Η διεξαγωγή μιας ωραίας συνομιλίας θα μπορούσε να αποτελεί και μια μορφή τέχνης. Ας δούμε κάποιες χρήσιμες συμβουλές που πρέπει …
Πώς το λάθος μπορεί να είναι το πιο σωστό
Μπορούμε να έχουμε πάντα δίκιο; Προφανώς, η απάντηση είναι όχι. Γι’ αυτό, λοιπόν, το λάθος μπορεί να αποβεί η σωστότερη εναλλακτική. Μόνο έτσι μπορούμε να δούμε διαφορετικές απόψεις και να γίνουμε διαλλακτικότεροι.
Ένα χωρίο από ένα άρθρο στην Aeon (πηγή: aeon.co)
«Σε όλες τις πρακτικές, σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις ιστορικές περιόδους, όταν οι άνθρωποι στηρίζουν και εμπλέκονται με τη βία, τα πρωταρχικά κίνητρά τους στηρίζονται σε κάποια ηθική. Με τη λέξη “ηθική”, εννοούμε ότι οι άνθρωποι είναι βίαιοι επειδή αισθάνονται ότι πρέπει να είναι, επειδή αισθάνονται ότι η βία τους είναι υποχρεωτική. Ξέρουν ότι βλάπτουν πλήρως τα ανθρώπινα όντα. Ωστόσο, πιστεύουν ότι έτσι πρέπει. Η βία δεν πηγάζει αναγκαστικά πάντα από μια ψυχοπαθητική έλλειψη ηθικής. Μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο: μπορεί να προέρχεται από την επικρατούσα αντίληψη ηθικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων».
Οι άνθρωποι που σκοτώνουν ανθρώπους, στα δικά τους μάτια, δεν είναι απαραίτητα κακοί. Στα μάτια τους και στα μάτια των ομοίων τους, είναι ενάρετοι άνθρωποι που πολεμούν για το σωστό.
Που σημαίνει –πράγμα τρομακτικό– ότι οι-άνθρωποι-που-σκοτώνουν-ανθρώπους θα μπορούσαν κάλλιστα να είμαι εγώ, εσείς και όλοι μας.
Η στάση τού να-μην-έχω-δίκιο
Πώς να έχουμε λιγότερο λάθος:
Έχουμε ρίξει μια σύντομη ματιά στο (α) γιατί είναι τόσο εύκολο να νομίζουμε ότι έχουμε δίκιο και (β) γιατί είναι τόσο δύσκολο να έχουμε πράγματι δίκιο.
Αφού είναι τόσο δύσκολο να έχουμε δίκιο, ας ξεχάσουμε το «έχω δίκιο» και ας επικεντρωθούμε στο πώς να «έχω λιγότερο λάθος». Ή αλλιώς, είναι καλύτερα να μην είμαστε πολύ «έξυπνοι» και να εστιάζουμε περισσότερο στο πώς να μην κάνουμε λάθος.
Ένας τρόπος –ίσως ο καλύτερος– να κάνουμε λιγότερα λάθη είναι να “δικάζουμε τις ιδέες μας” και να τις τεστάρουμε. Αυτό απαιτεί συναισθηματική ωριμότητα. Οι άνθρωποι που δεν αρέσκονται στο να έχουν λάθος «θα κλείσουν αφτιά και μάτια» σε εξωτερικές ιδέες.
Η αντίθετη στάση, δηλαδή του να είναι κάποιος ανοικτός σε νέες ιδέες –ειδικά σε εκείνες που δεν είναι δικές του– είναι πολύ πολύ δυσεύρετη, αλλά όχι αδύνατο να τη βρει κανείς. Πολλές μεγάλες προσωπικότητες της Ιστορίας έμαθαν να το κάνουν, πράγμα που μας επιβεβαιώνει την παραπάνω φράση.
Για παράδειγμα, εδώ είναι ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Καρόλου Δαρβίνου, ενός από τους πιο συχνά αναφερόμενους και λιγότερο σωστά αναγνωσμένους συγγραφείς της Iστορίας: «Είχα, κατά τη διάρκεια πολλών ετών, ακολουθήσει έναν χρυσό κανόνα, δηλαδή, κάθε φορά που συναντούσα ένα δημοσιευμένο γεγονός ή μια νέα παρατήρηση ή σκέψη, η οποία ήταν αντίθετη με τα γενικά μου αποτελέσματα, να το σημειώνω αμέσως, χωρίς να αποτυγχάνω· διότι έχω διαπιστώσει από εμπειρία ότι τέτοια γεγονότα και σκέψεις (σ.σ. δηλαδή αντίθετες με τις δικές μου) είναι πολύ πιο εύκολο να ξεχαστούν από ό,τι οι ευνοϊκές»
Αυτή η κατάσταση του νου είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους επιστήμονες.
Εδώ είναι ένα άλλο παράδειγμα από το Αντιεύθραυστο του Νασίμ Τάλεμπ, όπου γράφει για έναν θρυλικό στοχαστή του 20ου αιώνα: «Ο Καρλ Πόπερ ξεκινούσε συχνά με μια ακριβή αναπαράσταση της στάσης των αντιπάλων θέσεων, συχνά εξαντλητική, λες και ήταν δικές του θέσεις, προτού προχωρήσει στο να τις αποδομήσει εντελώς».
Οι καλές διαφωνίες
Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν διαφωνούν, βρίσκουν το πιο αδύναμο σημείο της θέσης του αντιπάλου τους και επιτίθενται σε αυτό: «Αλλά αυτό είναι σαν να χτυπάς ένα πιτσιρίκι και να κλέβεις τα παπούτσια του –το παιδί κλαίει, εσύ μοιάζεις με δειλό και τα παπούτσια δεν σου χωράνε καν».
Επίσης η «ιδεολογία» μας του τι συνιστά λογομαχία δεν είναι καθόλου σωστή. Εστιάζουμε στο να κερδίσουμε ή να χάσουμε, χάνοντας στο μεταξύ τη λογική μας και ξεχνώντας ότι είναι πολύ πιο σημαντικό να βελτιώσουμε τη σκέψη και των δύο πλευρών.
Μπορούμε να το δούμε και λίγο ως έναν αγώνα μεταξύ δυο αντιπάλων, π.χ. στο τένις. Εάν επικεντρωθούμε στο παιχνίδι, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό μας (τεχνική, υπομονή, κατανόηση του αντιπάλου), τότε το αποτέλεσμα θα είναι ένα καλού επιπέδου παιχνίδι, από το όποιο μάθαμε κάτι νέο ασχέτως αν κερδίσαμε ή χάσαμε (το οποίο δεν έχει καμία σημασία, εκτός και αν είμαστε ο Φέντερερ ή ο Ναδάλ)
Οι Νιου Γιορκ Τάιμς παραθέτουν το πνεύμα αυτής της στάσης αρκετά καλά: «Το σημαντικότερο είναι ότι οι [καλές διαφωνίες] δεν βασίζονται ποτέ σε μία παρεξήγηση. Αντιθέτως, οι διαφωνίες προκύπτουν από την τέλεια κατανόηση, από το να έχουμε “μασήσει” τις ιδέες του πνευματικού αντιπάλου μας τόσο διεξοδικά ώστε να μπορούμε να τις “ξεστομίσουμε” σωστά. Με άλλα λόγια, για να διαφωνούμε καλά, θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε καλά. Πρέπει να διαβάσουμε πολύ, να ακούσουμε προσεκτικά, να παρακολουθούμε ακόμη πιο προσεκτικά. Πρέπει να παραχωρούμε στον αντίπαλό μας τον ηθικό σεβασμό που του αξίζει, να του δώσουμε το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, να συμπάσχουμε με τα κίνητρά του και να συμμετέχουμε και ενσυναίσθηση στη συλλογιστική του. Και πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας ακόμη και την πιθανότητα ότι μπορεί να μας πείσει».
Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ (1788-1860), στο βιβλίο του Εριστική διαλεκτική ή Η τέχνη τού να έχεις πάντα δίκιο λέει ότι αν δεν έχουμε δίκιο (και το ξέρουμε) και θέλουμε να κερδίσουμε τη «συζήτηση», ένας τρόπος είναι να προσβάλουμε τον συνομιλητή μας, να τον κάνουμε να χάσει την ψυχραιμία του ώστε να δικαιωθούμε μέσα απ’ το θυμό του. Ο Σοπενχάουερ κοροϊδεύει την εμμονή μας να έχουμε πάντα δίκιο και τη μανία μας να είμαστε αλάνθαστοι. (Αλλά ο Σοπενχάουερ «παίζει» γενικά, ακόμη και το κάπως στριφνό πρόσωπό του είναι σαν άτακτου παιδιού που κάνει σκανταλιές, αλλά χωρίς να γελάει: λέω και κάνω αυτό, όμως μπορεί να εννοώ κάτι άλλο, κάτι τελείως διαφορετικό.)
Η καλύτερη «ονομασία» για τη στάση καταλάβετε-πριν-διαφωνήσετε προέρχεται από τον οικονομολόγο Μπράιαν Κάπλαν με το όνομα «ιδεολογικό τεστ Τούρινγκ». Το αρχικό τεστ Τούρινγκ προέρχεται από το πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης και λειτουργεί κάπως έτσι: αν βγεις ραντεβού με ένα καλά μεταμφιεσμένο ρομπότ που ονομάζεται Σάλι και, μετά από μερικά κοκτέιλ και φλερτ, δεν έχεις καταλάβει ότι η Σάλι δεν είναι άνθρωπος, το ρομπότ πέρασε το τεστ. Βασικά, η αληθινή τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να είναι τόσο καλή ώστε να αδυνατούμε να δούμε τη διαφορά μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός ρομπότ.
Ομοίως, ο Κάπλαν λέει ότι πρέπει να κατανοήσουμε τις ιδέες των αντιπάλων μας τόσο καλά, ώστε να μην μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά μεταξύ του τι λέμε εμείς και του τι πιστεύουν αυτοί.
Θα μπορούσαμε να πούμε: «Είναι δυνατόν να μιμηθείτε επιτυχώς τον κάτοχο μιας άποψης με την οποία διαφωνείτε;» Σαν τη φράση του Τζον Στιούαρτ Μιλ: «Αυτός που γνωρίζει μόνο τη δική του πλευρά της υπόθεσης ξέρει ελάχιστα γι’ αυτήν […]» (John Stuart Mill, On Liberty). Τουλάχιστον πρέπει να καταλαβαίνουμε τη θέση έναντι της όποιας μαχόμαστε.
Επίσης, αντί να επιτιθέμεθα στην πιο αδύναμη θέση του επιχειρήματος κάποιου, μπορούμε να βρούμε το καλύτερο και ισχυρότερο επιχείρημα και να προσπαθήσουμε να το αντικρούσουμε. Στο κάτω κάτω είναι και πιο έξυπνο, είναι και πιο έντιμο, και θα μας αναγκάσει να σκεφτούμε και να βάλουμε τα επιχειρήματά μας σε τάξη πριν ανοίξουμε το στόμα μας. Πέραν τούτου, θα κάνει και τη συζήτηση πιο ενδιαφέρουσα και θα δείξει εκτίμηση και σεβασμό προς τον «αντίπαλό» μας.
Καλό είναι να μην έχουμε πάντα δίκιο – καλύτερο δε να έχουμε άδικο
Μετά από όλα τα παραπάνω, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι αδύνατο να μην κάνουμε λάθος, αλλά είναι πραγματικά, πολύ –πάρα πολύ– δύσκολο. Όλες αυτές οι απόψεις υπάρχουν εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά η αλήθεια είναι απλά ότι, για τους περισσότερους από εμάς, χρειάζεται πάρα πολλή προσπάθεια και κόπος να αμφισβητούμε τους εαυτούς μας όλη την ώρα. Η αμφισβήτηση φέρνει ερωτήματα, τα ερωτήματα στρέφονται προς εμάς τους ίδιους και αυτό δεν μας είναι καθόλου αρεστό.
Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ γράφει: «99 στους εκατό από αυτούς που αποκαλούνται μορφωμένοι άνδρες είναι σε αυτή την κατάσταση, ακόμη και εκείνοι που μπορούν να επιχειρηματολογήσουν άπταιστα υπέρ των απόψεών τους. Το συμπέρασμά τους μπορεί να είναι αληθές, όμως ποτέ δεν έχουν μπει στη νοητική θέση εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά από τους ιδίους, ώστε να σκεφτούν τι ακριβώς λένε αυτά τα άτομα και, συνεπώς, δεν γνωρίζουν, με τη σωστή έννοια της λέξης, όσα οι ίδιοι διακηρύσσουν και πιστεύουν».
Ίσως ταλαντευόμαστε μεταξύ της απαισιοδοξίας και της αισιοδοξίας ως προς την ικανότητά μας να βελτιωθούμε, αλλά ο κόσμος είναι τώρα τόσο αλληλένδετος, που δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να εκτεθούμε σε ιδέες με τις οποίες διαφωνούμε. Αν επιλέξουμε να τις αγνοήσουμε, το αποτέλεσμα είναι ο κατακερματισμός, η απομόνωση και –σε ορισμένες περιπτώσεις– η «ενάρετη βία».
Είναι τώρα, ίσως, πιο σημαντικό από ποτέ να μάθουμε ότι όχι μόνο δεν είναι μεμπτό να κάνουμε λάθος, αλλά είναι και απαραίτητο.
Και πάλι η Σουλτς επιμένει: «Από όλα τα πράγματα στα οποία κάνουμε λάθος, αυτή η ιδέα του σφάλματος από μόνη της μπορεί κάλλιστα να βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Είναι το μετα-λάθος μας: κάνουμε λάθος για το τι σημαίνει να έχουμε λάθος. Όχι μόνο δεν είναι ένα σημάδι διανοητικής κατωτερότητας, η ικανότητα για το λάθος είναι κρίσιμη για την ανθρώπινη γνωστική λειτουργία. Όχι μόνο δεν είναι ελάττωμα, είναι αναπόσπαστο μέρος μας και κάποιες φόρες μια από τις πιο ανθρώπινες αρετές μας όπως η συναίσθηση, αισιοδοξία, φαντασία, η πιστή και το θάρρος. Όχι μόνο δεν είναι σημάδι αδιαφορίας ή μισαλλοδοξίας, το να κάνουμε λάθος είναι ένα ζωτικό μέρος του πώς μαθαίνουμε και αλλάζουμε. Χάρη στο λάθος, μπορούμε να αναθεωρήσουμε την κατανόησή μας για τον εαυτό μας και να τροποποιήσουμε τις ιδέες μας για τον κόσμο» (Kathryn Schulz, Life Coaching: A Cognitive Behavioural Approach).




























