Σχολική αποτυχία

Συντάκτης: Ευρυδίκη Αγάτσα

Κατά κανόνα, στους τομείς που τα καταφέρνουμε καλά και επιτυγχάνουμε, αποδίδουμε καλύτερα, ενώ στους τομείς που αποτυγχάνουμε συνεχώς, αποδίδουμε χειρότερα. 

Η συμπεριφορά που επιβραβεύεται, συνήθως, επαναλαμβάνεται και συνδέεται στο μυαλό του ατόμου με θετικά και ευχάριστα συναισθήματα. Αντίθετα, η συμπεριφορά που δεν δέχεται επιβράβευση τείνει να αποφεύγεται και συνδέεται με αρνητικά συναισθήματα. Κάπως έτσι λειτουργούν και οι σχολικές επιδόσεις των μαθητών στο σχολείο.

Επαναλαμβανόμενη αποτυχία

Τα παιδιά που διαπιστώνουν ότι τα καταφέρνουν στις σχολικές εργασίες, αναπτύσσουν μία θετική στάση απέναντι στο σχολείο, θα μελετήσουν πιο πολύ και θα συνεργαστούν, καλύτερα, με τον δάσκαλό τους. Τα παιδιά, όμως, που δεν έχουν καλή απόδοση στην τάξη, μακροπρόθεσμα, συνδέουν το σχολείο με κάτι αρνητικό, πηγαίνουν σε αυτό από υποχρέωση, σαν να κάνουν αγγαρεία και συμμετέχουν με πολύ λίγη διάθεση σε αυτά που συμβαίνουν. 

Είναι αλήθεια, ότι πολλά από τα προβλήματα που έχει μία τάξη οφείλονται στα αρνητικά συναισθήματα που τρέφουν οι μαθητές για τη σχολική τους ζωή. Η επαναλαμβανόμενη αποτυχία κάνει τα παιδιά να αντιμετωπίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία σαν εχθρό τους και την απορρίπτουν. Και αυτό, γιατί, τα αρνητικά τους συναισθήματα παρεμποδίζουν την ικανότητά τους να φέρνουν εις πέρας εργασίες και δραστηριότητες που, συνεχώς, παρουσιάζονται στην τάξη.

Έτσι, καταλήγουν να μένουν πίσω με τα μαθήματα και να βιώνουν πάλι την αποτυχία δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Ο μαθητής αποτυγχάνει την πρώτη φορά και αντί ο δάσκαλος να τον βοηθήσει να πάει καλύτερα, εμμέσως, υπονομεύει την προσπάθειά του, αναδεικνύοντας, μόνο, τις επιτυχημένες προσπάθειες. Έτσι, λόγω απογοήτευσης εξαναγκάζεται να αποτύχει ξανά και ξανά μπαίνοντας σε μία λούπα αποτυχίας.  

Παράγοντες που επιδεινώνουν την κατάσταση

Εφόσον τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν, πλήρως, το μεγαλύτερο μέρος του έργου της τάξης, βαριούνται και αναζητούν, αυτομάτως, άλλους τρόπους να αποκτήσει ενδιαφέρον ο χρόνος τους. Έτσι, αρχίζουν να παρενοχλούν τον δάσκαλο και τους συμμαθητές τους, να διακόπτουν το μάθημα και να παρεμποδίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία. 

Ένας άλλος παράγοντας, με βαθύτερες ρίζες, είναι ότι η επανειλημμένη αποτυχία αρχίζει, αναπόφευκτα, να κάνει τον μαθητή να υπονομεύει την ιδέα που έχει για τον εαυτό του, δηλαδή την αυτοαντίληψή του.

Η θετική αυτοαντίληψη μας κάνει να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας, να θεωρούμε ότι είμαστε ικανοί και ότι έχουμε αξία σαν άτομα, ενώ μας βοηθάει να ολοκληρώνουμε τα καθήκοντα μας με αυτοπεποίθηση και έχοντας έναν σκοπό. 

Η αρνητική αυτοαντίληψη, αντίθετα, μας κάνει να είμαστε ηττοπαθείς, να έχουμε χαμηλή αυτοεκτίμηση και να νιώθουμε ότι δεν αξίζουμε, ότι δεν είμαστε ικανοί για τίποτα.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η διαμόρφωση της αυτοαντίληψης κατά την παιδική ηλικία μέσω των σημαντικών άλλων


Συνήθως, τα παιδιά που βιώνουν συστηματικά την αποτυχία, χαρακτηρίζονται από αρνητική αυτοαντίληψη, αφού αμφιβάλλουν για τις σχολικές τους επιδόσεις και την ικανότητά τους να φέρουν εις πέρας μία απλή εργασία ή ένα νέο έργο, ακόμα κι αν τους φαίνεται ενδιαφέρον. Αυτή η αμφιβολία που νιώθουν για τον εαυτό τους, τους κάνει να βρίσκουν, συχνά, δικαιολογίες για να μη προσπαθήσουν ξανά, μετά την πρώτη αποτυχία. 

Ποιος ευθύνεται;

Αυτή η αρνητικότητα του μαθητή απέναντι στο σχολείο, φυσικά, δημιουργεί προβλήματα συμπεριφοράς. Ο δάσκαλος εκνευρίζεται όλο και περισσότερο με τη στάση του παιδιού, αντί να τη διαχειριστεί σωστά και, ταυτόχρονα, το παιδί πεισμώνει ακόμα περισσότερο και αρνείται να αλλάξει, όταν βλέπει τον δάσκαλο να αντιδράει κατ’ αυτό τον τρόπο. 

Aν αποτυγχάνω συστηματικά σε ένα έργο έχω δύο επιλογές: Ή να παραδεχτώ πως δεν τα καταφέρνω, γιατί το έργο είναι απαιτητικό και δύσκολο, ή να ρίξω το φταίξιμο στο ίδιο το έργο και σε αυτόν που μου το ανέθεσε. Ό,τι και να διαλέξω να κάνω, όμως, θα είναι απλά μία άμυνα απέναντι στην ανεπάρκεια που νιώθω, λόγω της αποτυχίας μου. 

Ένα παιδί, λοιπόν, που αποτυγχάνει συνεχώς, τι μπορεί να κάνει; Αν επιλέξει να δεχθεί το φταίξιμο, τότε θα φανερωθεί η ανικανότητά του. Συνεπώς, επιλέγει να ψάξει, γύρω του, γι’ άλλους υπεύθυνους.

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που το παιδί κατηγορεί το σχολείο. Το ότι θεωρεί τα μαθήματα βαρετά, τους δάσκαλους ανίκανους και την όλη εκπαιδευτική διαδικασία χαμένο χρόνο, είναι ένας μηχανισμός άμυνας που προστατεύουν το παιδί από οτιδήποτε απειλεί την αυτοεκτίμησή του. 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Υπάρχουν μαθητές «ανεπίδεκτοι μαθήσεως» και «βαρετά μαθήματα»;


Εννοείται, φυσικά, πως το παιδί δεν φταίει για την όλη αυτή κατάσταση. Το ποιος φταίει είναι ένα σύνολο πραγμάτων. Είναι, πολλές φορές, η ανικανότητα του δασκάλου, είναι το μη υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον του μαθητή, είναι ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Συντάκτης: Ευρυδίκη Αγάτσα,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.