Sally Mann: Υπάρχουν όρια στην Τέχνη;

Συντάκτης: Φλώρα Φωκά

«Μου αρέσει να κάνω τους ανθρώπους να νιώθουν λίγο άβολα. Τους ενθαρρύνει να ανακαλύψουν ποιοι είναι και γιατί σκέφτονται με τον τρόπο που σκέφτονται». -Sally Mann

Για περισσότερα από 40 χρόνια η Sally Mann – Αμερικανίδα γεννημένη το 1951- έχει δημιουργήσει πειραματικές και εικαστικά κορυφαίες φωτογραφίες, εμπνευσμένες από γενικότερα θέματα της ύπαρξης: την οικογένεια, την επιθυμία, την θνητότητα, την μνήμη και την υπεροχή της φύσης έναντι της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ευρύτερο σώμα της δουλειάς της δημιουργείται στον Αμερικανικό Νότο, ως πατρίδα και νεκροταφείο, καταφύγιο και πεδίο μάχης. Οι δημιουργίες της θέτουν προκλητικές ερωτήσεις σχετικά με την ταυτότητα, την φυλή και την πνευματικότητα.

«Για να μπορώ να τραβάω τις φωτογραφίες μου, πρέπει να κοιτάζω συνεχώς τους ανθρώπους και τα μέρη που με ενδιαφέρουν. Και πρέπει να το κάνω τόσο με έντονη όσο και με ψυχρή προσέγγιση, με το πάθος των ματιών και της καρδιάς, αλλά σε αυτήν την ένθερμη καρδιά πρέπει επίσης να υπάρχει ένα θραύσμα πάγου» – Sally Mann

H Sally Mann είναι γνωστή για τις φωτογραφίες της οικείων προσώπων που αποδίδονται τόσο υπέροχα, όσο και ανησυχητικά.  Τα έργα της διερευνούν τις πολυπλοκότητες των οικογενειακών σχέσεων, τις κοινωνικές πραγματικότητες και το πέρασμα του χρόνου, καταγράφοντας εντάσεις μεταξύ φύσης, ιστορίας και μνήμης.

Γεννημένη στο Λέξινγκτον της Βιρτζίνια, η Mann άρχισε να σπουδάζει φωτογραφία στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το 1975 έχοντας ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη λογοτεχνία και την δημιουργική γραφή, ξεκίνησε την καριέρα της ως επαγγελματίας φωτογράφος, μία καριέρα που διήρκησε 46 χρόνια έως τώρα. Ωστόσο, παρόλο που έλαβε δωρεά από το ίδρυμα Guggenheim τη δεκαετία του 1980, μόλις το 1992 άρχισε να γίνεται πιο γνωστή.

Το έργο της Sally Mann Σοκάρει

Το πρώτο έργο της Sally Mann, η οποία ασχολήθηκε με θέματα φθοράς, αποσύνθεσης και θνητότητας, ξεκίνησε με τον θάνατο του αγαπημένου της σκύλου, της Eva, την οποία και φωτογράφισε σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης. Αυτό αποτέλεσε την απαρχή και το σημείο έμπνευσης πολλών άλλων έργων έκτοτε με θέματα που αφορούσαν την θνησιμότητα. Το έργο της γύρω από αυτήν την θεματική, την οδήγησε να συνοδεύσει την δημοσιογράφο των New York Times, Kathy Ryan, σε μία περιοδεία στην Ιατροδικαστική Ανθρωπολογική Μονάδα του Πανεπιστημίου του Τενεσσί, όπου μελετάται η αποσύνθεση των ανθρώπινων σωμάτων, ώστε να τεκμηριώσει φωτογραφικά τα στάδια της αποσύνθεσης των ανθρώπινων σωμάτων. Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί μία συλλογή πέντε μερών με τίτλο “What Remains?” και αντανακλά έναν χονδροειδή συλλογισμό σχετικά με την μηχανική και την αισθητική της θνησιμότητας.

Από το 1985 έως το 1994, η Mann φωτογραφίζει τα τρία παιδιά της – Emmett, Jessie και Virginia – στην απομακρυσμένη καλοκαιρινή καμπίνα της οικογένειας στην κοιλάδα Shenandoah, στη δυτική Βιρτζίνια, εξερευνώντας το κοντινό ποτάμι, τα δάση και τα χωράφια. Η Mann όχι μόνο κατέγραψε τις δραστηριότητες και τα ατυχήματα της παιδικής ηλικίας, αλλά διερεύνησε και την ψυχική πολυπλοκότητά της.  Στις απεικονίσεις της, εισπράττουμε την ομορφιά, τη γενναιότητα, τον αισθησιασμό και την τρυφερότητα, καθώς και τον θυμό, τη σύγχυση και τον αγώνα μεταξύ προσκόλλησης και ανεξαρτησίας, αποτυπώνοντας άλλες σκηνές αυθόρμητα, και άλλες πιο προσεκτικά. Για την ολοκλήρωση αυτού του έργου, η καλλιτέχνης συνεργάστηκε με τα παιδιά της, άλλες φορές καθοδηγώντας τα να αναλάβουν πόζες και άλλες φορές ακολουθώντας το προβάδισμά τους.

Με τη δημοσίευση του έργου της «Immediate Family» το 1992, η Sally Mann δέχθηκε κριτική από Αμερικανούς συντηρητικούς για φερόμενη παιδική πορνογραφία, λόγω μιας σειράς γυμνών φωτογραφιών των μικρών παιδιών της. Με την πολιτική ορθότητα να κερδίζει έδαφος, βρέθηκε στη γραμμή του πυρός και από αριστερούς κύκλους, θέτοντας δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με την γονική εξουσία, την καλλιτεχνική αδεία, και τη διάκριση μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών εικόνων. Ενώ αμφισβητήθηκε, το βιβλίο της αποδείχθηκε ευρέως αναγνωρισμένο για την «αντιαισθητική» και συχνά εκπληκτική απεικόνιση της παιδικής ηλικίας.

Παρόλα αυτά, έχει κερδίσει πολλά βραβεία, όπως το βραβείο «Φωτογράφος της Χρονιάς» το 1995. Το περιοδικό “Time” στοιχειοθέτησε την Sally Mann ως την καλύτερη φωτογράφο της Αμερικής το 2001. Σε μία πολύ τακτική βάση, το έργο της παρουσιάζεται σε σόλο και ομαδικές εκθέσεις και λαμβάνει χώρα σε πολύ δημοφιλείς συλλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως στο Μητροπολιτικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη, το μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Whitney στη Νέα Υόρκη, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του San Francisco και στο Smithsonian Ινστιτούτο στην Ουάσιγκτον.

Καθώς τα παιδιά της μεγάλωσαν στην εφηβεία, η Mann σταδιακά στράφηκε από την φωτογράφιση της οικογένειάς της στη καταγραφή του γύρω τοπίου. Ξεκίνησε με του λόφους, τα ποτάμια και τα δάση κοντά στο σπίτι της στο Λέξιγκτον της Βιρτζίνια, και αργότερα ταξίδεψε πιο νότια, στη Γεωργία, τη Λουϊζιάνα και το Μισισιπή. Οι φωτογραφίσεις που έκανε στον Βαθύ Νότο, συχνά αναφέρονται σε μεγαλύτερες εθνικές ιστορίες, πολέμου, ταλαιπωρίας και αδικίας, καθώς η Mann θέλησε να δείξει, πώς οι ουλές του παρελθόντος εγκολπώνονταν στη γη του Νότου.

 What were any of us thinking? Why did we never ask the questions? That’s the mystery of it—our blindness and our silence.

—Sally Mann, 2015

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Mann ξεκίνησε αρκετές σειρές φωτογραφιών που μελετούσαν, πως η δουλεία και ο διαχωρισμός άφησαν το σημάδι τους στο τοπίο της Βιρτζίνια και, με τη σειρά τους, διαμόρφωσαν την παιδική της ηλικία και την ταυτότητά της. Δημιούργησε δύο ομάδες εικόνων που απεικόνιζαν φυσικά και πνευματικά μονοπάτια, όπως τα ποτάμια και τους βάλτους που προσέφεραν διαδρομές διαφυγής για φυγάδες σκλάβους στον Νότο, και εκκλησίες που προσέφεραν ασφαλές λιμάνι, κοινότητες, και λύτρωση για γενιές Αφρικανών Αμερικανών μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Άρχισε να κάνει οικεία πορτρέτα των μαύρων ανδρών και επανεξέτασε τις εικόνες που είχε κάνει νωρίτερα της Βιρτζίνια Κάρτερ, αποκαλούμενη και ως Gee- Gee, η επιστάτης η οποία είχε εργαστεί για την οικογένειά της εδώ και πενήντα χρόνια και στην οποία αναφερόταν ως «η καλύτερη μητέρα που θα μπορούσε να θέλει ένα παιδί» . Συγκεντρώνοντας όλες αυτές τις φωτογραφίες με τίτλο «Abide With Me», μια έκκληση για ανοχή η οποία αναφέρεται σε ένα χριστιανικό ύμνο του 19ου αιώνα, ζητώντας από τον Θεό να παραμείνει παρών στις δοκιμασίες της ζωής.

Η Mann, στη σειρά “Proud Flesh” φωτογράφισε τον σύζυγό της Larry, και τις μεταμορφώσεις στο σώμα του που προκαλούταν από μυϊκή δυστροφία, αφιερώνοντας στο συγκεκριμένο project πάνω από 6 χρόνια και προκαλώντας τον θεατή, και καθιστώντας τις καθημερινές εμπειρίες ταυτόχρονα υπέροχες και βαθιά ανησυχητικές. Σε έργα όπως το «Hephaestus» και το «Ponder Heart», οι γρατσουνιές και τα σημάδια που δημιουργούνται στη διαδικασία παραγωγής γίνονται αδιαχώριστα από τη φυσική πραγματικότητα του σώματος του Larry.

Το έργο της φυσικά δεν περιορίζεται σε αυτά τα έργα, αλλά είναι πολύ πιο εκτενές. Η πλούσια θεματική της και η εντυπωσιακή αποτύπωση μιας λυρικής νοσταλγίας, ενισχύεται από τις ειδικές τεχνικές που χρησιμοποιεί η Sally Mann, η οποία έχει εργαστεί εξαρχής με αναλογικό εξοπλισμό και ασπρόμαυρες φωτογραφίες μεγάλου μεγέθους. Χρησιμοποιεί κυρίως αντίκες γυάλινες πλάκες κάμερας, όπως αυτές που χρησιμοποιήθηκαν τον 19ο αιώνα. Οι θολώσεις, η υπερβολική έκθεση ή ο αποχρωματισμός και οι ουλές τονίζουν τον λεπτό, ονειρικό χαρακτήρα αυτών των φωτογραφιών.

Η Sally Mann διακρίνεται για την εκκεντρικότητα της, αλλά είναι ακριβώς αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει ανάμεσα στους καλύτερους φωτογράφους του κόσμου. Φαίνεται σαν να μην υπάρχουν όρια στο τι φωτογραφίζει η Sally Mann και ίσως η δέσμευσή της απέναντι στην Τέχνη μοιάζει υπερβολική. Αλλά όπως λένε, εάν δεν είσαι παθιασμένος με αυτό που κάνεις, τότε γιατί να το κάνεις; Δεν υπάρχει έλλειψη πάθους στην Sally Mann.

Συντάκτης: Φλώρα Φωκά,

Influence:

Οι βασικές σπουδές  που απέκτησα έχουν ως αντικείμενο την  Ελληνική Φιλολογία και Γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τρέφω μεγάλο ενδιαφέρον για την ανάλυση και επεξεργασία κειμένων…