Να ’σαι Κάτι – Η ψυχολογία πίσω από τη γλυκιά ψευδαίσθηση της εξουσίας

Συντάκτης: Χρυσούλα Μουλαρτζή, Πτυχιούχος Φιλοσοφικής με ειδίκευση στην Ψυχολογία, Ειδική Παιδαγωγός

Υπάρχει μέσα μας μια ήρεμη αλλά βαθιά ανάγκη: να νιώθουμε ότι είμαστε κάτι. Ότι υπάρχουμε με νόημα, ότι έχουμε ρόλο, ότι δεν χαωνόμαστε μέσα στην ανωνυμία της καθημερινότητας. Κι όσο πιο ασταθής είναι η εσωτερική μας εικόνα, τόσο πιο έντονα αναζητούμε μια εξωτερική ταμπέλα για να μας σταθεροποιήσει.

Η εξουσία, ακόμη και η πιο μικρή, καθημερινή μορφή της, λειτουργεί σαν ψυχολογικό δεκανίκι. Το «εγώ ξέρω», το «εγώ αποφασίζω», το «εγώ οδηγώ» δεν είναι απαραίτητα επιβολή στους άλλους· συχνά είναι μια προσπάθεια να επιβεβαιώσουμε κάτι δικό μας που τρίζει.

Μερικές φορές η προσωπική μας ζωή δεν μας γεμίζει, η μέρα μοιάζει ίδια με την προηγούμενη κι αρχίζουμε να ψάχνουμε κάπου αλλού μια σπίθα. Έτσι δημιουργούμε πράγματα, μπλεκόμαστε σε καταστάσεις, πιάνουμε χίλια δύο projects –απλώς για να νιώσουμε πως αποκτούμε μορφή, βάρος, ρόλο. Συχνά μάλιστα δεν ρωτάμε καν αν αυτό που κάνουμε μας ταιριάζει· αρκεί να μας κινεί, να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι κάπου «λειτουργούμε». Κι εκεί μπαίνει μια σημαντική διάκριση που συχνά προσπερνάμε.

  • Υπάρχουν άνθρωποι γεννημένοι για δύναμη.

Όχι για τη δύναμη-βιτρίνα, αλλά για τη δύναμη-ευθύνη. Αυτοί που όταν αναλαμβάνουν κάτι, το κάνουν με καθαρότητα, συγκρότηση και στόχο. Η δύναμή τους δεν είναι θέαμα, είναι εργαλείο. Δεν εξουσιάζουν για να γεμίσουν κενά, αλλά για να υλοποιήσουν σκοπούς. Έχουν εσωτερικές ρίζες: αυτογνωσία, ψυχραιμία, εικόνα ολοκληρωμένη για τον εαυτό τους. Αν τους δώσεις έναν ρόλο, τον υπηρετούν. Αν τους δώσεις ευθύνη, την αντέχουν. Αν τους δώσεις κόσμο να καθοδηγήσουν, τον σέβονται. Είναι η δύναμη που ρέει φυσικά, όχι από ανάγκη, αλλά από ωριμότητα.

  • Και υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι.

Εκείνοι που μοιάζουν να παλεύουν σπασμωδικά να δείξουν ότι έχουν δύναμη. Αναλαμβάνουν πράγματα που δεν τους ταιριάζουν, υπερβάλλουν σε καταστάσεις που δεν τους ανήκουν, μιλούν δυνατά για να μην ακουστεί η εσωτερική σιωπή. Και όσο πιο πολύ φοβούνται ότι δεν είναι «κάτι», τόσο πιο νευρικά προσπαθούν να το αποδείξουν. Η εξουσία πάνω τους δεν κάθεται· γλιστράει, γιατί δεν στηρίζεται σε κάτι βαθύτερο μέσα τους. Κι έτσι οι κινήσεις γίνονται έντονες, υπερβολικές, ασυντόνιστες, περισσότερο για το θεαθήναι παρά για το αποτέλεσμα.

Ψυχολογικά, αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που δουλεύει με τη δύναμη και στον άνθρωπο που παλεύει για τη δύναμη. Ο πρώτος δεν χρειάζεται να φωνάζει, γιατί η παρουσία του ακούγεται. Ο δεύτερος φωνάζει για να καλύψει την απουσία του. Και κάπου εκεί επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Θέλουμε να είμαστε κάτι; Ή θέλουμε να είμαστε κάποιοι πραγματικά;

Ίσως η πιο ουσιαστική δύναμη δεν βρίσκεται στην εξουσία, αλλά στην αυτογνωσία: στο να ξέρεις πού μπορείς να σταθείς, τι μπορείς να σηκώσεις και ποια δύναμη είναι δική σου –όχι δανεική.

Γιατί στο τέλος, η πραγματική ισχύς δεν φαίνεται στη φωνή, αλλά στη σταθερότητα του μέσα μας.
Και εκεί, στο απλό «είμαι», χωρίς φανφάρες, βρίσκεται η μόνη δύναμη που πράγματι έχει σημασία.

Χρυσούλα Μουλαρτζή, Πτυχιούχος Φιλοσοφικής με ειδίκευση στην Ψυχολογία, Ειδική Παιδαγωγός



Συντάκτης: Χρυσούλα Μουλαρτζή, Πτυχιούχος Φιλοσοφικής με ειδίκευση στην Ψυχολογία, Ειδική Παιδαγωγός

Influence:

Είμαι απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος…