Οι χαμένες πατρίδες – συναισθήματα προσφύγων

Συντάκτης: Χρυσούλα Μουλαρτζή, Πτυχιούχος Φιλοσοφικής με ειδίκευση στην Ψυχολογία, Ειδική Παιδαγωγός

Οι μνήμες ενός τραυματικού παρελθόντος των προγόνων μας και όλων όσων ονομάζονται πρόσφυγες έχουν μία δύναμη ξεχωριστή που προκαλεί έντονα συναισθήματα, τόσο για τις κακουχίες όσο και για τον ξεριζωμό που υπέστησαν τόσοι άνθρωποι.

Πρόκειται για μνήμες, οι οποίες περνούν στις επόμενες ως κληρονομιά συναισθημάτων και σκέψεων, που ακολουθούν την συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής των απογόνων.

Για να κατανοήσει κανείς τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου, σύμφωνα με την ψυχολογία, χρειάζεται να εξετάσει το οικογενειακό του δέντρο τουλάχιστον δύο γενιές πίσω. Μία τέτοια έρευνα μελετά τον τρόπο ζωής και το οικογενειακό περιβάλλον των ανθρώπων και πώς αυτά επηρέασαν τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές στις οικογένειες από τους προγόνους τους μέχρι σήμερα. Έχει αποδειχθεί πως απόγονοι προσφύγων, αν και γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στους νέους τόπους, καθοδηγήθηκαν με ιστορίες που αφορούσαν αναγκαστικές μετακινήσεις, θανάτους και περιουσίες που χάθηκαν.

Γεγονότα τα οποία σημάδεψαν τους γονείς και τους παππούδες τους και προκαλούν αναστάτωση που εκδηλώνεται στην οικογένεια με συγκρούσεις και θυμό. Η συνθήκη αυτή, που αποτελεί τρόπο έκφρασης και αντίδρασης στα άσχημα συναισθήματα ακολουθεί τις επόμενες γενιές κι έτσι δημιουργούνται οι δεύτερες και τρίτες γενιές προσφύγων. Οι σκέψεις ακολουθούν τους απογόνους, δίνοντας μία εικόνα για τον κόσμο επηρεασμένη από τα γεγονότα, τους καθιστά ευάλωτους και καχύποπτους.

Μπορεί να μην έζησα εγώ προσωπικά την προσφυγιά, μα τη γνώρισα μέσα από ιστορίες των παππούδων μου, που περιέγραφαν με περίσσιο συναίσθημα όσα τους διηγήθηκαν οι δικοί τους γονείς. Έζησα τον καημό της προσφυγιάς μέσω του πατέρα μου, που μου περιέγραφε όσα γνώριζε για τη γιαγιά του και το πως έφτασε στην Ελλάδα, μέσα σε μία βάρκα από ένα χωριό της Μικράς Ασίας.

Αυτό που έντονα συγκράτησα, είναι αυτή τη γυναίκα να θυμάται τα παιδικά της βήματα στα μονοπάτια του χωριού της και τη μεγάλη ιδέα της επιστροφής, αν κατάφερνε κάποια στιγμή της ζωής της να επιστρέψει στη γενέθλια γη της. Εκατό χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, κανείς πρόσφυγας που άφησε τον τόπο του, δεν κατάφερε να επιστρέψει και να ζήσει πάλι σε αυτόν.

Η προσφυγιά φαίνεται στα μάτια κάθε πρόσφυγα που κουβαλά μέσα του το σπίτι του και τη στιγμή που αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει. Μέσα από αυτά τα μάτια, το γνωρίσαμε κι εμείς σαν συναίσθημα και το κουβαλάμε σε όλη μας τη ζωή.

Η προσφυγιά, από τον ξεριζωμό και τις κακουχίες μέχρι την αγωνία και την εγκατάσταση στο νέο περιβάλλον, δημιουργεί έντονη ανασφάλεια και χαρακτηρίζεται από απώλειες, υλικές και ψυχολογικές, αλλαγές και έντονα συναισθήματα.

Ο ξεριζωμός έχει τραυματικές συνέπειες ιδιαίτερα στα παιδιά, καθώς αποτελεί τη βαρύτερη μορφή βίας που αντιμετωπίζουν στον τόπο τους, αλλά και μία διαδικασία που τους εμποδίζει να ονειρευτούν και να ελπίζουν. Δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν πλήρως την κατάσταση, ώστε να μπορέσουν και να τη διαχειριστούν. Φαγητό, στέγη, ασφάλεια, υγιεινή και παιχνίδι, βασικά δικαιώματα που στερούνται και το μυαλό τους γεμίζει με σκέψεις που δεν αρμόζουν στην ηλικία τους.

Οι πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, έφτασαν στην Ελλάδα και αντιμετωπίζονταν ως ξένοι. Αποτελούσαν αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης και εργάζονταν σκληρά με χαμηλό ημερομίσθιο. Στερούνταν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ ζούσαν σε δύσκολες βιοτικές συνθήκες. Ήταν δύσκολο να προσαρμοστούν σε μία ξένη χώρα με διαφορετική νοοτροπία και πολιτισμό. Ήταν καταβεβλημένοι, αφού ζούσαν μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα και την πατρίδα τους, αντιμετωπίζονταν υποτιμητικά και δύσκολα γίνονταν αποδεκτοί, ενώ λάμβαναν ρατσισμό από τους ντόπιους.

Η αφομοίωση ήταν δύσκολη και στην πραγματικότητα δεν ξέρω αν συνέβη και πότε. Απέφυγαν τον θάνατο για τους ίδιους και τα παιδιά τους και απέκτησαν έναν τόπο, μακριά από τον πόλεμο για να ζήσουν, όμως τίποτα δεν τους χαρίστηκε και πόνεσαν πολύ για να αποκτήσουν μία ευκαιρία στη νέα τους ζωή.

Αυτό που δεν μπορούσα να αντιληφθώ ακούγοντας τις ιστορίες, ήταν το ψυχικό σθένος ανθρώπων οι οποίοι μεγαλουργούσαν, όντας νοικοκύρηδες στον τόπο τους στη Μικρασία και πλέον στους νέους τόπους χρειάστηκε να αρχίσουν πάλι από την αρχή, ανήμποροι, χωρίς κάλυψη και ουσιαστική περίθαλψη. Πώς άντεξαν να ξαναχτίσουν σπίτια, τη στιγμή που από το πατρικό τους, τους χώριζε μία θάλασσα; Πώς κατάφεραν να φτιάξουν ξανά περιουσίες, ενώ τα χωράφια τους πέρασαν σε ξένα χέρια; Πώς ανέχτηκαν τη ρατσιστική αντιμετώπιση των ντόπιων και την ανέχεια, αφού στον τόπο τους ήταν οικογενειάρχες και νοικοκύρηδες; Δεν κατάφερα ποτέ να καταλάβω πώς μπορεί να ένιωθαν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας που στην Ελλάδα ήταν ξένοι.

Το ζητούμενο δεν ήταν οι μνήμες, το ζητούμενο ήταν και είναι να παραμείνει ζωντανή η ανάμνηση. Η προσφυγική εμπειρία χρειάζεται να διατηρηθεί στην προσωπική και συλλογική μνήμη στις επόμενες γενιές, καθώς και το αίσθημα της νοσταλγίας, της απώλειας και της προσφυγιάς που προξενεί κάθε καταστροφή.

Το κληροδότημα να είναι η πίστη στη ζωή και στον άνθρωπο και στη δύναμή του να ξεπερνά τις δυσκολίες και να δημιουργεί από την αρχή, όπως μου ‘μάθαν οι ιστορίες του μπαμπά, για την γιαγιά του την προσφυγίνα που ‘λεγε: “Εμείς παιδί μου, αφήσαμε την ψυχή μας εκεί, εδώ ήρθε το σώμα μας μόνο για να φτιάξει ένα σπιτικό να ζήσετε εσείς”.

Συντάκτης: Χρυσούλα Μουλαρτζή, Πτυχιούχος Φιλοσοφικής με ειδίκευση στην Ψυχολογία, Ειδική Παιδαγωγός

Influence:

Είμαι απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος…