Από πού ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Ερωτήματα, που μας ταλανίζουν για την ύπαρξή και τη ζωή μας. Φιλόσοφοι και επιστήμονες έχουν …
Πόσο τυχαία είναι τα πράγματα στη ζωή;
Σε περίπτωση που τολμήσετε να νοιώσετε ασφαλείς πιστεύοντας ότι έχετε τον έλεγχο των πραγμάτων, η επιστήμη μας ενημερώνει ότι υπάρχει ένα σημαντικότατο ποσοστό τυχαιότητας σε ότι συμβαίνει στην κοσμολογία και στη μοριακή βιολογία- δηλαδή στα μικροσκοπικά και στα τεράστια, δηλαδή παντού.
Δηλαδή είναι όλα τυχαία; Κι εμείς, κι οι σκέψεις μας, τα λόγια και οι πράξεις μας;
O Laplace κι η μηχανή του σύμπαντος
Ο Γάλλος μαθηματικός Pierre-Simon Laplace πίστευε ότι το σύμπαν ήταν ένας μηχανισμός, άρα μηχανιστικό και άρα ότι η φυσική καθόριζε τα πάντα. Ο Ναπολέοντας, ο οποίος διάβασε το έργο του Laplace, τον στρίμωξε για την εμφανή απουσία ενός δημιουργού στη θεωρία του. «Δεν είχα καμία ανάγκη μιας τέτοιας υπόθεσης», ήταν η μάλλον αναιδής, τότε απάντηση του μαθηματικού. Ο Laplace λογικά θα μπορούσε να έχει την ίδια άποψη για την ελεύθερη βούληση, την οποία όμως το μηχανιστικό του σύμπαν κατέστησε περιττή.
Από την εποχή του Laplace, φυσικοί, φιλόσοφοι και νευροεπιστήμονες ακολούθησαν το παράδειγμά του αρνούμενοι έτσι τη δυνατότητα της ελεύθερης βούλησης. Αυτό αντανακλά μια πεποίθηση μεταξύ των θεωρητικών φυσικών ότι εάν γνωρίζουμε τις αρχικές τιμές των μεταβλητών ενός φυσικού συστήματος, τις εξισώσεις, κλπ. κλπ. τότε μπορούμε να υπολογίσουμε την κατάσταση ενός συστήματος σε όλες τις μεταγενέστερες στιγμές του, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ελευθερία για οποιαδήποτε απόκλιση από αυτή την φυσικά καθορισμένη τροχιά ή κατάσταση του συστήματος. Που σημαίνει ότι οι σκέψεις που έχουμε αυτή τη στιγμή ήταν προκαθορισμένες στις αρχές του σύμπαντος, με βάση τις τιμές των μεταβλητών της σωματιδιακής φυσικής εκείνη την εποχή.
Τώρα, το κατά πόσο και πως τα σονέτα του Σαίξπηρ, οι ομιλίες του Churchil, τα λόγια του Πλάτωνα ή αναρίθμητων άλλων δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο, είναι μια εύλογη απορία.
Μικρές και μεγάλες κλίμακες, οι περιορισμοί κι η αβεβαιότητα
Σε πολύ μικρές κλίμακες, η κβαντική θεωρία αποτελεί τη βάση του τι συμβαίνει στον κόσμο, αν και η αρχή αβεβαιότητας του Heisenberg εισάγει μια αναπόφευκτη ασάφεια και αβεβαιότητα στα κβαντικά αποτελέσματα. Απ’ την άλλη, υπάρχουν οι αιτιώδεις συνάφειες της μοριακής βιολογίας και των νευρώνων στον εγκέφαλο. που ανήκουν κι αυτά στον μικρόκοσμο. Δηλαδή, βασιλεύει μια γενικότερη αβεβαιότητα.
Υπάρχει κάποιος τρόπος να συνδέσουμε τις λειτουργίες των δύο μικρόκοσμων, της φυσικής και της βιολογίας; Εκτός βέβαια εάν κάνουμε το τεράστιο κι αδιανόητο νοητικό άλμα και παραδεχτούμε ότι όλα είναι μέρος του ενός μικρόκοσμου – δηλαδή συνδέονται.
Αυτό που μπουρδουκλώνει τους σκεπτικιστές της ελεύθερης βούλησης είναι ότι όλα τα αποτελέσματα δεν εξαρτώνται μόνο από τις εξισώσεις και τα αρχικά στοιχεία, δεδομένα, κλπ. Εξαρτώνται κι από τους περιορισμούς των συστημάτων, που ενώ είναι εγγενείς, είναι άγνωστο το πότε θα εμφανιστούν. Παράδειγμα είναι το μήλο, υπό την επίδραση της βαρύτητας, που είδε ο Νεύτωνας να πέφτει στο έδαφος από ένα δέντρο. Αυτή ήταν η μη-περιορισμένη κίνηση του μήλου. Εάν όμως του είχε πέσει στο κεφάλι κι άρα η κίνησή του είχε περιοριστεί, τα πράγματα μπορεί να είχαν αλλιώς.
Όταν λοιπόν οι περιορισμοί ποικίλλουν, τα αποτελέσματα δεν καθορίζονται από τις αρχικές συνθήκες μόνο, αλλά εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν οι περιορισμοί με το χρόνο ή τον τόπο. Εάν ήταν χειμώνας δεν θα έπεφτε το μήλο κι επίσης δεν θα καθόταν ο Νεύτωνας στα χωράφια να αγναντεύει.
Στην περίπτωση των βιομορίων που αποτελούν τη βάση της ύπαρξης της ζωής, είναι το σχήμα του μορίου που δρα ως περιορισμός για το τι συμβαίνει. Άρα η βιολογία μπορεί να διαμορφώσει τα φυσικά αποτελέσματα. Άρα οι περιορισμοί ισχύουν παντού; Άρα και στη σκέψη και στην ελεύθερη βούληση;
Η σκέψη, η μάθηση κι οι αλλαγές
Τι καθορίζει λοιπόν την σκέψη, δηλαδή ποια μηνύματα μεταφέρονται στις συνάψεις με τη σηματοδότηση μορίων; Υπάρχουν σήματα που καθορίζονται από διαδικασίες της σκέψης που δεν μπορούν να περιγραφούν βιολογικά ή οργανικά καθώς περιλαμβάνουν έννοιες, γνωστικές λειτουργίες, συνειρμούς, συναισθήματα, κλπ.
Νοητικό-ψυχολογικές και σωματικές εμπειρίες μας καταδεικνύουν τα συμβάντα κάθε αυτά, ενώ οι σκέψεις και τα συναισθήματα διαμορφώνουν τις διαδικασίες άλλων «επιπέδων» στον εγκέφαλο, αλλάζοντας τους περιορισμούς στις ροές ιόντων και ηλεκτρονίων που κι αυτοί αλλάζουν με το χρόνο – στην περίπτωση του εγκεφάλου ο χρόνος μετράται σε μικρο-δευτερόλεπτα. (πχ το συναίσθημα του φόβου θα προκαλέσει αλλαγές στις εκκρίσεις αδρεναλίνης που θα επηρεάσουν άλλες χημικές συνθήκες, κι άρα συναισθήματα, διάθεση, κοκ.).
Άρα, αλλαγές στις δομές της μάκρο-κλίμακας των πραγμάτων τροποποιούν αναπόφευκτα και τις δομές στις μικρότερες κλίμακες – αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε μάθηση. Η διαδικασία της μάθησης σε νοητικό επίπεδο οδηγεί σε αλλαγές των προτύπων της έκφρασης των γονιδίων, στην παραγωγή συγκεκριμένων πρωτεϊνών που μεταβάλλουν το δυναμικό των νευρικών συνδέσεων των συνάψεων, αλλάζοντας έτσι τις συνδέσεις κι άρα τη σκέψη, την θέαση, την κατανόηση ενός γεγονότος, κλπ. Κι όλο αυτό γίνεται στιγμιαία, δίχως πρότερο πλάνο, σχεδόν τυχαία θα έλεγε κανείς.
Η τυχαιότητα σε όλες τις κλίμακες!!
Υπάρχει λοιπόν σημαντική τυχαιότητα σε ό,τι συμβαίνει τόσο στην κοσμολογία σε μεγάλες κλίμακες, όσο και στη μοριακή βιολογία σε μικρές κλίμακες. Στην κοσμολογία δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το τι συμβαίνει, ακόμα και σε γαλαξιακές κλίμακες, παρά μόνο με στατιστικές πιθανότητες. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε από μελέτες που βασίζονται στις αρχικές συνθήκες της κοσμολογίας τι συμβαίνει στις μικρότερες κλίμακες, όπως αυτές του Ήλιου ή της Γης. Άρα οι ελπίδες να προβλέψουμε λεπτομέρειες στην κλίμακα του ανθρώπινου σώματος είναι μηδαμινές, πόσο μάλλον στην περίπτωση της σκέψης, της ενσυνείδησης, κλπ που δεν είναι λειτουργίες νευρωνικά ορίσιμες και μετρήσιμες.
Αντίθετα από αυτό που άρεσε στον Laplace, όλα τα μόρια κινούνται φύρδην –μείγδην και ανά μικροδευτερόλεπτο χάνουν τις λεπτομέρειες της αρχικής κατάστασής τους. Χάος! Αυτή η χαοτική κίνηση όλων των επιπέδων (μίκρο και μάκρο) θα ενοχλούσε, φανταζόμαστε, αρκετά τον Laplace.
Πώς μπορεί να υπάρξει τάξη μέσα σε αυτό το χάος που φαίνεται να διέπει το σύμπαν;
Διότι και η σκέψη και η βούληση χρήζουν κάποιας τάξης. Ας πάρουμε την ντετερμινιστική άποψη, η οποία υπονοεί ότι τα λόγια κάθε βιβλίου που γράφτηκε ποτέ – η Εγκυκλοπαίδεια Britannica, το Das Kapital, η σειρά Χάρι Πότερ, ο Shakespear, ναι..κι ο Ελύτης, όλα- ήταν κωδικοποιημένα στην αρχική κατάσταση του Σύμπαντος, κι ότι καμιά λογική σκέψη από τον άνθρωπο δεν έπαιξε αιτιώδη ρόλο στα συγκεκριμένα λόγια αυτών των βιβλίων: καθορίστηκαν από τη φυσική και μόνο. Ή το σύμπαν επηρέασε την εγκεφαλική κατάσταση των συγγραφέων όταν έγραψαν τα βιβλία τους; Και αν ναι, τότε πως ήταν ήδη εκεί αυτές οι πληροφορίες και γιατί μόνο για τον Shakespeare και τον Mozart και τους ομοίους των;
Πιθανές επιλογές και πιθανή ελεύθερη βούληση
Η γνήσια νοητική λειτουργία και η ικανότητα λήψης αποφάσεων είναι μια πολύ πιο πειστική εξήγηση για το πώς σκεπτόμαστε, πράγμα που οφείλεται στην ιεραρχική δομή του εγκεφάλου μας και την λειτουργία του, που, λογικά, από την στιγμή που λειτουργεί δεν μπορεί να παραβιάζει τους κανόνες των φυσικών νόμων.
Αν πιστέψουμε ότι οι θεμελιώδεις δυνάμεις της φυσικής δεν αφήνουν χώρο για ελεύθερη βούληση, τότε είναι αδύνατον να σκεφτόμαστε ή να επιλέγουμε βάση της βούλησής μας ως ηθικά όντα – ή ακόμη κι ανήθικα όντα. Δεν θα ήμασταν υπόλογοι με κανένα τρόπο για τις πράξεις και αντιδράσεις μας ή την έλλειψη αυτών προς την παγκόσμια αλλαγή κλίματος, την εμπορία παιδιών και γυναικών, τις κακοποιήσεις όλων των ειδών, του κακού μας τρόπου, των αδικιών, κλπ. αλλά κι ούτε για την καλοσύνη, το χιούμορ, την ευφυΐα, την αγάπη μας, κοκ. Οι φυσικές δυνάμεις θα διέπουν την συμπεριφορά μας και η ευθύνη δεν θα έχει καμιά θέση στη συζήτηση, ούτε στη ζωή μας.
Αυτό όμως είναι ένα καταστροφικό συμπέρασμα – εάν είναι το συμπέρασμα. Θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που δεν είναι αλήθεια, όσο δύσκολα κι αν μας «κάθεται».
Το ότι δεν είμαστε μηχανές, θα πρέπει να μας προσδίδει μια απύθμενη αίσθηση ελευθερίας, που ομολογουμένως είναι πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη. Να θυμηθούμε τον Αδάμ και την Εύα και ειρωνικά και το δικό τους μήλο που δεν έπεσε, με αποτέλεσμα να κοπεί (κακώς), ακριβώς επειδή ο αρχικός περιορισμός άλλαξε εκείνη την στιγμή;




























