Πώς να κάνουμε λιγότερο λάθος

Συντάκτης: Μάριαμ Συρεγγέλα

Οι περισσότεροι από εμάς θέλουμε να έχουμε πάντα δίκιο. Πολλοί, μάλιστα, πιστεύουμε πως έχουμε πάντα δίκιο. Ίσως ήρθε η ώρα, όμως, να ανακαλύψουμε την αρετή και τη σημασία του λάθους.

«Αλήθεια: o ευρηματικός συνδυασμός επιθυμίας και φαινομένου. Η ανακάλυψη της αλήθειας είναι ο μοναδικός σκοπός της φιλοσοφίας, που είναι η αρχαιότερη ενασχόληση του ανθρώπινου νου και έχει αξιόλογες προοπτικές για τη συνέχισή της, και δη με αυξανόμενη δραστηριότητα μέχρι το τέλος του κόσμου» – Ambrose Bierce (1842-1914), The Devils Dictionary

Εδώ είναι κάτι που δεν κατανοούμε σχεδόν ποτέ: είναι πραγματικά πολύ πολύ δύσκολο να έχουμε δίκιο.

Έχουμε πάντα δίκιο;

Αν θέλουμε να έχουμε πάντα δίκιο, καλό θα ήταν να γίνουμε λογιστές. Οι υπόλοιποι από εμάς –παλαιοντολόγοι, προγραμματιστές, οι νέοι επιχειρηματίες, πολιτικοί, μελετητές ή οι οποιοιδήποτε άλλοι– θα πρέπει απλά να συνηθίσουμε να κάνουμε λάθος. Όχι λάθος, λάθη. Κατά συρροή και συνεχώς, καθημερινά και για όλη μας τη ζωή.

Υπάρχει ένα παράδοξο σχετικά με το να κάνουμε λάθος: περνάμε τη ζωή μας νιώθοντας ότι έχουμε δίκιο, ενώ –στην πραγματικότητα– περνάμε την περισσότερη ζωή μας έχοντας και κάνοντας λάθος.

«Όλοι είναι λάθος… Εκτός από μένα…». Πόσο συχνά σκεφτόμαστε έτσι, και ας μην είναι συνειδητό; Τι σημαίνει όταν η γνώμη, η θέση, η άποψη του άλλου δεν μας αρέσει διότι αντιτίθεται στη δική μας; Τι σημαίνει όταν μας αρέσει μόνο εκείνο που προέρχεται από εμάς διότι, πολύ «λογικά», αυτό είναι και το σωστό; Πώς μπορεί εμείς να κάνουμε λάθος; Διότι εάν κάνουμε λάθος, τότε μήπως είμαστε και εμείς λάθος; Και αν είμαστε λάθος, τότε ποιοι είμαστε; Είναι όντως μια ερώτηση που προκαλεί φόβο.

«Η προεπιλεγμένη μας κατάσταση» λέει η Κάθριν Σουλτς, συγγραφέας του βιβλίου Κάνοντας λάθος: περιπέτειες στα περιθώρια του λάθους, «είναι να νιώθουμε ότι έχουμε πάντα δίκιο».

«Οι περισσότεροι από εμάς περνάμε τη ζωή μας θεωρώντας ότι βασικά έχουμε δίκιο, βασικά όλη την ώρα και βασικά για τα πάντα: για τις πολιτικές και πνευματικές μας πεποιθήσεις, τις θρησκευτικές και ηθικές πεποιθήσεις μας, την κριτική μας για τους άλλους ανθρώπους, τις αναμνήσεις μας, την κατανόηση των γεγονότων γύρω μας. Όσο παράλογο και αν ακούγεται, εάν σταματήσουμε και το σκεφτούμε, θα δούμε πως η καθημερινή μας κατάσταση ομοιάζει με μια υποσυνείδητη παντογνωσία»

(Kathryn Schulz, Being Wrong: Adventures in the Margin of Error)

Γιατί αισθανόμαστε έτσι;

Μια πιθανή, αλλά σχεδόν σίγουρη, εξήγηση είναι ότι νιώθουμε έτσι από φόβο. Ο κόσμος είναι περίπλοκος και το μέλλον άγνωστο. Για να παίρνουμε αποφάσεις και να ενεργήσουμε πρακτικά δεν έχουμε το χρόνο να περιμένουμε για όλα τα στοιχεία. Κάποιες αποφάσεις πρέπει να παίρνονται γρήγορα και με ελλιπή στοιχεία.

Τι κάνουμε λοιπόν; Βγάζουμε συμπεράσματα:

«Δεν συλλέγουμε τα μέγιστα πιθανά στοιχεία για να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, αλλά φτάνουμε στο μέγιστο δυνατό συμπέρασμα με βάση το ελάχιστο των αποδεικτικών στοιχείων. Δεν αξιολογούμε ουδέτερα τα στοιχεία που έχουμε, άλλα υπό το πρίσμα οποιωνδήποτε θεωριών έχουμε ήδη σχηματίσει με βάση οποιαδήποτε άλλα, προγενέστερα, στοιχεία που έχουμε συναντήσει» λέει η Σουλτς.

Το να βγάζει κανείς συμπεράσματα είναι χαρακτηριστικό, όχι ελάττωμα. Το χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε. Αλλά μερικές φορές αυτό το χαρακτηριστικό μάς απογοητεύει άσχημα. Φτιάχνουμε προσωπικές θεωρίες με λίγα στοιχεία και μετά –καθώς οι θεωρίες αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο– αρχίζει να θολώνει, να στρεβλώνει και να αναδιαμορφώνεται το όραμά μας.

Με άλλα λόγια, η προσωπική θεωρία μας, που κατά πάσα πιθανότητα είναι λάθος, μας δείχνει έναν «λάθος» κόσμο, δηλαδή όχι τον πραγματικό. Αυτό που συχνά, σχεδόν καθημερινά, βλέπουμε ως «ο κόσμος» δεν είναι παρά η δική μας, προσωπική εκδοχή του κόσμου που κατ’ ανάγκη θα είναι στενός, μικρός και πολύ πολύ περιορισμένος –ακριβώς όσο περιορισμένοι είμαστε και εμείς μέσα στον εαυτό μας. Άρα μήπως αν πάψουμε να είμαστε τόσο περιορισμένοι, αυτόματα να πάψει να είναι και κόσμος μας περιορισμένος; Λογική ερώτηση.

Όλοι μας είμαστε σαν έφηβοι ερωτευμένοι. Φοράμε ροζ γυαλιά και περνάμε την περισσότερη ζωή μας βλέποντας μόνο αυτό που θέλουμε να δούμε.

Το δίκιο χρονικά

Τώρα, εδώ είναι το δεύτερο μέρος του παράδοξου. Όλοι αισθανόμαστε ότι έχουμε δίκιο, αλλά –μιλώντας με πιθανότητες– υπάρχει μια μεγάλη πιθανότητα όλοι μας να κάνουμε λάθος.

Να εξηγήσουμε: θυμόμαστε όλοι πόσο «ανόητοι» υπήρξαμε συχνά σαν έφηβοι; Τότε που θέλαμε διακαώς ό,τι πιο εκκεντρικό: στιλ emo, κόκκινο σπορ αυτοκίνητο, ξυρισμένο κεφάλι και τατουάζ λαιμού, τεράστια μηχανή κ.λπ., επιθυμίες οι οποίες τώρα, που είμαστε ενήλικες, φαντάζουν αστείες.

Εάν το σκεφτούμε λίγο, θα συνειδητοποιήσουμε ότι πριν από δέκα χρόνια σχεδόν όλα όσα πιστεύαμε ήταν λάθος. Αν είναι έτσι, τότε έχουμε ένα πολύ κακό ιστορικό. Σίγουρα, μπορεί σήμερα να είμαστε λίγο πιο έξυπνοι, αλλά υπάρχει μια τεράστια πιθανότητα να κάνουμε ακόμα λάθος σχεδόν για τα πάντα και σήμερα.

Όταν σκεφτόμαστε έτσι, πιστεύουμε ότι είμαστε ιδιοφυΐες. Αλλά, ως συνήθως, ανακαλύπτουμε ότι αυτή η ιδέα δεν είναι διόλου καινούργια, ότι υπάρχει χρόνια τώρα –αιώνες πιθανά– και λέγεται πλέον «η ψευδαίσθηση του τέλους της ιστορίας». Και ακόμη και οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι την πατάνε.

Και το καλύτερο: αυτή η αρχή μεταφέρεται στις γνώσεις μας για τον κόσμο. Ας πάρουμε την επιστήμη, για παράδειγμα: καθώς τόσες πολλές επιστημονικές θεωρίες του παρελθόντος αποδείχτηκαν λανθασμένες, πρέπει να υποθέσουμε ότι και οι περισσότερες από τις σημερινές θεωρίες θα αποδειχτούν τελικά λανθασμένες. Αυτό που πιστεύουμε ως «αληθές» σήμερα είναι απλά ένα μικρούλικο χορταράκι σε ένα ατελείωτο λιβάδι ιδεών, το όποιο θα πεθάνει κάποια στιγμή και στη θέση του θα φυτρώσει ένα άλλο, μια διαδικασία στο διηνεκές.

Πολλά από αυτά που σήμερα πιστεύουμε ότι είναι καταδικασμένα να ενταχτούν πλάι σε άλλες διαβόητες νεκρές θεωρίες, όπως ο λαμαρκισμός (π.χ. οι καμηλοπαρδάλεις απέκτησαν μακριούς λαιμούς, επειδή τους χρησιμοποιούν πολύ για να φτάσουν ψηλά) ή οι τότε ιατρικές θεωρίες (π.χ.: «Θα βάλω μια βδέλλα στο μέτωπό σας για να θεραπεύσει τις αλλεργίες»), ή η φρενολογία (π.χ. η πεποίθηση ότι είμαι πιο έξυπνος από εσένα γιατί έχω μεγαλύτερο κεφάλι).

Επιστήμη: δίκιο και βία

Οι φιλόσοφοι έχουν μια ονομασία για αυτήν την έννοια. Για να τη θυμούνται οι φοιτητές τους, την ονόμασαν «η απαισιόδοξη μετά-επαγωγή από την ιστορία της επιστήμης».

Αυτή η αρχή δεν περιορίζεται μόνο στην επιστήμη. Ισχύει παντού. «[…] Αυτό που ισχύει για την επιστήμη ισχύει γενικά. Στην πολιτική, οικονομία, τεχνολογία, νόμους, θρησκεία, ιατρική, ανατροφή των παιδιών, εκπαίδευση. Και έτσι, ανεξάρτητα από τον τομέα της ζωής, οι αλήθειες μιας γενιάς γίνονται συχνά τα ψεύδη της επόμενης γενιάς, έτσι ώστε θα μπορούσαμε ωραιότατα να έχουμε μια “απαισιόδοξη μετα-επαγωγή από την ιστορία των πάντων”». (Kathryn Schulz, This Will Make You Smarter)

Συναρπαστικό; Η επιστημονική μας εκπαίδευση μάς αφήνει ίσως την εντύπωση ότι έχουμε καταλάβει όλα τα μεγάλα προβλήματα. Κατανοώντας ότι αυτό δεν αληθεύει, ίσως θα είμαστε σε θέση να είμαστε λίγο πιο ταπεινοί, με την ευχάριστη βεβαιότητα ότι κάποιες καλύτερες ιδέες βρίσκονται ήδη μπροστά μας ή στο δρόμο. Ότι είναι εκεί, περιμένοντας να βρεθούν.

Το να παραδεχτούμε ότι μπορούμε να κάνουμε λάθος μπορεί να μεταμορφώσει την προσωπικότητά μας, κάνοντάς μας λιγότερο αλαζονικούς, λιγότερο δογματικούς, πιο δεκτικούς σε νέες καταστάσεις και ιδέες, αλλά και, ακόμη πιο σημαντικό, προς όλους τους άλλους ανθρώπους που είναι γύρω μας, δίνοντάς μας έτσι μια καινούργια θέαση του εαυτού μας, του καθημερινού πλαισίου στο οποίο κινούμαστε και ταυτόχρονα του απέραντου, υπέροχου, και άγνωστου εν πολλοίς, κόσμου στον οποίο ζούμε και ο οποίος μάς περιμένει να τον ανακαλύψουμε, κάνοντας σωρεία λαθών, που θα μας οδηγήσουν σιγά σιγά σε μια βαθύτερη, ειλικρινέστερη κατανόηση του εαυτού μας και, κατ’ επέκταση, του κόσμου του οποίου είμαστε αναπόσπαστο μέρος και μέλος.

Υπάρχει μια σκοτεινή σχέση μεταξύ του αισθήματος τού ξέρω-ότι-έχω-δίκιο και της βίας, την οποία η Σουλτς καταγράφει σε αυτή την παράγραφο:

«Αν πιστεύω ακράδαντα στην ορθότητα των δικών μου πεποιθήσεων, συνεπάγεται ότι εκείνοι που έχουν αντίθετες απόψεις αρνούνται την αλήθεια, δελεάζοντας τους άλλους με ένα ψέμα. Από εκεί, είναι μικρό το βήμα προς τη σκέψη ότι έχουμε ηθικό δικαίωμα –ακόμη και ηθικές υποχρεώσεις– να σωπάσουμε τέτοιους ανθρώπους με οποιονδήποτε τρόπο, μεταξύ άλλων και μέσω της μεταστροφής, του εξαναγκασμού και –αν χρειαστεί– του φόνου. Είναι τόσο μικρό το βήμα, που η ιστορία είναι γεμάτη από περιπτώσεις όπου οι απόλυτες καταδίκες υποδαυλίζουν και εκλογικεύουν τη βία».

(Kathryn Schulz, Being Wrong: Adventures in the Margin of Error)

Συντάκτης: Μάριαμ Συρεγγέλα,

Influence:

Έχει σπουδάσει ψυχολογία με μεταπτυχιακές σπουδές στο Illinois Institute of Technology (USA) και Surrey University (UK). Έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα και στο Ιράν…