Νίκος Ζούδιαρης, ένας καίριος καλλιτέχνης

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

http://www.flowmagazine.gr/images/uploads/nikos_zoudiaris_1.jpgΑυταπάτες κανακεύουν την αυθάδεια των κάλπικων συγκινήσεων. Ζαλίζουν τα αληθινά και ζευγαρώνουν με την πειρατεία. Να σπρώξουν το βήμα τους και να πέσει στο κενό. Η υποκουλτούρα δρασκελίζει την τέχνη απ’ άκρη σ’ άκρη μέχρι να τη χαλάσει. Μια απόχη σταλίζει στη στροφή. Σκέψη δυνατή αρπάζει τη διερχόμενη στιγμή και την τρέχει πάνω στην πατίνα της ζωής. Είκοσι χρόνια ο Νίκος Ζούδιαρης είναι εδώ. Από το χτες στο αύριο φουντώνει τις αισθήσεις σχεδιάζοντας το απρόβλεπτο και αναθεωρώντας το διαρκώς. Χειροποίητα τραγούδια γαργαλάνε τον ένστικτό μας. Εκείνο αντιδρά. Δημιουργεί και όσο διαρκεί αυτό, παίρνει βαθιές και μεγάλες ανάσες. Μια λύτρωση απερίγραπτη διαπερνά όλο του το κορμί. Γιατί η τέχνη για εκείνον είναι ανάγκη. Ο ίδιος έχει πει: «Ζω με το τραγούδι σαν ασθενής, σαν διαβητικός...». Ρίχνει εμβόλιμες ματιές στο ρου της ιστορίας των ανθρώπων και πιάνει να κεντάει απάνω σε στίχους και μουσικές. Αλλιώτικες εμπειρίες καταλήγουν σε κομμάτια με παράξενη γοητεία, σχεδόν εξωτική. Ωραίες ατέλειες ανατρέπουν το μονοπώλιο της αψεγάδιαστης ομορφιάς. Κάνουν εντύπωση ετούτες οι δημιουργίες. Γιατί λένε λίγα δίνοντας απαντήσεις στα γιατί. Αφήνουν χώρο για το ξέσπασμα. Αυτό που κοχλάζει μέσα μας και ψάχνει το θηρίο, για να βγει.

Ένας παρατηρητής αναμετράται με το ένστικτό του

Ο Ζούδιαρης γεννιέται στις 19 Νοεμβρίου 1959 στην Αθήνα. Ένα συνεσταλμένο παιδί αλωνίζει στις αλάνες προσπαθώντας να εφεύρει απίθανα παιχνίδια. Παρατηρεί πολύ. Μιλά λιγότερο. Θέλει να αφομοιώσει τον παλμό του κόσμου. Να μάθει τους κανόνες, για να μπορεί να τους ανατρέψει. Να προτάξει τις εξαιρέσεις κρατώντας ισορροπία. Είναι μόλις οχτώ χρονών, όταν συναντιούνται. Ο ίδιος έχει πει: «Συνέβη, έτσι όπως γνωρίζεις ένα φίλο στη γειτονιά πιτσιρικάς, έτσι γνώρισα και εγώ τη μουσική». Ξύλα, τενεκέδες και μπετονιές για ψάρεμα χρησιμεύουν στην κατασκευή της πρώτης του κιθάρας. Πιάνει να παίζει και ο ήχος φτάνει ως το χωριό του στην Ηλεία. Τόση είναι η χαρά του. Είναι Πάσχα και ο αέρας στην Αυγεία μυρίζει αλλιώτικα. Ένα ζευγάρι λουστρίνια και ένα κοστούμι τον περιμένουν. Η μητέρα του φροντίζει πάντα το βράδυ της Ανάστασης να ξεχωρίζει. Από αγάπη. Καμαρώνει μέχρι που τον πετσοκόβουν εκείνα τα βλέμματα. Οι φίλοι του στέκονται σε απόσταση σπρώχνοντας δυνατά όλο τον αυθορμητισμό. Εκείνος σωριάζεται καταγής. Στη θέση του υψώνεται τοίχος μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Η πλατεία του χωριού παύει να είναι μια δελεαστική απόδραση από το σπίτι. Μια απολογία πλανιέται μέσα του σαν ένα χρέος της παιδικής του ηλικίας.

Η ζωή στην πρωτεύουσα φωνάζει. Καλεί τους αγρότες να ντυθούν στην πένα και να γευτούν τις ανέσεις της πόλης. Η λαχτάρα τους τερματίζει και η αστυφιλία σφηνώνει επιδεικτικά και ατσούμπαλα στις αδυναμίες της επαρχίας. Καμιά υπόνοια για την έλλειψη οξυγόνου. Καμιά ανησυχία για την επιβίωση στους δρόμους της. Η φυγή είναι η λύση. Τα χρόνια που μετρά είναι λίγα μα το ένστικτό του γράφει λάθος. Μια μικρή ξενιτιά στα σπλάχνα της πατρίδας του στοιβάζεται με μια πίκρα μέσα του. Για εκείνο που δεν βλέπουν όλοι αυτοί. Μα αργότερα θα το νιώσουν στα τσιμεντένια πεζοδρόμια. Εκείνος παρατηρεί και καταγράφει εικόνες και αισθήματα. Η εφηβεία του περνά γρήγορα.

Το ταλέντο υποβόσκει

Μουσικές σπουδές στην κιθάρα και οικονομικοί υπολογισμοί με νούμερα και σύμβολα συνυπάρχουν μ’ ένα τρόπο παράξενο. Τελειώνει στο ΚΑΤΕΕ Αθήνας. Για δεκατρία χρόνια δουλεύει ως εκτελωνιστής. Το διάστημα αυτό λειτουργεί συσσωρευτικά τσακώνοντας κάθε στιγμή από τα μαλλιά και στριφογυρνώντας σχεδόν με μανία γύρω από κάθε ανθρώπινη φιγούρα που συναντά. Το 1987 οι συγκυρίες αναμοχλεύουν τις μνήμες του. Μια τυχαία συνάντηση στην πλατεία Κουμουνδούρου τον φέρνει αντιμέτωπο με εκείνη την πίκρα της ξενιτιάς που μόνο εκείνος έβλεπε. Ένας παιδικός του φίλος με την ευαισθησία που σπάει κόκκαλα έσερνε βαριά τα βήματά του. Μια διασταύρωση με τα μάτια ακολουθεί μια στιγμιαία και άχαρη χαιρετούρα. Βιαστική. Δεν μαζεύει πληροφορίες. Νιώθει όμως ακαριαία τη ψυχή του φίλου του να ψυχορραγεί. Η αθωότητά του άφαντη. Χάνεται στη στροφή. Κουτρουβαλιάζει τα υπόγεια σκαλάκια σε μια γωνιά στη Ζήνωνος. Είναι ο ήρωας του ομώνυμου τραγουδιού που θα γράψει ο Νίκος λίγα χρόνια αργότερα. Πόνεσε ετούτο το κομμάτι, μέχρι να βγει. Ήταν για το φίλο του μα και για όσους χάσανε τα βήματά τους. Γι’ αυτούς που τα όνειρά τους τους έκλεισαν απ’ έξω. Το παραμύθι της καλής ζωής στην πρωτεύουσα είχε δράκους και μάγισσες. Κανένας όμως δεν του μίλησε γι’ αυτό. Άφησε πίσω το σπαθί του και εκείνοι κουρσέψανε τη μοίρα του.

Δύο χρόνια δουλειάς και περισυλλογής χρειάστηκαν, για να φέρει εις πέρας την παρθενική του προσπάθεια για τη δημιουργία στίχων και μουσικής. Η οδός Ζήνωνος μαζί με άλλα εξίσου όμορφα κομμάτια εγκαινίασαν την είσοδό του στη δισκογραφία. Τραγούδια διαλεχτά στην αρχή απορρίφθηκαν από τη δισκογραφική εταιρεία, καθώς θεωρήθηκαν ξεπερασμένα και αντιεμπορικά. Το 1993 η διορατικότητα για την διαχρονική ουσία αυτής της δουλειάς και η επιμονή της Δήμητρας Γαλάνη να ακούσει ο κόσμος αυτά τα τραγούδια έφεραν τον δίσκο στην αγορά. Αναλαμβάνει την παραγωγή του και ερμηνεύει τρία κομμάτια. Τα υπόλοιπα φτάνουν στ’ αυτιά μας με τη μελωδική φωνή του Αλκίνοου Ιωαννίδη.

Αφήνοντας καλλιτεχνικά σημάδια

Μέχρι σήμερα μετρά γύρω στις 10 προσωπικές δισκογραφικές δουλειές και 17 συμμετοχές σε δίσκους άλλων. Η έμπνευσή του μοιράζεται ανάμεσα σε λόγια και σε νότες πλέκοντας συνήθως ένα μουσικό υφαντό ολοκληρωτικά δικό του. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια τραγούδια, όπου δανείζεται σκέψεις ή μελωδίες από άλλους εξίσου σημαντικούς δημιουργούς, όπως οι Τάκης Μπουρμάς, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Οδυσσέας Ιωάννου και άλλοι. Έχει συνεργαστεί με σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως οι Γιώργος Νταλάρας, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Τάνια Τσανακλίδου, Μανώλης Λιδάκης, Απόστολος Ρίζος και πολλοί ακόμα.

Μια κάλπικη ησυχία πλανάται μες στη συνάφεια του κόσμου. Το καζάνι όμως βράζει. Όλοι οι φόβοι εκεί. Δεν ξεμυτίζουν. Μέχρι να δουν τα παράπονά να ξεκορφίζουν. Και τότε σιμώνουν και εκείνα τα δάκρυα. Μα δεν κατεβαίνουν από μάτια ανθρώπου. Όχι. Εκείνος άτρωτος και δυνατός επιβιώνει ανάμεσα στα αρπακτικά που παραμονεύουν στις γωνιές μιας αδηφάγου εποχής. Ένας κύκνος κλαίει. Να σώσει τον άνθρωπο. Τούτα τα δάκρυα λυτρώνουν την ασάλευτη ντροπή του. Είναι η ίδια που έχασε στη Μπαλάντα του Μισθοφόρου, όταν σκάρωνε πολέμους. Και εκείνη που ξεχνά τις νύχτες που στέλνει στο διάολο και αναζητά ξανά πλανόδιους έρωτες. Ψάχνει να βρει, δυο κούφια λόγια να πιαστεί και ύστερα πάλι ας χαθεί. Μα ήρθε εκείνος ο μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά. Τον πήρε μαζί του. Μπήκανε σ’ ένα καράβι της φυγής. Φτάσανε ως το Βόσπορο. Και κάπου εκεί θυμήθηκε τα καστανά μαλλιά της, όπως έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της, εκείνο το σούρουπο στην παραλία. Της κρατούσε το χέρι. Το μεγάλο τους το όνειρο του εξήγησε μ’ ένα φιλί. Δεν τη χόρτασε ποτέ. Όλα ήταν μια στιγμή. Η εικόνα θάμπωσε. Τώρα βάλθηκε να ψιθυρίζει. Ο μάγος τον κοίταξε απορημένος. Τότε, κατάλαβε. Της έστειλε με τ’ αγέρι χαιρετισμούς. Όταν θα την χαϊδεύει, να τους ακούει. Λένε τα πόδια της φωτιάς πως είναι οι ανέμοι. Τέτοια φωτιά σιγοκαίει μέσα του και όπως φυσάει αμέσως φουντώνει. Στ’ άγρια σοκάκια της ψυχής ψάχνει μα δεν την ανταμώνει. Θα ‘θελε να ‘ναι προσευχή να ημερεύει της ζωής της τα ανήσυχα. Μέτρησε τις πιο βαθιές τους διαφορές. Εκείνες που τους έφτασαν στο χωρισμό. Πόθοι αδιέξοδοι τρελοί τους μάτωσαν τα μάτια.

Μια υπέροχα ασουλούπωτη ανθεκτικότητα

Ερεθίσματα διαφορετικά και ετερόκλητα φτάνουν στο κατώφλι του και εκείνος τα υποδέχεται πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό. Άλλοτε τα κάνει αμέσως τραγούδι. Άλλοτε πάλι ανοίγει το συρτάρι και τα βάζει εκεί μέσα. Τα διαιωνίζει στη σκέψη του μέχρι να χιμήξουν έξω από αυτήν. Η σκόνη του χρόνου περνά από πάνω τους μα δεν θρονιάζεται εκεί. Η δική του πρώτη αίσθηση παραμένει πάντα ζωηρή και παιχνιδιάρα. Σπαρταράει μέσα στο τραγούδι, μέχρι που γίνονται ένα σώμα. Με μια ανάγκη να αποφορτίσει το παράπονό του και να ξορκίσει τα απωθημένα του αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο και χορεύει στο ρυθμό της έμπνευσής του. Δεν υπάρχει στόχος για κάτι συγκεκριμένο. Γι’ αυτό δεν διστάζει να αντιστρέψει την αρχική ιδέα και κάνοντας μια αναστροφή το αισθητήριό του να σκαλώσει σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Τότε, φτιάχνει και τα ομορφότερα κομμάτια. Δεν τα φαντάστηκε ποτέ. Δεν τα προγραμμάτισε. Γι’ αυτό και ξεχωρίζουν.

Είναι ένας βαθιά σκεπτόμενος επαναστάτης που νιώθει ευτυχής, χωρίς να βάζει όρους και προϋποθέσεις σε καλούπια. Εικόνες και όνειρα σμιλεύουν λίγο λίγο τη δημιουργική του διάθεση. Ένας Αύγουστος αδιάφορος σέρνεται στο τσιμέντο της Αθήνας που βράζει. Μια τυχαία γνωριμία με μια κοπέλα καταλήγει σε πολύωρη κουβέντα με φόντο την Αίγυπτο. Το σπινθήρισμα στα μάτια προεξοφλεί μια ατμόσφαιρα ερωτική. Ένα ταξίδι μαγικό σχεδιάζεται στους διαδρόμους του μυαλού τους. Εισιτήρια, διαμονή και διαδρομές κυλάνε σαν κάτι τετελεσμένο. Πέρασε καιρός. Το όνειρο παρέμεινε εκεί. Ένα ντέμο μαζί με ένα μπουκέτο λουλούδια γυρίζει το χρόνο πίσω. Σε μηδενικό χρόνο βρίσκονται στην Αγορά του Αλ Χαλίλι, εκεί που ο άνεμος καίει. Τι κι αν η πραγματικότητα δεν τους πήγε εκει; Το κομμάτι αυτό την ξεπέρασε αναδιαμορφώνοντας την κατάταξη των κλασικών και διαχρονικών τραγουδιών.

Μια εμφανής απόσταση ασφαλείας από το ρεύμα της αδέσποτης επιτυχίας επιτρέπει στην ευαισθησία του να παραμένει ζωντανή και στον εγωισμό του να μαζεύεται τρομαγμένος. Νιώθει ευγνωμοσύνη κάθε φορά που ένα τραγούδι του αγαπιέται. Ο τρόπος του παραμένει πάντα αληθινός, γι’ αυτό και βγαίνει αλώβητος από τη μάχη της μουσικής βιομηχανίας. Κάπου κάπου η καλλιτεχνική του ανάγκη απλώνεται στην ερμηνεία ή ακόμη στην ενορχήστρωση και την παραγωγή δίσκων. Πάντα με ουσία. Στέκεται συχνά στα όχι και λιγότερο στα ναι. Οι αρνήσεις είναι η μόνη του αντίσταση στην τάση μαζικοποίησης των πάντων. Επιμένει ακόμα στις παρέες και τα στέκια και όχι στους γνωστούς-αγνώστους και τα μεγάλα μαγαζιά. Κρατάει με νύχια και με δόντια την αισιοδοξία του. Κάνει ένα μετέωρο βήμα πάνω από τρύπια δίχτυα κι όμως ισορροπεί. Τα μεσάνυχτα βλέπει το ξημέρωμα και σήμερα βλέπει το αύριο. Πάντα υπάρχει κάτι ομορφότερο να δουν τα μάτια του. Γι’ αυτό δεν φτάνει στο τέλμα. Οι χαμηλόφωνες μπαλάντες του ξεκινούν από τη μελαγχολία αλλά μ’ έναν ανέλπιστο τρόπο καταλήγουνε στο φως. Ανάμεσα σε θεούς και δαίμονες και στα παιχνίδια διαπλοκής ετούτης της ανάπηρης εποχής, ο πολιτισμός δεν χάθηκε. Είναι εδώ. Στα τραγούδια του Νίκου. Στην αλήθεια του. Στην λαχτάρα μας για ποιότητα επι της ουσίας. Για να κάνουμε τα απάνθρωπα ανθρώπινα.

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.