβουν τη διακυβέρνηση ενός κράτους. Πρώτον, φιλία προς το υπάρχον καθεστώς. Δεύτερον, την απαραίτητη ικανότητα. Και τρίτον, την αρετή εκείνη και την αγάπη προς τη δικαιοσύνη που ταιριάζουν στο κράτος στο οποίο ζει.»
«Άμιλλα είναι η τάση να φτάσει κανένας τον άλλον που τον θαυμάζει ή και να τον ξεπεράσει, χωρίς να αισθάνεται φθόνο αν ο άλλος τον ξεπερνάει.»
«Αυτοί που δίνουν καλή εκπαίδευση στα παιδιά, πρέπει να τιμώνται περισσότερο από εκείνους που τα γέννησαν, γιατί οι γονείς τους έδωσαν μόνο τη ζωή, οι παιδαγωγοί όμως την ικανότητα να ζουν καλά.»
«Για να γίνει κανείς ικανός σ’ οποιοδήποτε επάγγελμα τρία πράγματα χρειάζονται: φύση, μελέτη και πρακτική εξάσκηση.»


























