Μάρκος Βαμβακάρης, ένας εξαγνισμένος ρεμπέτης
Σε έναν τόπο ευλογημένο από το φως της δημιουργίας και του πολιτισμού ο Μάρκος Βαμβακάρης ανέβηκε στο πιο ψηλό σκαλοπάτι της μουσικής μας κληρονομιάς, για να αγναντέψει από εκεί την αγαπημένη του Σύρο και το λιμάνι του Πειραιά. Υπήρξε ο θεμελιωτής της ρεμπέτικης μουσικής, η οποία αποτέλεσε το μέσο για να αποτυπωθεί η αλήθεια μιας ολόκληρης εποχής καταγράφοντας το σκληρό της πρόσωπο και ταυτόχρονα τον κατακερματισμό αυτού από μιαν αλλιώτικη ζεστασιά. Αγάπησε πολύ αυτή τη μουσική και διακαής του πόθος ήταν η εξάπλωσή της στις νεότερες γενιές. Κάποια βραδιά σε κάποιο μαγαζί στην Πλάκα που τραγουδούσε ο Βαμβακάρης, ο Νταλάρας ερμήνευσε τον «Κάβουρα». Τον πλησίασε τότε και του είπε: «Πολύ ωραία τον είπες τον Κάβουρα. Αυτή ήταν η ωραιότερη μέρα της ζωής μου.»
Παιδικές θύμησες στα λιμάνια της καρδιάς του
Ο Βαμβακάρης γεννήθηκε στις 10 Μαϊου 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας, στην ξελογιάστρα Σύρο. Όπως ο αμάραντος φυτρώνει στον αφιλόξενο βράχο, ο Μάρκος μεγάλωσε σε μια φτωχική οικογένεια με ακόμα πέντε αδέρφια, βιώνοντας από μικρός την αγώνα επιβιώσης. Τα γεγονότα του 1912 παίρνουν τον πατέρα του για στρατιώτη, με αποτέλεσμα το βάρος να πέφτει πια στον ίδιο ως το μεγαλύτερο παιδί. Σταματά το σχολείο και δουλεύει σε διάφορες δουλειές. Κάνει ακόμα και το λούστρο προκειμένου να βγάλει το μεροκάματο. Η μουσική που τριγυρίζει στ΄αυτιά του είναι οι ήχοι που ξεπηδούν από τη γκάϊντα και το μπουζούκι του πατέρα του ενώ γίνεται μάρτυρας των τραγουδιών που γράφει ο παππούς του.
Σε ηλικία 8 ετών πάνω στο παιχνίδι σπρώχνει έναν βράχο, ο οποίος καταλήγει στο σπίτι μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Ο φόβος μήπως τη σκότωσε τον οδηγεί στο λιμάνι του Πειραιά, αρχίζοντας να δουλεύει πια εκεί. Κάποια χρόνια μετά, έρχονται και οι γονείς του. Δουλεύει στα «κάρβουνα» και αργότερα για λίγο ως εκδορέας στα σφαγεία. Κάνει μια μποέμικη ζωή και αγαπά τους ανθρώπους του περιθωρίου. Εντυπώνονται μέσα του οι εικόνες από τη δύσκολη ζωή του λιμανιού με πρωταγωνιστές της γης τους κολασμένους. Οι ουσίες έχουν το πρώτο και το τελευταίο λόγο κάθε ημέρας που ξημερώνει. Έρχεται σε επαφή με τον υπόκοσμο και τους περίφημους τεκέδες της εποχής ακούγοντας σπουδαίους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού. Ο ίδιος είχε πει: «..άκουσα κάτα τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι, θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε κόκαλα στο μαγαζί…». Μέσα σε λίγους μήνες είχε μάθει μπουζούκι, χωρίς να ξέρει νότες.
Στους αλανιάρικους δρόμους της μοίρας του
Στα 19 του χρόνια γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Ένα χρόνο μετά παντρεύεται την ωραία Ελένη, για χάρη της οποίας γράφει πολλά τραγούδια. Ζήσανε έναν παράφορο ερώτα. Εκείνη, όμως τον απατά με άλλον και πολύ γρήγορα χωρίζουν, με αποτέλεσμα να τον αφορίσει η καθολική εκκλησία στο δόγμα της οποίας πίστευε. Το 1934 έχοντας ήδη 50 τραγούδια έτοιμα και έχοντας ηχογραφήσει κάποια στην Odeon, γίνεται συμμέτοχος στη δημιουργία της πρώτης ρεμπέτικης κομπανίας μαζί με τον Μπάτη, τον Παγιουμτζή και τον Δελιά στου Σαραντόπουλου, στον Πειραιά. Ο κόσμος συρρέει να ακούσει τη μυθική τετράδα Ο ίδιος, όμως περνά πολύ δύσκολες ώρες μετά το χωρισμό του, υπογράφοντας τα τραγούδια του με ψευδώνυμο για να γλιτώνει χρήματα από τη διατροφή που έδινε στη γυναίκα του.
Οι περίεργες φιλίες και η ζωή που κάνει τον οδηγούν συχνά σε κακοτράχαλα στενά που κρύβουν κινδύνους, όπως οι κατηγορίες για ανθρωποκτονία στη Θεσσαλονίκη το 1940. Τότε, γράφει «Αν είσαι μάνα και πονείς/ έλα μια μέρα να με δεις/ Έλα πριν με δικάσουνε/ κλάψε να μ’ απαλλάξουνε…».Ο Μουσχουντής, διοικητής της Ασφάλειας και μέγας λάτρης των ρεμπετών φροντίζει να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες. Γενικά, ήταν απίστευτο το πόσο αγαπούσαν τις μουσικές του όλοι οι αστυνομικοί. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, όπου ένας χωροφύλακας είχε πάρει στο κατόπι το Βαμβακάρη που πήγαινε χασίσι στο σπίτι και μαγεμένος από το ζεϊμπέκικο ταξίμι του δρόμου, όταν πια έφτασε σπίτι, του είπε: «Ρε Βαμβακάρη, ξέρω ότι έχεις στη τσέπη σου χασίσι, αλλά δεν μου έκανε καρδιά να σε σταματήσω και να σταματήσεις να παίζεις.»
Η δικτατορία του Μεταξά τον αναγκάζει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της λογοκρισίας περιορίζοντας πολύ τις αναφορές σε τεκέδες και την εισαγωγή ανατολίτικων στοιχείων. Ξαναπαντρεύεται τη Βαγγελιώ και αποκτούν μαζί τρία παιδιά. Η παραμορφωτική αρθρίτιδα στα χέρια του το 1954 αναστέλλει τη φόρα του και είναι η αιτία για να περάσει στα αζήτητα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκείνη την περίοδο όλος ο πόνος και το παράπονο βγαίνουν στο στίχο που γράφει, όπως «Ποτέ μη θες φεγγάρι μου ανθρώπους να γνωρίσεις, γιατί τα βάσανα της γης και εσύ θα τα αποκτήσεις.». Γυρίζει σε περιοδείες όλη την Ελλάδα έχοντας μαζί του το γιο του Στέλιο με πιατάκι για να βγάλουν το ψωμί της ήμερας. Ο γιος του τότε ήταν πραγματικά η αξιοπρέπειά του, αυτή που προσπάθησαν να ποδοπατήσουν οι εταιρείες της εποχής. Βρίσκεται και στη γενέτειρά του, όπου για δυόμιση μήνες παίζει στην περίφημη κατώγα του Λιλή, η οποία υπάρχει ακόμα και σήμερα.
Ο Βαμβακάρης ήταν πνεύμα ελεύθερο μ’ ένα βλέμμα αγέρωχο που ακόμα και όταν μαρτυρούσε στεναχώρια, ήταν το ίδιο δυνατό. Ένα βράδυ σ’ ένα μαγαζί στη Κοκκινιά ο καταστηματάρχης προτιμά να τον αντικαταστήσει με το jukebox. Φεύγοντας από εκεί, φανερά πικραμμένος και προσβεβλημένος ο Μάρκος σιγοτραγουδά: «Τι πάθος ατελείωτο/ που είναι το δικό μου/ όλοι να θέλουν τη ζωή/ κι εγώ το θάνατό μου..».
Στο τέλος της δεκαετίας του ’50 με πρωτοβουλία του Τσιτσάνη ως καλλιτεχνικού διευθυντή της Columbia πραγματοποιούνται επανεκτελέσεις τραγουδιών του καθώς και νέες συνθέσεις του με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, γεγονός που βοηθά στην επαναφορά του στα μουσικά πράγματα. Είχε κερδίσει την εκτίμηση και την ακλόνητη αναγνώριση της καλλιτεχνικής του αξίας από όλους τους σπουδαίους όπως οι Ζαμπέτας, Χατζιδάκις, Άκης Πάνου. Οι εμφανίσεις του στο θέατρο «Κεντρικό» είναι η ευτυχέστερη στιγμή της καριέρας του, όταν τραγουδά «Μπουζούκι μου, ποιος τόλπιζε στα τόσα μεγαλεία, στο θέατρο το κεντρικό να δώσεις συναυλία.».
Κορυφαίος δημιουργός
Είναι ένας χρονογράφος της εποχής που ζει και εξελίσσεται καταγράφοντας τα βάσανα και τους καημούς τόσο των άλλων όσο και τα προσωπικά του. Ο Πειραιάς είναι το αντάρτικο των κατατρεγμένων, των εγκληματιών που έχει ποτίσει από τις νότες και τις πενιές του Βαμβακάρη. Γράφει αμανέδες για τούτο λιμάνι όπως ο «Πειραιώτικος μανές» και για γυναίκες τσαχπίνες που σουλατσάρουν εδώ «Αλάνα Πειραιώτισσα». Μαθαίνει να αποδέχεται και να αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα όπου κι αν αναφέρεται και αποκτά μια συνείδηση που αφορά σε όλους τους ανθρώπους, «Πρέπει να χτίσω ένα τζαμί για όλα τα δερβίσια /και με κουπέ πολιτικό να ‘ρχονται τα κορίτσια..».
Αγαπάει πολύ το γυναικείο φύλο και δημιουργεί τραγούδια διαμάντια που μιλούν για τον άντρα που είναι ερωτευμένος με το κατεργάρικο θηλυκό με τα μαύρα μάτια, τα μαύρα φρύδια και τα μαύρα κατσαρά μαλλιά που της λέει «Θέλω από ‘σε να μ’ αγαπήσεις, αλανιάρα,/ την φλόγα της καρδιάς μου να μου σβήσεις..». Μιλάει και για την άπιστη γυναίκα που προδίδει με το σώμα την καρδιά της και τότε ο Μάρκος της λέει: «Ήθελα να σ’ αντάμωνα/ να σου ’λεγα καμπόσα,/κι αν δε σου γύριζα το νου/ αχ… να μου ’κοβαν τη γλώσσα…».
Δημιούργησε πάνω από 200 υπέροχα τραγούδια, τα οποία τραγούδησε ο ίδιος αλλά τα περισσότερα τραγούθηκαν ξανά από τον Στέλιο Βαμβακάρη, το Γιώργο Νταλάρα και άλλους. Στην κορυφή όλων κατατάσσονται η όμορφη «Φραγκοσυριανή» αφιερωμένη στην αγαπημένη του πατρίδα καθώς και «Τα ματόκλαδα σου λάμπουν». Πιο επίκαιρος από ποτέ μας θυμίζει «Όσοι γενούν πρωθυπουργοί, όλοι τους θα πεθάνουν, τους κυνηγάει ο λαός για τα καλά που κάνουν..».
«Τι με ωφελούν οι άνοιξες και οι ομορφιές του κόσμου, αφού ο κόσμος χάνεται άξαφνα από εμπρός μου..»
Ο Βαμβακάρης απόλαυσε όσο πιο πολύ μπορούσε τις μεγάλες του αγάπες που ήταν το μπουζούκι από τη μια και οι γυναίκες από την άλλη. Μάλιστα, είχε φυλαγμένο ένα άλμπουμ με όλες τις φωτογραφίες των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του. Συχνά, στη διάρκεια της ζωής του, όταν ένιωθε να τον ξεχνούν, τον έπιανε το παράπονο για τους ανθρώπους. Υπήρξε άνθρωπος χωρίς στεγανά συναισθημάτων, γεμάτος από πάθη και αδυναμίες. Πριν πεθάνει είχε δώσει εντολή, όταν «φύγει» να δώσουνε το μπουζούκι του στον Άκη Πάνου, ο οποίος όμως, αν και του είχε μεγάλη αγάπη, προτίμησε να μείνει ως κειμήλιο στα χέρια της οικογένειας.
Στις 8 Φλεβάρη 1972 το λαϊκό πάλκο έμεινε φτωχότερο με το Μάρκο Βαμβακάρη να αφήνει την τελευταία του πνοή. Ήταν ένας αυθεντικός καλλιτέχνης που άφησε πίσω του τραγούδια βιωματικά και πέρα για πέρα αληθινά ανάγοντας τις πίκρες της καθημερινότητας σε τέχνη και μιλώντας ανοιχτά για το κοινωνικό αποκλεισμό και το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια από το πιο φτωχό ως το χειρότερο εγκληματία. Λειτούργησε σαν αντίδοτο σε ανθρώπους που αποτελούσαν το κατακάθι μιας ολόκληρης κοινωνίας δίνοντας φως στο σκοτάδι τους και νόημα στη ζωή τους, μεταδίδοντας ανθρωπιά σε όλο της το μεγαλείο.
Είναι ο δάσκαλος όλων των μεγάλων δημιουργών, γιατί χωρίς ούτε καν τη στοιχειώδη πνευματική μόρφωση έγραψε σπουδαία τραγούδια που τα ζήλεψαν πολλοί. Ήταν ο πιο αγράμματος μορφωμένος που γέννησε η χώρα μας σημαδεύοντας μοναδικά την εξέλιξη της ελληνικής μουσικής. Έπαιζε αριστοτεχνικά κάνοντας κουρδίσματα και μουσικά «τσαλίμια» που σε κάθε άλλη περίπτωση θα απαιτούσαν χρόνια σπουδής στο όργανο. Ως την τελευταία στιγμή έπαιζε λέγοντας, «Ακόμα υπάρχει καρδιά να κάνω.». Είναι σίγουρο, ότι σε τέτοιους δύσκολους καιρούς το στίγμα μιας τέτοιας φιγούρας λείπει υπερβολικά, γιατί τα ματάκια μας να βγούνε σαν το Μάρκο δεν θα βρούνε…Ήταν και είναι ο κορυφαίος δημιουργός της ελληνικής μουσικής.



























