Ο Σκρουτζ, ο Ντίκενς, τα Χριστούγεννα και το Πνεύμα

Συντάκτης: Μάριαμ Συρεγγέλα

Όλοι θυμόμαστε την  ιστορία του Τσαρλς Ντίκενς με τον τσιγκούνη και εμμονικό (τόσο εμμονικό που γίνεται αστείος), Εμπενέζερ Σκρουτζ, ο οποίος μετρούσε τα χρήματά του ένα σκοτεινό και μαύρο βράδυ των Χριστουγέννων, όταν τον επισκέφτηκαν 3 πνεύματα, τα οποία τον έκαναν να αλλάξει, να γίνει πιο ανοικτοχέρης, πιο καλοσυνάτος και ελπίζουμε πιο καλόκαρδος.

Η ιστοριούλα μας αφήνει με ένα πολύ ωραίο συναίσθημα ζεστασιάς και καλοσύνης, με ένα χαρούμενο κι αισιόδοξο τέλος, με την εικόνα ότι οι άνθρωποι, όσο στριμμένοι κι αν είμαστε, αλλάζουμε κι άρα ότι υπάρχει ελπίδα στο απώτερο μέλλον. Και κλείνουμε το βιβλίο, πιθανά μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα, χωρίς δεύτερη σκέψη  σχετικά με τον πασίγνωστο συγγραφέα του.

Τι ήταν για τον Dickens αυτή η ιστορία; Ήταν απλά ένα ακόμη Χριστουγεννιάτικο και χαρούμενο παραμύθι, όπως συνήθως είναι, για κάποιο λόγο, όλα τα παραμύθια της εποχής των Χριστουγέννων; Να σκεφτούμε λίγο πάνω σε αυτό; Γιατί όλα τα Χριστουγεννιάτικα παραμύθια πρέπει να είναι χαρούμενα; Διότι είναι μια «σεζόν» χαράς, γιορτής, φωτισμού, δώρων και, όπως λέμε, αγάπης; Ναι, είναι όλα αυτά, όμως δεν θα ήταν κακό να ρίχνουμε και καμιά ματιά στα παρασκήνια.

Οι  ελκυστικές και φωτεινές βιτρίνες χρειάστηκαν πολλές ώρες δουλειάς από πολλούς ανθρώπους έως και την τελευταία στιγμή, ο μικρός στάβλος  με όλα τα ζώα, το μικρό αγοράκι που κοιμάται αγγελικά, οι γονείς του, οι βοσκοί, κλπ ήταν στην πραγματικότητα ένα αχούρι παγωμένο, ένα κρησφύγετο για λίγο χρόνο για το εξαντλημένο και φοβισμένο ζευγάρι νέων που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από  τις  στρατιές του Ηρώδη, που έσφαζαν εκατοντάδες παιδία στο πέρασμά τους. Ακόμη και οι λαμπεροί μάγοι έφτασαν σκονισμένοι κι εξαντλημένοι από το μακρύ ταξίδι τους, το οποίο δεν ήταν εύκολο καθώς πολλές φορές χάθηκαν στον δρόμο που ήταν σπαρμένος με μύριους κινδύνους, με εχθρούς, με τις απειλές  και τους σπιούνους του Ηρώδη, με τον φόβο ότι δεν θα έφταναν ποτέ. 

Στα παραμύθια, τους θέλουμε λαμπερούς και στολισμένους από πάνω έως κάτω, αλλά σε ένα τέτοιο ταξίδι δεν χωρούν τέτοιες πολυτέλειες και στην πραγματικότητα αυτό στο οποίο εστιάζουμε πολύ συχνά είναι μόνο το τελικό αποτέλεσμα – του οποίου έχει προηγηθεί σκληρή εργασία, κόπος, επιμονή  και πόνος: ένα παρασκήνιο που δεν βλέπουμε, την ύπαρξη του οποίου δεν παίρνουμε υπ’ όψιν μας και βολικά ξεχνάμε.

Ο Dickens, του οποίου τα παραμύθια δεν φημίζονται για το χαρούμενο περιεχόμενό τους, που γράφει για την φτώχια, την αδικία, τη ζωή στους δρόμους  βρώμικων πόλεων, παραμύθια που  αποκαλύπτουν την τρισάθλια  καθημερινότητα των ανθρώπων  που ζουν βυθισμένοι «στην εκμετάλλευση, στο έγκλημα και την πορνεία», έγραψε τον Ebeneezer Scrooge  ως ακόμη άλλη μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία με χαρούμενο τέλος κι ένα μικρό μάθημα ηθικής; Ίσως όχι.

Η Χριστουγεννιάτικη ιστορία έρχεται μετά από πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα όπως «Τα Χαρτιά του Πίκγουικ»,  το «Όλιβερ Τουίστ» και το  «Νίκολας Νίκλεμπι», στα οποία  επιτίθεται στους κοινωνικούς και ανεπαρκείς θεσμούς της εποχής, θίγει τα  κοινωνικά ζητήματα και την έλλειψη ανθρωπιάς, ενώ όλα τα έργα του κυριαρχούνται από ένα πνεύμα συμπόνιας και καλοσύνης απέναντι στους ανθρώπους.

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» γράφεται το 1844 κατά το πρώτο του ταξίδι στην Αμερική, την «Δημοκρατία των ονείρων» του όπως την αποκαλούσε, μόνο  και μόνο για να δει ότι δεν ήταν έτσι. Στη σύντομη αυτή ιστοριούλα επικρατεί το «Πνεύμα» των Χριστουγέννων, το πνεύμα που θα πρέπει να επικρατεί μεταξύ όλων των ανθρώπων όχι μονο τα Χριστούγεννα, αλλά πάντα. Αλλα πέραν τούτου διερευνά το «παράδοξο της ισότητας» στην Αμερική, η οποία, κατά την άποψή του ότι «ενώ θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι η ισότητα και οι δημοκρατικές παραδόσεις μας θα  διευκόλυναν τη διαχείριση της ανισότητας του πλούτου, φαίνεται συχνά να έχουν το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα, έτσι ώστε πολλοί εκ των υπέρ-πλουσίων να αισθάνονται πιο θυμωμένοι, πιο απειλημένοι, ακόμη  και  πιο ευάλωτοι από ποτέ. Με αποτέλεσμα τι; Την όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από όλους τους υπόλοιπους, από τον τρόπο ζωής τους και από την ίδια την πραγματικότητα. Τι έχει αλλάξει από την εποχή του Dickens; 

Κατά τον Dr. Dan Shaviro, καθηγητή νομικής  στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ο Dickens  συνειδητά έγραψε αυτήν την ιστορία  ως ένα μήνυμα το οποίο ήλπιζε ότι θα λειτουργούσε ως ένα βαρύ κοινωνικό  χτύπημα το οποίο θα βελτίωνε την ταλαιπωρία και δυστυχία  των  φτωχών. Το χρησιμοποίησε για να δραματοποιήσει και να φορτίσει  συναισθηματικά το αίτημά του  ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με καλοσύνη και φιλανθρωπία, αντί να κατηγορούνται για τις  δυσκολίες τους και να υποφέρουν αβοήθητοι  όταν δεν μπορούν να στηρίξουν τον εαυτό τους. 

Μεταφέρει επίσης ένα βαθύτερο, αν και ίσως λιγότερο εμφανές μήνυμα,  στοχευμένο εναντίον της ξαφνικής ανόδου  των νεόπλουτων κατά τα πρώτα στάδια της Βιομηχανικής Επανάστασης και προερχόμενο από την αντίδραση  και αντιπάθεια του Dickens  προς αυτήν την τάξη.

Ακόμη και εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών – με την Αμερικανική ιδεολογία και το όνειρό της που ενθαρρύνει την ψευδή πεποίθηση ότι όλοι  έχουν μια δίκαιη και ίση ευκαιρία, και ότι η αξία του καθενός μόνο, κι όχι η τύχη, αποφασίζει τα πάντα – ο σύγχρονος καπιταλισμός μπορεί να «επιδείξει» τους πλούσιους ως καλύτερους από τους υπόλοιπους, παρουσιάζοντας έτσι τους φτωχούς ως ανάξιους κι ανίκανους  για το κάθε τι.

Σε αυτό το πλαίσιο, η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» αποτελεί μια έντονη πρόκληση εναντίον της νέας ιεραρχίας του πλούτου της Αγγλίας του 19ου αιώνα. Αντικρούει σκληρά κάθε ισχυρισμό ότι ο πλούτος δίνει από μόνος του το δικαίωμα να σε  σέβονται όλοι οι  άνθρωποι – αντ ‘αυτού, ο όποιος άνθρωπος πρέπει να κερδίσει αυτόν τον σεβασμό με την καλοσύνη, την ενσυναίσθηση και την γενναιοδωρία, μεταξύ άλλων.

Πολύ συχνά  ίσως  δεν συνειδητοποιούμε  τον βαθμό στον οποίο αυτή η όμορφη και συγκινητική  ιστοριούλα είναι στην πραγματικότητα μια ιστορία συνεχούς  ταπείνωσης, καθώς ο Σκρουτζ βλέπει  τον παλιό εαυτό του να δυσφημείται και να προσβάλλεται από σκηνή σε σκηνή, με αποκορύφωμα ένα όραμα του δικού  του  μοναχικού, μελλοντικού  θανάτου. Η εξαιρετικά  επιτυχημένη  «επίστρωση γιορτινής καραμέλας» πάνω από την ιστορία, μας διευκολύνει να τα δούμε όλα αυτά ως ευχάριστα  και χαρούμενα, κρύβοντας  αποτελεσματικά την πραγματική και σκληρή όψη της, καθώς και το «πνεύμα» του Dickens.

Τώρα, εγώ δεν  θέλω να σας χαλάσω το κέφι, ούτε τα Χριστούγεννα, αλλά θα πρέπει να παραδεχτείτε ότι παραμένω πιστά  μέσα στο «πνεύμα» των Χριστουγέννων.

Θα μου πείτε: «Ναι, αλλά τα Χριστούγεννα πέρασαν. Μήπως να έγραφες αυτό το κείμενο λίγο πριν;». Δεκτό – ως ένα σημείο. Χρονικά ίσως. Όμως ας θυμηθούμε οτι σύμφωνα με τον Dickens αλλά και σύμφωνα με εκείνο το σκεπτικό που όλοι μας λέμε ότι μας διακατέχει, εκείνο που λέει ότι είμαστε όλοι άνθρωποι, όλοι με αδυναμίες, όλοι, εν τέλει, το ίδιο, το «Πνεύμα» του C. Dickens δεν είναι μόνο Χριστουγεννιάτικο. Είναι ένα «πνεύμα» που θα πρέπει να μας διαποτίζει όλο τον χρόνο, κάθε ημέρα,  κάθε ώρα. 

Το «Πνεύμα των Χριστουγέννων» δεν είναι μόνο για τα Χριστούγεννα. 

Όπως και η καλοσύνη δεν είναι μόνο για τα Χριστούγεννα.

Συντάκτης: Μάριαμ Συρεγγέλα,

Influence:

Έχει σπουδάσει ψυχολογία με μεταπτυχιακές σπουδές στο Illinois Institute of Technology (USA) και Surrey University (UK). Έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα και στο Ιράν…