Ορφέας Περίδης, μια μουσική φωτοβολίδα διαρκείας…

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Ο Ορφέας Περίδης είναι από τους πιο αθόρυβους και ταλαντούχους καλλιτέχνες υπηρετώντας τη μουσική τέχνη εδώ και 20 περίπου χρόνια. Είναι δημιουργός σύνθεσης και στίχων και ένας γλυκός τροβαδούρος, όπως του αρέσει να αυτοαποκαλείται, που φυσάει σαν αεράκι ανοιξιάτικο στις καρδιές μας. Έχει το πάθος και το μεράκι του ερασιτέχνη αλλά την ευθύνη και το βάρος του επαγγελματία, με αποτέλεσμα να μας χαρίζει προσεγμένες και ποιοτικές δισκογραφικές δουλειές που λειτουργούν σαν αντίδοτο στον μουσικό χείμαρρο που παλεύει να μας παρασύρει.

Τα πρώτα βήματα

Γεννήθηκε μέσα σε μια λαϊκή οικογένεια, στις 20 Φεβρουαρίου 1957, σε κάποια γειτονιά της Αθήνας. Τα καλοκαίρια με τους γονείς του, πηγαίνανε στις Τζιτζιφιές και επειδή δεν μπορούσαν να μπουν στα μαγαζιά που τραγουδούσαν οι φίρμες, καθόντουσαν στις παραλίες και απολαμβάναν τις φωνές του Πάνου Γαβάλα και του Στέλιου Καζαντζίδη που έφερνε ο αέρας στ’ αυτιά τους. Από τα εφηβικά του χρόνια αγαπά πολύ τα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια.

Ξεκίνησε να σπουδάζει μουσική από μικρός σε διάφορα ωδεία και πήρε πτυχίο Αρμονίας και κλασσικής κιθάρας. Δούλεψε ως μουσικός σε διάφορα μαγαζιά αλλά και ως καθηγητής, διδάσκοντας κιθάρα. Για πολλά χρόνια προσπαθεί να βρει τον τρόπο να μπει ενεργά στα μουσικά δρώμενα και στη περάσει συνείδηση του κόσμου, ώσπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 γνωρίζει το Νίκο Παπάζογλου και συμμετέχει στον δίσκο που κάνει ο ίδιος, με το τίτλο «Σύνεργα», με τρία τραγούδια μεταξύ των οποίων το πολύ γνωστό και αγαπημένο «Φεύγω». Το 1991 εμπνευσμένος από τη φράση ενός φίλου του, γράφει το τραγούδι «Ο Ρομπέν των καμμένων δασών» κατακτώντας το τέταρτο βραδείο στους Αγώνες Καλαμάτας που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκης. Από και έπειτα ο δρόμος ήταν ανοιχτός.

Διαδρομή στις νότες

Το 1993 κυκλοφόρησε το πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο «Αχ ψυχή μου φαντασμένη» με μοναδικά τραγούδια που τον καθιέρωσαν και τον στιγμάτισαν, όπως «Φωτοβολίδα» και «Ζηλεύει η νύχτα». Μέχρι και σήμερα έχει δημιουργήσει 9 δισκογραφικές δουλειές με τραγούδια που στα περισσότερα γράφει ο ίδιος στίχους και μουσική. Ωστόσο, έχει συνεργαστεί και με άλλους δημιουργούς, όπως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Θοδωρής Γκόνης, ο Μανώλης Ρασούλης, ο Ηλίας Κατσούλης και άλλοι. Η πιο πρόσφατη δισκογραφική του παρουσία ήταν το 2011 με το δίσκο «Ονειροπολών μόχθοι». Επίσης, γράφει μουσική για το θέατρο καθώς και παιδικά τραγούδια.

Έχει τραγουδήσει κομμάτια αλώβητα στο πέρασμα του χρόνου που έχουν αγαπηθεί πολύ από τον κόσμο, όπως «Τα τραγούδια μου τ’ αμερικάνικα», «Τα τσιγάρα», «Υλαγιαλή», «Αχ να σε δω», «Το βαλς» και πολλά ακόμα. Επί σκηνής έχει συμπράξει με το Σωκράτη Μάλαμα, τη Λιζέτα Καλημέρη, το Διονύση Σαββόπουλο, τη Μελίνα Κανά και άλλους. Πραγματοποιεί περιοδείες σε όλη την Ελλάδα και σχεδόν πάντα έχει κοντά του νέους καλλιτέχνες, δίνοντας βήμα στο νέο μουσικό αίμα της Ελλάδας.

Από την χαραμάδα των τραγουδιών του

Ο Ορφέας Περίδης είναι ο γοητευτικός και μαγευτικός μελωδός που μπορεί με τη μουσική του να γαληνέψει και τους πιο δύσκολους ανθρώπους, όπως ακριβώς ο μυθικός Ορφέας, που στο άκουσμα της μελωδίας από τη λύρα του ημέρευε και τα πιο άγρια ζώα. Γράφει τραγούδια τρυφερά και ήσυχα άλλοτε με λαϊκό και δημοτικό χρώμα και άλλοτε μπαλάντες. Προσωποιεί τη ψυχή του και συνομιλεί μαζί της κάνοντας απίθανες και ζωντανές μεταφορές, «Στης μοναξιάς το δέντρο κάθισα/ το χάραξα και μάτωσα/ περίσσευαν τα χέρια μου και για κλαδιά του τα ‘δωσα».

Η ιδιατερότητά του έγκειται στο ότι, ενώ γράφει τραγούδια λυπητέρα, κατορθώνει να μην αποκαρδιώνει τον ακροατή. Είναι ένα συναίσθημα χαρμολύπης και ανάτασης μαζί. Εκφράζει πολύ το ερωτικό παράπονο και την θλίψη της πληγωμένης καρδιάς, μέσα όμως σε μια μελωδία που σε συνεπαίρνει και στο τέλος του τραγουδιού μένει ένα γλυκό χαμόγελο, «Μια φωτογραφία κομματάκια δυο/ έχω να σε δω χρόνια αστεία-αστεία/ Πιάνω την κολλάω σε ξανακοιτώ/ πιο όμορφη θαρρώ δείχνεις όσο πάω».

Μιλάει για το φευγιό που όλοι θέλουμε να κάνουμε για να φτάσουμε στο σκοπό του ταξιδιού αυτής της ζωής, δηλαδή στην καρδιά μας, «Φεύγω, φεύγω, κάθε μέρα φεύγω/ μέτρο-μέτρο, όλο πιο μακριά/ φεύγω,φεύγω, τόσα χρόνια φεύγω/ στη καρδιά μου όλο πιο κοντά». Αυτό ήταν το πρώτο τραγούδι που έγραψε και το έπαιξε στην σύντροφο της ζωής του από το τηλέφωνο.

Αγαπά πολύ τη φύση και αντλεί συχνά στοιχεία από αυτήν φέρνωντάς την στα μέτρα του ερωτευμένου που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει την αγάπη του, «Τον ήλιο το φεγγάρι τη θάλασσα/ ρωτάω μην την είδαν/ αντάμωσαν/ κι ο ήλιος μου απαντάει/ απ’ το βουνό θα φέξω όλο τον κόσμο και θα τη βρω» και «Στα βάθη των ωκεανών/ ακούω τον ήχο των σεισμών/ κι από την γη που άνοιξε/ περνάω στον κάτω κόσμο/ να βρω όλα τα χαμένα/ ίσως να βρω κι εσένα».

Επιδιώκει το διαφορετικό και τον ενδιαφέρει να κεντρίσει το ενδιαφέρον των ακροατών, γι αυτό δεν διστάζει να χρησιμοποιεί ασυνήθιστες αλλά ελκυστικές λέξεις ή φράσεις στα τραγούδια του που στην αρχή ξενίζουν, αλλά στην πορεία μ’ ένα παράξενο τρόπο βρίσκονται στα χείλη όλων και γίνονται πια οικείες και γνώριμες. Τέτοια παραδείγματα είναι το τραγούδι «Υλαγιαλή», το οποίο είναι σε στίχους του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου και μουσική του Περίδη, και πρόκειται για το όνομα μιας μυθική ηρωίδας που μετουσιώνεται σε μια όμορφη ερωτική εικόνα και το «Στάγδην βραδέως», σε στίχους και μουσική δικά του. Εδώ, χρησιμοποιεί μεταφορικά τον ιατρικό όρο αυτό στο πλαίσιο του ερωτικού καημού μιας και στην ιατρική περιγράφει τον ενδοφλέβιο ορό που στάζει αργά στον οργανισμό του ασθενή. Τη φράση αυτή την άκουσε πρώτη φορά από έναν φίλο του νοσηλευτή στο στρατό.

Στο μονοπάτι της ζωής του

Ο Ορφέας Περίδης είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται, ένας άνθρωπος με μια αθωότητα στο βλέμμα και με κάτι απροσδιόριστο από την ηρεμία των σοφών. Πάντοτε εύστοχος, ένα πλάσμα ιδιαιτέρως χαμηλών ταχυτήτων, που όμως πάνω στη σκηνή μεταμορφώνεται σε ένα αερικό που μας μεθά με τις μουσικές και τη φωνή του. Η χαρά και η δικαίωση για εκείνον είναι το χειροκρότημα του κόσμου και είναι αυτό που του δίνει δύναμη να συνεχίζει το δύσκολο μονοπάτι της καρδιάς του, απέχοντας συχνά από το θόρυβο του εμπορικού τραγουδιού.

Είναι λάτρης της φύσης και αγαπά πολύ το περπάτημα. Ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του, περιπατητικό καλλιτέχνη! Ασχολείται πολύ με την κηπουρική, ενώ τρέφει διαίτερη αδυναμία στην λαϊκή παράδοση, όπου κι αν είναι κρυμμένη, κάνοντας συχνά ενέργειες για να την αναδείξει και να τη περισώσει.

Χαζεύοντας το πρόσωπό του, θα δείτε πώς εκπέμπει μια καλοσύνη πρωτόγνωρη, σαν να ξεπήδησε από μιαν άλλη εποχή. Έχει μεγάλο περίσσευμα ψυχής και αυτό είναι έκδηλο σε κάθε του δημιουργία και σε κάθε του ερμηνεία. Ένας από τους πιο τρυφερούς Έλληνες τραγουδοποιούς σεργιανάει στα σοκάκια της μουσικής, «κι όπου πατήσει και σταθεί σαν το πουλί, τρέμει η καρδούλα του και το φτερό του τρέμει…», κάνοντας και τις δικές μας καρδιές να σκιρτούν γλυκά στο πέρασμά του…

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.