Ο “άλλος” Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις

Συντάκτης: Βαγγέλης Γραμματικόπουλος

Ο «άλλος» Οδυσσέας του Τζέιμς ΤζόιςΜέσα από μια βαθιά ιρλανδική λογοτεχνική παράδοση όπου συναντούμε τον Όσκαρ Ουάιλντ και τον Τζόρτζ Μπέρναρντ Σω γεννιέται το έργο ενός συγγραφέα που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κυριότερους εκφραστές του μοντερνισμού του 20ού αιώνα. Κάποιοι, ανάμεσά τους και ο Τ.Σ. Έλιοτ, υποστήριξαν πως ήταν τέτοιο το νεωτεριστικό σοκ που επέφερε ώστε κατάφερε να «δολοφονήσει» λογοτεχνικά τον 19ο αιώνα, ενώ άλλοι, όπως ο Πάολο Κοέλιο, θεωρούν ότι το κενό ύφος του δηλητηριάζει ακόμα και σήμερα τη λογοτεχνία. Ο λόγος για τον Τζέιμς Τζόις που οι αντικρουόμενες απόψεις δεν μας αφήνουν περιθώριο να αμφιβάλλουμε για το γεγονός ότι έναν αιώνα μετά ο ίδιος ακόμα ασκεί ισχυρή επίδραση στα γράμματα και στις τέχνες και ότι ο Οδυσσέας του αποτελεί σίγουρα ένα από τα πιο εμβληματικά μυθιστορήματα των προηγούμενων εκατό ετών.

Ο Τζόις ήταν ένας Δουβλινέζος που, παρότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε αυτοεξόριστος στην ηπειρωτική Ευρώπη (Ζυρίχη, Τεργέστη, Ρώμη, Παρίσι), πηγή έμπνευσης (βλ. τη συλλογή διηγημάτων Δουβλινέζοι, 1914) και συνεχής αναφορά του αποτελεί η γενέτειρά του (γεννήθηκε το 1882), την οποία αναπαριστά με τέτοια πιστότητα που τον ωθεί να δηλώσει ότι, αν το Δουβλίνο καταστρεφόταν ολοσχερώς, θα μπορούσε να χτιστεί από την αρχή «τούβλο τούβλο» σύμφωνα με τον Οδυσσέα του. Ο Τζόις επίσης, παρότι Ιρλανδός, ήταν αρνητής του Καθολικισμού μέχρι το τέλος της ζωής του (1941) αρνούμενος να εκπληρώσει ακόμα και την τελευταία επιθυμία της μητέρας του πριν πεθάνει που του ζητούσε να εξομολογηθεί και να μεταλάβει.

Ο Τζόις, τέλος, παρότι ερωτεύτηκε παράφορα την κατά τα άλλα άσημη καμαριέρα Νόρα Μπάρνακλ που τον ακολούθησε χωρίς αναστολές στις μετακινήσεις του ανά την Ευρώπη και ανέχτηκε όλα τα πάθη του (απιστίες, ποτό), την παντρεύτηκε μόλις δέκα χρόνια πριν τον θάνατό του. Ήταν τέτοιας έντασης, όμως, ο έρωτάς του για τη μούσα και τη σύντροφό του Νόρα -πράγμα που καταδεικνύουν και οι ερωτικές επιστολές του προς αυτήν που έχουν εκδοθεί- που η σημαδιακή ημερομηνία της γνωριμίας τους (16 Ιουνίου του 1904) θα επιλεγεί από τον ίδιο ως αφηγηματικός χρόνος του magnum opus του Οδυσσέας.

Ο Οδυσσέας (Ulysses) που εκδόθηκε το 1921 αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Ο Τζόις δανείζεται την ιστορία της Οδύσσειας του Ομήρου και την προσαρμόζει στα δεδομένα του Δουβλίνου της εποχής του με τη διαφορά ότι οι αντίστοιχες περιπέτειες του σύγχρονου Οδυσσέα του, Λέοπολντ Μπλουμ, λαμβάνουν χώρα στη διάρκεια μιας μόλις ημέρας ή 18 ωρών, όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου που διηγούνται το ξέφρενο οδοιπορικό του ήρωα από το πρωί που ξεκινάει για τη δουλειά μέχρι να επιστρέψει αργά το βράδυ στο σπίτι του (Ιθάκη).

Εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι αφενός καθένα από τα κεφάλαια του μυθιστορήματος, που ανταποκρίνεται σε μια διαφορετική περιπέτεια του ομηρικού Οδυσσέα, έχει πλήρη αυτοτέλεια στον σχεδιασμό του, αφετέρου όμως το έργο εν συνόλω είναι συστηματοποιημένο σε τέτοιον βαθμό που δίνει τη εντύπωση αρμονικής ολότητας. Η αρχαία μυθολογία συνδιαλλάσσεται με τη μαγευτικά λεπτομερέστατη αναπαράσταση του Δουβλίνου των αρχών του αιώνα και την άρτια σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέσα από την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου. Η μουσικότητα του λόγου, ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής του Τζόις (ο ίδιος μάλιστα ήταν βραβευμένος τενόρος), κάνει συνεχώς αισθητή την εμφάνισή της και οδηγεί τον ρυθμό.

Ο «άλλος» Οδυσσέας του Τζέιμς ΤζόιςΟ Οδυσσέας του Τζόις προκάλεσε από την πρώτη κιόλας στιγμή σοκ σε κοινό και κριτικούς. Εξού και η αρχική έλλειψη πρόθυμων εκδοτικών οίκων για την έκδοσή του στη Μεγάλη Βρετανία και η απαγόρευσή του στην Αμερική. Η ελευθεροστομία και η τολμηρή έκφραση του δημιουργού θα επιφέρουν τις πρώτες αρνητικές αντιδράσεις, ενώ παράλληλα μια μεγάλη μερίδα αναγνωστών θα αναγνωρίζει το έργο αυτό ως την ύψιστη στιγμή του μοντερνισμού και θα το θεωρήσει ικανό να αλλάξει άρδην την πορεία της λογοτεχνίας.

Ακόμα και σήμερα οι απόψεις διίστανται. Το κατά πολλούς σημαντικότερο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα αντιμετωπίζεται από άλλους ως ένα δυσανάγνωστο κείμενο, καθώς ο συγγραφέας φροντίζει υπερβολικά το ύφος και αφήνει σε δεύτερη μοίρα το περιεχόμενο, και μάλιστα στο βαθμό εκείνο που το διάβασμά του καταντά ανιαρό για τον απλό αναγνώστη. Μπορεί ασφαλώς να γίνει απολύτως κατανοητή η αμηχανία του αμύητου αναγνώστη, όταν έρχεται σε πρώτη επαφή με τον τζοϊσικό λαβύρινθο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όμως, ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας και δη της μοντέρνας. Το γεγονός δηλαδή ότι η μορφή δεν είναι ένας απλός εξωτερικός τύπος που εφαρμόζεται στο περιεχόμενο, αλλά η απόλυτη μορφή ταυτίζεται με το περιεχόμενο και αποτελεί τα Άγια των Αγίων για τους απανταχού λογοτέχνες. Εκεί βρίσκεται η αξεπέραστη δυναμική της ιδιοφυΐας του Τζόις που αποτυπώνεται στον Οδυσσέα.

Απόσπασμα

«Η είσοδος της Νυχτόπολης από την οδό Μάμποτ, που εμπρός της απλώνεται ένα αμαξοστάσιο των τραμ ξελιθόστρωτο, σπαρμένο με σκελετούς βαγονιών, πράσινους και κόκκινους σηματοδότες και σήματα κινδύνου. Σειρές χάρτινα σπίτια με πόρτες που χάσκουν. Αραιές λάμπες γκαζιού με ξεψυχισμένο φως. Γύρω από τη σταματημένη παγωτογόνδολα του Ραμπαγιότι, ραχητικοί άντρες και γυναίκες τραβολογιούνται. Αρπάζουν βάφλες με σφηνωμένα ανάμεσά τους σβωλαράκια από καρβουνιασμένο και χάλκινο χιόνι. Βυζαίνοντας, σιγά-σιγά σκορπίζουν. Παιδιά. Το κυκνοχτένι της γόνδολας, υψώνεται στητό, σχίζει αργά τη σκοτεινιά, λευκό και γαλάζιο κάτω από ένα φάρο. Σφυρίγματα που καλούν κι αποκρίνονται» (Οδυσσέας, κεφ 15. Κίρκη)

Συντάκτης: Βαγγέλης Γραμματικόπουλος,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr