Οι «δρόμοι» του Λευτέρη Πούλιου

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη

Το ποίημα «Δρόμοι» του Λευτέρη Πούλιου, που περιλαμβάνεται στη συλλογή Ποίηση 1,2 (δεύτερη έκδοση 1975), αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της ποιητικής της Γενιάς του ’70, όπου η ατομική ματιά συνυφαίνεται με τη συλλογική εμπειρία, και το προσωπικό βίωμα με την ιστορική μνήμη και την πολιτική αγωνία.

Το κείμενο εκκινεί από μια φαινομενικά απλή εικόνα, τους δρόμους μιας πόλης, και μετασχηματίζεται σε πολυεπίπεδο ποιητικό σχόλιο για την κοινωνία, την ιστορία και την ύπαρξη.

Δρόμοι

Δρόμοι — στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,

που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος

πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,

κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι

που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.

Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω

αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.

Δρόμοι πλάι σε στραφτερές βιτρίνες, πλάι

σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι

εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.

Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.

Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι

από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές

και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος

οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.

Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.

Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι γιορτής.

Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες.

Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;

Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του

περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.

Ποίηση 1, 2 (2η έκδοση 1975).

Από τον πρώτο στίχο, ο ποιητής ορίζει το πλαίσιο με μια δυνατή μεταφορά: «Δρόμοι — στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου». Οι δρόμοι παρομοιάζονται με χταπόδια, πλάσματα με πλοκάμια που εξαπλώνονται παντού, σκεπάζουν τον χώρο και συνδέουν τα πάντα. Η εικόνα είναι ταυτόχρονα ελκυστική και απειλητική: το γυαλιστερό, σκούρο σώμα του χταποδιού παραπέμπει στη βιομηχανική άσφαλτο, αλλά και στην ασφυκτική αγκίστρωση του αστικού χώρου που καταπίνει τα πάντα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον «πορεύεται το μέλλον» χωρίς μορφή και βάρος, μια φράση που αποτυπώνει την αβεβαιότητα, την αμορφία και την αίσθηση ότι το αύριο δεν έχει σαφή κατεύθυνση. Το μέλλον είναι σαν μια άυλη σκιά που γλιστράει πάνω στους δρόμους, χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς.

Η καταγραφή των στοιχείων που κινούνται στους δρόμους (αυτοκίνητα, πούλμαν, δεξαμενόπλοια, ποδήλατα, ακόμα και ένα σπουργίτι) δημιουργεί ένα μωσαϊκό κίνησης και ζωής. Ο Πούλιος δεν περιορίζεται στην πεζή εικόνα της κυκλοφορίας αλλά προσθέτει και αόρατες διαστάσεις: «Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ». Έτσι, οι δρόμοι γίνονται ένα πολυεπίπεδο δίκτυο, με υπόγειες και αέρινες προεκτάσεις, που θυμίζουν όχι μόνο την πόλη, αλλά και την ίδια την κοινωνία, τις υπόγειες αντιστάσεις και τις αέρινες, φευγαλέες υποσχέσεις ελευθερίας. Η τζαζ, μουσική της αυτοσχεδιαστικής έκφρασης και της εξέγερσης, λειτουργεί ως ηχητικό υπόβαθρο που ντύνει αυτή την εικόνα.

Οι δρόμοι δεν είναι ουδέτεροι, συνδέονται με τόπους εξουσίας και ιδεολογίας: «πλάι σε στραφτερές βιτρίνες», δίπλα σε αγάλματα, σε μαγαζιά και εργοστάσια, έξω από το πανεπιστήμιο, έξω από τη Βουλή. Το δίκτυο της πόλης περνάει από όλα τα κέντρα του κοινωνικού βίου, από τον καταναλωτισμό ως την πολιτική και την εκπαίδευση. Οι δρόμοι γίνονται έτσι καθρέφτης της συλλογικής ζωής, πεδίο όπου η κοινωνία εκδηλώνει τις λειτουργίες της, αλλά και τις αντιφάσεις της.

Από το σημείο αυτό, το ποίημα μετατοπίζεται προς μια πιο σκοτεινή διάσταση: «Δρόμοι μαστιγωμένοι από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων». Οι δρόμοι εδώ παύουν να είναι απλώς περάσματα. Γίνονται πεδία βίας, συγκρούσεων, αγώνων. Το υλικό τους είναι το αίμα και οι φωνές των διαδηλωτών, τα χαλίκια που εκτοξεύονται, τα ίχνη της κοινωνικής πάλης. Το τσιμέντο και η πίσσα δεν είναι αθώα, κουβαλούν ιστορική μνήμη, το αποτύπωμα της καταπίεσης αλλά και της αντίστασης.

Ο ποιητής κατονομάζει τα ονόματα-σύμβολα: Γρηγόρης Λαμπράκης, Σωτήρης Πέτρουλας, Τάσος Τούσης. Καθένας από αυτούς συνδέεται με μια κομβική στιγμή κοινωνικών αγώνων και καταστολής στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Οι δρόμοι γίνονται έτσι σάβανα, τόποι θυσίας, μνημεία χαραγμένα με το αίμα όσων έπεσαν.

Το ποίημα συνεχίζει με μια εναλλαγή οξύμωρων χαρακτηρισμών: «Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι γιορτής. Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες». Ο Πούλιος, έτσι, αναδεικνύει τη διπλή φύση του δημόσιου χώρου: οι δρόμοι είναι τόποι χαράς και εορτασμού, αλλά και τόποι φόβου και θανάτου. Είναι το σκηνικό της ιστορίας, όπου εναλλάσσονται ενθουσιασμός και τρόμος, ελευθερία και καταπίεση. Η ερώτηση «Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;» συμπυκνώνει αυτή την αμφισημία, αφού οι δρόμοι μοιάζουν καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουν τον κύκλο της γιορτής και της βίας, της ελπίδας και της προδοσίας.

Το τέλος του ποιήματος μετριάζει την προηγούμενη ένταση και μας φέρνει σε μια εικόνα καθημερινότητας: «Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του, περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο». Η συλλογική εμπειρία των δρόμων, με το βάρος της ιστορίας, μεταφράζεται σε μια σκηνή προσμονής. Η στάση του λεωφορείου, ένα ασήμαντο καθημερινό σημείο, γίνεται σύμβολο αναμονής ενός μέλλοντος που αργεί να φανεί. Ο ποιητής μιλάει για την παθητικότητα, αλλά και τη συλλογικότητα των ανθρώπων: είμαστε μόνοι, αλλά και μαζί, απομονωμένοι στην ατομική μας στάση, αλλά ταυτόχρονα συγκεντρωμένοι κάτω από το ίδιο υπόστεγο, μέσα στην ίδια ιστορία.

Κλείνοντας, το ποίημα λειτουργεί ως αλληγορία για την ελληνική κοινωνία της εποχής: οι δρόμοι είναι οι φλέβες της πόλης, αλλά και οι χαραγμένες μνήμες του λαού. Εκφράζουν το τραύμα της καταστολής, την ένταση των αγώνων, την αμφισημία ανάμεσα στη χαρά και τον θάνατο, και τελικά την αναμονή για μια δικαίωση που δεν έχει ακόμα έρθει.

Ο Πούλιος, με τη χαρακτηριστική του ποιητική γλώσσα, συνδυάζει το λυρικό και το πολιτικό, το ατομικό και το συλλογικό, δημιουργώντας ένα ποίημα που δεν είναι μόνο εικόνα της δεκαετίας του ’70, αλλά και διαχρονικό σχόλιο για τη σχέση του ανθρώπου με την ιστορία και τον δημόσιο χώρο.

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη,

Influence:

Η Βασιλική Κιούπη εργάζεται ως φιλόλογος και αρθρογράφος και είναι υποψήφια διδάκτορας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου…