Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, της Άλκης Ζέη
Σίγουρα υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους επιλέγει κανείς ένα βιβλίο, πιθανούς και απίθανους. Ο δικός μου, για το συγκεκριμένο, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όταν, προ αμνημονεύτων ετών, πήγα στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου, η δασκάλα μας, η κυρία Ειρήνη, μας έδωσε ένα χαρτί που περιέγραφε τη γραφική ύλη με την οποία θα έπρεπε να εφοδιασθούμε.
Ανάμεσα στα άλλα ήταν “ένα μολύβι φάμπερ νούμερο δύο”. Μολύβι ήξερα τι ήταν. Όμως “φάμπερ”; Πολύ εξωτική ακουγόταν η λέξη. Και γιατί νούμερο δύο και όχι ένα ή τρία;
Όταν το πρωτόπιασα στα χέρια μου, γυαλιστερά κατάμαυρο, έχοντας τυπωμένο στην άκρη του με χρυσά γράμματα το “FABER No 2” αισθάνθηκα πολύ υπερήφανος. Κρατούσα ένα “μολύβι φάμπερ νούμερο δύο”! Όχι αστεία! Με αυτό το μικρό, καλοξυσμένο δόρυ θα άρχιζα τις πολυετείς μάχες μου για να κατακτήσω τη γνώση (μάχες που συνεχίζονται έως σήμερα…).
Όπως είναι φυσικό, ο τίτλος του βιβλίου με μαγνήτισε. Βρήκα κάποιον με τον οποίο μοιραζόμουν την αγάπη για το ίδιο φετίχ! Το ότι συγγραφέας του βιβλίου είναι η αγαπημένη Άλκη Ζέη με έκανε να το αγοράσω αμέσως.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο από το 2013 με 285 σελίδες και είναι αυτοβιογραφικό. Αρχίζει το 1925 με τα παιδικά χρόνια της συγγραφέως στη Σάμο και στη συνέχεια μεταφέρεται στο κέντρο της Αθήνας διατρέχοντας τις επόμενες δύο δεκαετίες.
Σημαντικό ρόλο παίζουν όχι μόνο τα συγγενικά πρόσωπα (ο αυστηρός πατέρας, η κοσμική, αντιστασιακή και ανοιχτόμυαλη μητέρα, ο ωραίος θείος Πλάτων Σωτηρίου που παντρεύτηκε τη Διδώ Σωτηρίου, η οποία την εμύησε στην συγγραφή κλπ.) αλλά και πασίγνωστα πρόσωπα των γραμμάτων και της τέχνης, που τότε έκαναν τα πρώτα τους βήματα: η κολλητή φίλη και μετέπειτα ηθοποιός Ζωρζ Σαρρή, ο θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Σεβαστίκογλου, μετέπειτα σύζυγός της, ο Νίκος Γκάτσος, ο έρωτας της αδελφής της, της Λενούλας, στην οποία αφιέρωσε την περίφημη Αμοργό του, ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις, ο Μποστατζόγλου, ο Κάρολος Κουν. Εδώ τους παρακολουθούμε, μέσα στην κατοχή, να προσπαθούν να επιβιώσουν, να αντιστέκονται, να ερωτεύονται και να καλλιεργούν την τέχνη τους, που στη συνέχεια τους έκανε διάσημους.
Πολύ πριν γνωρίσω την Άλκη Ζέη ως μυθιστοριογράφο την είχα συναντήσει, χωρίς να το ξέρω, ως συγγραφέα κειμένων για κουκλοθέατρο. Μαθητάκος στις πρώτες τάξεις του δημοτικού μας πήγαν με το σχολείο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Εντυπωσιάστηκα από τα πάντα: το κτήριο, τον διάκοσμο, τα βελούδινα καθίσματα, τη μεγάλη σκηνή αλλά κυρίως την παράσταση: κουκλοθέατρο με τον Μπαρμπα-Μυτούση και τα “ανηψούδια” του, τον Κλούβιο και τη Σουβλίτσα. Ο Κλούβιος ήταν δημιούργημα της Άλκης Ζέη και εντάχθηκε στον κουκλοθέατρο Μπαρμπα-Μυτούση που ίδρυσε η Περράκη-Θεοχάρη.
Ας δούμε όμως τι γράφει η ίδια η συγγραφέας για το βιβλίο της: «Μνήμη και πολλή αγάπη χρειάστηκε για να γράψω την ιστορία της ζωής μου. Στο μυθιστόρημα μπορείς να λες ό, τι φαντάζεσαι, να κινείς τους ήρωές σου όπως θέλεις, να τους βάζεις να λένε ό, τι σκέφτεσαι εσύ. Όταν όμως τα πρόσωπα είναι αληθινά, δεν γίνεται ούτε τοσοδά να λαθέψεις, μια και κανείς τους δεν μπορεί πια να σε επιβεβαιώσει ή να σε διαψεύσει. Ευτυχώς που υπάρχει η αδελφή μου και η μνήμη της είναι αλάνθαστη και η ζωή της μπλέκεται με τη δική μου. Μόλις διάβασε αυτά που έγραψα μου είπε: “Έτσι ζήσαμε, έτσι ήταν αυτοί που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε”. “Τώρα” της λέω, “που ξαναθυμήθηκες την ιστορία μας θα θελες να είχαμε ζήσει μια άλλη ζωή;” “Με τίποτα” μου αποκρίθηκε αυθόρμητα. “Με τίποτα” συμπλήρωσα κι εγώ».
Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετές φωτογραφίες, μαυρόασπρες φυσικά, από τη ζωή της συγγραφέως, μία από τις οποίες κοσμεί το εξώφυλλο.
Η συνέχεια της ζωής της μετά την κατοχή περιγράφεται στο μυθιστόρημά της Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (Μεταίχμιο, 2011).
Άκουσα τον γνωστό μεγάλο ποιητή μας Τίτο Πατρίκιο να λέει σε τηλεοπτική συνέντευξη πως θεωρεί δύο ως καλύτερες αυτοβιογραφίες: Το Τότε που ζήσαμε, του Ασημάκη Πανσέληνου (πατέρα του γνωστού συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνου), και το Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο της Άλκης Ζέη. Ύστερα από αυτό δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο…



























