Πυθαγόρας, ένας λαϊκός θυμόσοφος
Είναι φορές που η ζωή λυσσομανάει, σαν το βοριά του χειμώνα που κάνει τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα να χτυπάνε με μανία, άλλοτε από ανείπωτη χαρά κι άλλοτε από σπαραχτικό πόνο. Κάπου εκεί συναντάμε το γάργαρο και ελεύθερο λόγο του Πυθαγόρα. Η τέχνη της στιχουργικής παίρνει από το χέρι τη ζωή, για να βγάλει το πέπλο της βασανιστικής σιωπής που κρύβει κραυγές βρυχώμενες από τον καημό. Σκέψεις μιας φρενήρους διαδρομής του μυαλού τρυφερές μα και σκληρές αποτυπώνουν ακριβώς την αλήθεια που καλπάζει από την άγρια έξαρση της ευτυχίας ως την θολή απογοήτευση της δυστυχισμένης ψυχής και φτάνει ως τη νιρβάνα. Ο δημοσιογράφος Παύλος Παλαιολόγου στο «Βήμα» το 1972 είχε πει για τον μεγάλο στιχουργό: «Δόξες του έθνους, μεγάλοι ποιητές, ακαδημαϊκοι και Νόμπελ, σας στρώνω δάφνες για να περάσετε. Συμπαθάτε μας όμως όταν σας λέμε ότι με τη δική σας λύρα με τους υψηλούς φθόγγους δε ράγισε η ψυχή της μάζας όσο οι απλοϊκοί αυτοί στίχοι και τα λαϊκά μοτίβα που γυρίζουν στις στροφές ενός δίσκου.».
Δυνατές μνήμες
Ο Πυθαγόρας Παπασταματίου γεννήθηκε στις 12 Απριλίου το 1930 στο Αγρίνιο. Οι γονείς του με καταγωγή από τη Σάμο γνωρίστηκαν στη Σμύρνη. Μια δασκάλα και ένας στρατιώτης ερωτεύτηκαν πολύ αλλά έζησαν όλη τη φρίκη της μικρασιατικής καταστροφής. Διηγήσεις γλαφυρές από τη μητέρα του μετέφεραν στο λογισμό του έντονες εικόνες, χρώματα και μυρωδιές από τη φωτιά της Σμύρνης γράφοντας ανεξίτηλα στο γενετικό του κώδικα. Στην απαρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια διασκορπίζεται και ο ίδιος σε ηλικία μόλις 14 ετών αφήνει στη μέση το Γυμνάσιο και κατατάσσεται στον ΕΛΑΣ. Μέχρι και το τέλος του πολέμου και την κατάκτηση της πολυπόθητης ελευθερίας στέκεται στις επάλξεις και βοηθά με όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα. Με την λήξη αυτού ολοκληρώνει τις σχολικές του υποχρεώσεις. Από το γυμνάσιο ήδη επιθυμεί να δείξει τη μοναδικότητα του ονόματός του και υπογράφει παντού μόνο μ’ αυτό, «αποποιούμενος» κατά κάποιο τρόπο το επώνυμό του.
Το 1949 ξεκινάει τη φοίτησή του στη Δραματική Σχολή Αθηνών, την οποία ολοκληρώνει με άριστα. Αρχίζει να ασχολείται με το θέατρο ενώ γράφει και στίχους. Το τραγούδι που σηματοδοτεί το ξεκίνημά του στη δισκογραφία είναι το «Ξαναβλέπω το μικρό το αμαξάκι» σε μουσική του Νίκι Γιάκοβλεφ και ερμηνεία της Μαίρης Λω. Η στροφή του ελληνικού τραγουδιού με τις μελωδίες των Χατζιδάκι και Θεοδωράκη τον επηρεάζουν βαθιά και τότε ξεπηδάνε από τη σκέψη του πηγαίοι, λαϊκοί στίχοι καρδιάς. Μια δεκαετία αργότερα γράφει το σενάριο και το ομώνυμο τραγούδι της ταινίας «Κάθε λιμάνι και καημός», στην οποία κρατά έναν μικρό ρόλο.
Από τη δεκαετία του ‘60 και έπειτα βρίσκεται σε μια πολύ παραγωγική περίοδο στην οποία το χαρτί και το μελάνι παίρνουν φωτιά από τα εμπνευσμένα λόγια της ψυχής του. Συνεργάζεται με σπουδαίους συνθέτες, όπως οι Γιώργος Κατσαρός, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιάννης Σπανός, Γιώργος Ζαμπέτας και άλλοι φτάνοντας περί τα 4000 τραγούδια. Τα κομμάτια του έχουν ερμηνεύσει οι μεγάλες φωνές των Στέλιου Καζαντζίδη, Γιάννη Πάριου, Γιάννη Καλατζή, Λίσας Διαμάντη και πολλών ακόμα μεγάλων τραγουδιστών. Κινείται με μεγάλη ευκολία σε όλα τα είδη από το πιο ελαφρό ως το πιο βαρύ λαϊκό. Καταφέρνει να γράψει ελληνικό στίχο πάνω σε ξένες μελωδίες δημιουργώντας κομμάτια, όπως το «Αγάπα με» και το «Τώρα πια», με επιτυχία εφάμιλλη ή και μεγαλύτερη του πρωτοτύπου. Γεννά λουλούδια ζωντανά που ευωδιάζουν μέχρι και σήμερα διευρύνοντας σημαντικά τη μουσική θεματολογία και πιάνοντας ακριβώς τον ανθρώπινο παλμό. Χτυπά τη φλέβα του κόσμου και καταφέρνει να τους συντονίσει όλους στο ρυθμό της ιδεατής ανάληψης της ανθρώπινης ψυχής.
Οι στιγμές που η ιστορία παραπατάει αποτελεί σημαντικό μοχλό εκκίνησης της καλλιτεχνικής του γραφής. Έχουν περάσει μόλις 50 χρόνια από τη μικρασιατική καταστροφή και θέλει να αφυπνίσει το μουσικό ακροατήριο βρίσκοντας τρόπο να εκφράσει το σπαραγμό και την απέραντη θλίψη ενός ολόκληρου λαού που βιώσε τον ξαφνικό και άγριο ξεριζωμό από την πατρίδα του. Έτσι, το 1972 με μια λαϊκή διάθεση αλλά συνάμα με μια αισθητική ποιότητα φτιάχνει μαζί με το μεγάλο Απόστολο Καλδάρα τη «Μικρά Ασία». Οι ανερχόμενοι Γιώργος Νταλάρας και Χαρούλα Αλεξίου καταγράφουν σπουδαία ερμηνευτική παρουσία. Μες στου Βοσπόρου τα στενά εμφανίστηκαν δυο παλικάρια από το Αϊβαλί, μπήκαν στο στέκι του Μπαλή και άρχισαν να λένε ιστορίες για το μαρμαρωμένο βασιλιά. Ύστερα, τους πήραν τα κλάμματα καθώς θυμήθηκαν το σπίτι τους το πατρικό στη Σμύρνη. Ο Πυθαγόρας αποδεικνύει εμπράκτως πια πώς είναι σε θέση να φτιάξει ένα ολοκληρωμένο θεματικά δισκογραφικό έργο. Μεταφέρει ζωντανές εικόνες με επιδεξιότητα κατορθώνοντας με ελιγμούς να ξεγλιστρήσει και να μην αφήσει το λαϊκισμό να τον γραπώσει. Γράφει απλά, συμπυκνώντας όμως βαθιά νοήματα.
Ένα χρόνο αργότερα έρχεται η «Αλβανία», όπου μαζί με το Γιώργο Κατσαρό και τη συγκλονιστική ερμηνεία της Μαρινέλλας παραδίδουν στην μουσική ιστορία ένα έργο μεγάλης αξίας, πραγματευόμενο το έπος του 1940. Όλη η ένταση που προκαλεί η παρουσία του εχθρού και ο κίνδυνος του απρόσμενου και ταυτόχρονα μοιραίου για κάποιους θανάτου που καραδοκεί στη γωνία, χοροπηδάνε μέσα από ανατριχιαστικές σκέψεις και βαριά λόγια. Ο έφεδρος στέλνει γράμμα από το μέτωπο στην ηπειρώτισσα μάνα του, αυτό το ξάφνιασμα της φύσης και της λέει να κρύψει το σπαθί και να κάνει υπομονή, μέχρι τη στιγμή που θα δείξει με θάρρος στον εχθρό, πώς λευτεριά και ρωμιοσύνη είναι αδέρφια δίδυμα. Μεσούσης της στυγνής δικτατορίας των συνταγματαρχών ο συγκεκριμένος δίσκος προκάλεσε αίσθηση, μιας και γινόταν έντονη αναφορά στην ελευθερία, την οποία οι πραξικοπηματίες τόσο αβασάνιστα είχαν αφαιρέσει από τον ελληνικό λαό. Την ίδια περίοδο, αρχίζει να γράφει και τολμηρές επιθεωρήσεις πίστας καυτηριάζοντας και σατυρίζοντας έντονα το κατεστημένο.
Ο αιώνιος εργάτης του τραγουδιού
Ο Πυθαγόρας ήταν ένας άνθρωπος μορφωμένος, αποπνέοντας μια γενικότερη καλλιέργεια, χωρίς ποτέ όμως να επιδιώκει την προβολή αυτής, παραπάνω από το επιτρεπτό όριο που χωρίζει από την υπερβολή. Αυθόρμητος και πολύ συναισθηματικός είχε μια έντονη και περιπετειώδη ερωτική ζωή, την οποία πολύ συχνά κατέγραφε στο χαρτί με τον δικό του τρόπο. Τον άγγιζαν όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα με αποτέλεσμα να γράφει μικρά στιχουργικά κομψοτεχνήματα. Πέρα από κάθε εγωισμό αποδέχτηκε την ήττα στην ερωτική παρτίδα και δεν δίστασε να ζητήσει πίσω τη χαμένη του αγάπη λέγοντας: «Λυπήσου με και να ξανάρθεις. Είναι το βράδυ ατελείωτο απόψε, σκύψε του πόνου το λουλούδι μου και κόψε..» και «Έρχονται στιγμές που σε θυμάμαι, έρχονται στιγμές που σε ζητώ..». Άλλες πάλι φορές έφυγε μοιάζοντας νικημένος μα ήταν νικητής, σίγουρος πώς η απουσία του θα κάνει καρδιές να ραγίζουν και μάτια να δακρύσουν. Έφυγε τραγουδώντας βαριά «Υπάρχω κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω, σκλάβα τη ζωή σου θά ‘χω… Είμαι της ζωής σου ο ένας, δε με σβήνει κανένας..» αλλά και πιο τρυφερά «Θα με θυμηθείς, να το θυμηθείς
όταν φύγω πια κι όταν αισθανθείς παγωνιά και τέλος… Μόνη σου θα κλαις, κλείσανε θα λες της ζωής οι στράτες..».
Φτιάχνει αμέτρητα τραγούδια που σχεδόν όλα γίνονται σουξέ, δινόντάς τους όμως υπόσταση και αρχοντιά. Δημιουργεί άλλες προδιαγραφές για το ελαφρό τραγούδι και το ανεβάζει πολλά σκαλοπάτια ψηλότερα στον ουρανοξύστη της μουσικής βιομηχανίας. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει πει για εκείνον: «Είναι ένας από τους σημαντικότερους στιχουργούς που έβγαλε αυτός ο τόπος. Θα έπρεπε να έχει ειδικό μαυσωλείο για τα λεφτά που έχουν βγάλει οι δισκογραφικές εταιρείες χάρη στα τραγούδια του.». Κοντράρεται ευθέως με κάθε είδος αφορισμούς του ελαφρού είδους μακροχρόνια εγκατεστημένους στους κύκλους των διανοούμενων και βγαίνει δικαιωμένος, μιας και ο χρόνος όχι μόνο δεν ξεχνά, αλλά αναζητά τους δικούς του στιχουργικούς θησαυρούς.
Δημιουργεί ρόλους στα τραγούδια μέσα από ιστορίες που ξεδιπλώνονται μέσα σε 2-3 λεπτά. Η Μαρινέλλα τραγουδά φεύγοντας από τον αγαπημένο της και «..μην κλάψεις για μένα ποτέ, οι άντρες δεν κλαίνε..» και τότε εμφανίζεται ο Καζαντζίδης και της λέει «Όσοι δεν πόνεσαν, άσ’ τους να λένε/ Κι όμως κυρία μου κι οι άνδρες κλαίνε..». Συχνά έχει περιπαιχτική διάθεση με όσους αγαπά, όπως με το Γιώργο Κατσαρό, με τον οποίο τον συνέδεε βαθιά φιλία. Έπαιρνε τηλέφωνο σπίτι του και έλεγε στη γυναίκα του «Κύρα- Γιώργαινα, ο Γιώργος σου πού πάει..;». Έτσι, βγήκε το ομώνυμο τραγούδι. Έκανε ατέλειωτους συνειρμούς και ξετρυπώνε από το λαβύρινθο του μυαλού του λόγια που γινόντουσαν ευρηματικά, διασκεδαστικά κομμάτια , όπως το «Αντάμωσα το φίλο μου το Μέρτικα με τα βαριά τσιγάρα και τα σέρτικα./ Και φούμα φούμα στα βοτσαλάκια αγίους έβλεπα και αγγελάκια…» και άλλα με σκωπτικό ύφος απέναντι στις εκάστοτε πολιτικές συγκυρίες, όπως «Πέντε πάνω, πέντε κάτω στο φινάλε θα τη βρούμε, η καρδιά δεν είναι ΝΑΤΟ έτσι να αποχωρούμε…».
Μια πληθωρική φυσιογνωμία
Ήταν ένας μειλίχιος και τρυφερός άνθρωπος που ζέστανε την εποχή του με τις βασανισμένες σκέψεις της ταλαιπωρημένης του καρδιάς, τόσο από το τσιγάρο, όσο και από τις συναισθηματικές καταιγίδες που την κατέκλυζαν διαρκώς. Μιλούσε πάντα αργά και χαμηλόφωνα με τη μπάσα φωνή του, η οποία ακουγόταν σαν υπόκωφος ψίθυρος αγνώστου προελεύσεως. Ήταν πάντα καίριος και ουσιαστικός σε ό,τι κι αν εξέφραζε. Δεν έκανε ποτέ του οικογένεια. Ωστόσο, ο πρόωρος χαμός του άντρα της αδερφής του λειτούργησε καταλυτικά στη ζωή του, μιας και ανέλαβε ο ίδιος το ρόλο του πατέρα στα δυο παιδιά που έμειναν πίσω.
Ήταν βράδυ και εκείνος βολτάριζε στα βράχια της Πειραϊκής παρέα με το Σταμούλη το λοχία. Ήταν και οι δυο αισθηματίες με ντέρτια βαριά και μπήκαν σ’ ένα ταβερνάκι να τα πιούνε. Τότε, αντίκρυσαν μια γυναίκα να πίνει μόνη και σκεπτική. Μόλις πλήσιασαν, αναγνώρισε την παλιά του αγαπημένη. Ξεθωριασμένη η εικόνα της, μα ήταν εκείνη. Στεκόταν ατίθαση και πονεμένη σαν το ομορφότερο αγριολούλουδο του κόσμου και μουρμουρίζε πίσω από τα σφιγμένα χείλη της, «Φέρτε μου ένα σέρτικο τσιγάρο να φουμάρω, στο χάρο να δώσω ρουφηξιά..». Τότε, έσκυψε προς το μέρος της και φέρνοντάς το στόμα του κοντά στ’ αυτί της, της χαϊδεψε τα μαλλιά και της είπε: «Πάμε, καλή μου, σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή..». Εκείνη, σήκωσε το κεφάλι της, μόλις κατάλαβε ποιος είναι, τον αγκάλιασε δυνατά και είπε : «Αν ξημερώσει σε χάνω και στα χέρια σου απάνω γέρνω σαν λυγαριά, Νύχτα, στάσου μια στιγμή..». Την πήρε από το χέρι και φύγανε παρέα. Γιατί ο έρωτας κάνει το δρόμο χώρις σύνορα και αυτοί που αγαπήσανε και τα βουνά γκρεμίσανε.
Ο Πυθαγόρας χρησιμοποίησε απλά γήινα υλικά αλλά με μοναδική μαστοριά έβαλε γερά θεμέλια στο ελληνικό μουσικό οικοδόμημα ακουμπώντας στοργικά απάνω στις ανθρώπινες ψυχές. Ήταν μανιώδης καπνιστής και απείθαρχος ασθενής. Το 1964, νεαρός ακόμα, δεν μπορούσε να φανταστεί πώς το στιχάκι που σκάλωσε στη γωνιά του μυαλού του θα ήταν η ίδια του η ζωή, «είν’ η ζωή μια θάλασσα κι εμείς καπεταναίοι κι είναι στ’ αλήθεια τυχεροί όσοι πεθαίνουν νέοι..». Ήταν μόλις 49 ετών, όταν η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά, στις 13 Νοεμβρίου 1979. Το κένο του είναι οπωσδήποτε δυσαναπλήρωτο. Και εμείς στεκόμαστε ακόμα στο ποτήρι μας σκυφτοί, λες και δεν πάει η ζωή μας παρακάτω…



























