«Θαύμαζα, αγαπούσα, λάτρευα τη Σοφία Βέμπο και μετά από τόσα χρόνια ήρθε η ώρα, όχι να την ενσαρκώσω –προς Θεού- …
Μαρινέλλα: Η μεγάλη κυρία της μουσικής μας έφυγε…
UPDATED
Υπάρχουν φωνές που δεν σβήνουν ποτέ. Υπάρχουν παρουσίες που δεν αποχωρούν — απλώς μεταμορφώνονται σε μνήμη, σε συναίσθημα, σε τραγούδι που συνεχίζει να μας βρίσκει εκεί που πονάμε και εκεί που αγαπάμε.
Η Μαρινέλλα δεν ήταν απλώς μια σπουδαία ερμηνεύτρια. Ήταν μια δύναμη ζωής. Και τώρα, που η φωνή της σίγησε, η ηχώ της γίνεται ακόμη πιο δυνατή.
Ύμνος τιμής στη Μαρινέλλα
Το ελληνικό τραγούδι αποχαιρετά μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του. Μια γυναίκα που δεν ακολούθησε απλώς την εποχή της, αλλά τη διαμόρφωσε. Μια καλλιτέχνιδα που έζησε πάνω στη σκηνή, που τόλμησε, που συγκίνησε, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα σε γενιές ακροατών.
Η Μαρινέλλα υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μια μεγάλη φωνή. Ήταν έκφραση, θεατρικότητα, ένστικτο και πάθος. Ήταν η ερμηνεύτρια που μπορούσε να μετατρέψει ένα τραγούδι σε προσωπική εξομολόγηση και μια σκηνή σε χώρο εξομολόγησης χιλιάδων ανθρώπων ταυτόχρονα.
Από τα πρώτα της βήματα στη Θεσσαλονίκη μέχρι τις μεγάλες σκηνές της Ελλάδας και του κόσμου, η πορεία της υπήρξε αδιάκοπη, τολμηρή και βαθιά ανθρώπινη. Με μια φωνή σπάνιας έκτασης και μια παρουσία που δεν χωρούσε σε κανόνες, κατάφερε να γίνει σύμβολο. Όχι μόνο του λαϊκού τραγουδιού — αλλά μιας ολόκληρης στάσης ζωής.
Σήμερα, το όνομά της δεν ανήκει πια μόνο στη δισκογραφία ή στη μνήμη. Ανήκει στην ιστορία.
Ένας μουσικός χείμαρρος, μια δυναμική γυναίκα με τσαγανό με μια φωνή μεγάλου βεληνεκούς μας έκανε να σαστίζουμε κάθε φορά που η κίνηση των χεριών της συνόδευε ρυθμικά τις νότες που ξεπηδούσαν, θαρρείς, τόσο φυσικά από το λαρύγγι της. Ήταν η Μαρινέλλα που όργωσε τις μουσικές σκηνές αεικίνητη και ακούραστη, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τη μοιραία μέρα (25 Σεπτεμβρίου του 2024) που κατέρρευσε στη σκηνή του Ηρωδείου, καθώς ερμήνευε ζωντανά στην τελευταία της συναυλία.
Ο σπουδαίος Frank Sinatra απολαμβάνοντάς την να τραγουδάει σε κάποιο κέντρο το 1979 είχε πει με ενθουσιασμό: «Αν η Μαρινέλλα διάλεγε να κάνει διεθνή καριέρα, δυο εβδομάδες θα ήταν αρκετές για να μιλάει γι’ αυτήν όλος ο κόσμος!»
Με καλλιτεχνική φλέβα
Η Κυριακή Παπαδοπούλου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Μαϊου 1938. Μεγάλωσε σε μια τετραμελή φτωχή οικογενεία με γονείς πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη που η παρουσία τους μαρτυρούσε την αυθεντικότητα και την αλήθεια του τόπου τους.
Δεν της έλειψε καθόλου η αγάπη. Έζησε απολαυστικές οικογενειακές συνάξεις γύρω από το γραμμόφωνο στο σπίτι για να τραγουδήσουν όλοι μαζί και να χορέψουν τα τραγούδια της εποχής. Από μικρή φάνηκε η έμφυτη καλλιτεχνική της τάση, μιας και είχε συμμετάσχει τραγουδώντας σε μια παιδική εκπομπή στο ραδιόφωνο καθώς και σε παιδικές διαφημίσεις και θεατρικές παραστάσεις.
Σε ηλικία δεκαεφτά ετών με τη νεανική ορμή και τη φωτιά της δημιουργίας, ακολούθησε το θίασο της Μαίρης Λωράνς και έπαιξε δίπλα σε σπουδαία ονόματα του μετέπειτα ελληνικού κινηματογράφου όπως ο Κώστας Βουτσάς, η Μάρθα Καραγιάννη και άλλοι. Γνώρισε εκεί την Ντέπυ Φιλοσόφου, την οποία θαύμαζε πολύ. Τη χάζευε με τις ώρες, όταν ανέβαινε στη σκηνή και μάθαινε κάθε κίνηση των χεριών και του κορμιού της. Η απουσία της βασικής τραγουδίστριας του θιάσου και η αντικατάστασή της από εκείνη, αποτέλεσε για την μέχρι τότε Κυριακή το χρυσό εισιτήριο της ζωής της.
Κάπως έτσι, ξεκίνησε η πορεία της ως τραγουδίστρια και τότε βαφτίστηκε καλλιτεχνικά από τον τραγουδοποιό Τόλη Χαρμά «Μαρινέλλα», όνομα εμπνευσμένο από ένα ομώνυμο τραγούδι δικό του. Η ίδια είχε πει ότι στην αρχή δεν της άρεσε καθόλου το όνομα και ίσως δεν μπορούσε καν να φανταστεί πώς μ’ αυτό το όνομα θα έμπαινε για πάντα στις καρδιές μας.
Η θητεία πλάι στο Στέλιο Καζαντζίδη
Το 1956 εργαζόταν στο κέντρο «Πανόραμα» στη συμπρωτεύουσα. Εκεί, γνωρίστηκε με τον Καζαντζίδη, ο οποίος τελειώνοντας το πρόγραμμα δεν δίστασε να της εκφράσει το θαυμασμό του για την κρυστάλλινη φωνή της και τον διαφορετικό τρόπο εκφοράς από μεριάς της του λαϊκού τραγουδιού.
Ερωτεύτηκαν πολύ γρήγορα και ταυτόχρονα αποτέλεσαν ένα αξεπέραστο καλλιτεχνικό δίδυμο για 10 ολόκληρα χρόνια. Το 1964 αποφάσισαν να ενωθούν με τα ιερά δεσμά του γάμου.
Τραγούδησαν τους καλύτερους συνθέτες της εποχής, όπως ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Παπαϊωάννου, ο Ζαμπέτας, ο Καλδάρας, ο Μητσάκης και πολλοί ακόμα. Είχαν τη μεγάλη ευλογία να κάνουν την πρώτη ερμηνεία στο μεγάλο τραγούδι της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου «Δυο πόρτες έχει η ζωή».
Η μετέπειτα συνεργασία με τους Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκη, Στάυρο Ξαρχάκο και Λευτέρη Παπαδόπουλο τους χάρισε υπέροχα τραγούδια, όπως «Το πέλαγο είνια βαθύ», «Ο κυρ Αντώνης», «Κουρασμένο παλικάρι», «Σαββατόβραδο», «Άπονη Ζωή», «Φτωχολογιά» και πολλά ακόμα.
Μάγεψαν το κοινό πλάι σε ονόματα όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Πόλυ Πάνου, Η Γιώτα Λύδια, Σωτηρία Μπέλλου και άλλοι. Συμμετείχαν σε πολλές ελληνικές ταινίες της εποχής ενώ καταχειροκροτήθηκαν από χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Λατρεύτηκαν πάρα πολύ από τον κόσμο με υπερβολικές συχνά αντιδράσεις κάποιων θαμώνων νυχτερινών κέντρων όντας υπό την επήρρεια του αλκοόλ. Η είδηση του χωρισμού τους τον Σεπτέμβρη του 1965 προκάλεσε έκπληξη στο κοινό που μια δεκαετία είχε ταυτιστεί μαζί τους. Την ίδια στιγμή, όμως αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη για την ανάδειξη της Μαρινέλλας σε μια μοναχική πλέον επαγγελματική πορεία.
Σε τροχιά λάμψης και επιτυχίας
Χωρίζοντας με τον Καζαντζίδη πέρασε μια πολύ δύσκολη περίοδο, προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Είχε μεγάλο στήριγμα το συνθέτη Γιώργο Κατσαρό, ο οποίος την πήρε μαζί του σε μια περιοδεία στη Σοβιετική Ένωση.
Στενή φιλία και συνεργασία είχε και με τον Πυθαγόρα, τον οποίο αγαπούσε πολύ. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε πει: «Τη Μαρινέλλα την έχω δει να σπαράζει μία φορά, όταν πέθανε ο συνεργάτης της, ο Πυθαγόρας. Είχε πιάσει μια γερτή πόρτα, ντυμένη στα μαύρα και δεν έβλεπε ούτε άκουγε κανέναν. Έκλαιγε μόνο, με αναφιλητά. Η σκηνή ήταν σπαραχτική.»
Ερμηνεία – σταθμός υπήρξε το τραγούδι «Σταλιά-σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα και σε στίχους του Διονύση Τζεφρόνη. Αυτό το τραγούδι αρχικά προοριζόταν για την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία όμως το απέρριψε. Και έτσι έφτασε στα χέρια της Μαρινέλλας, η οποία το έντυσε υπέροχα με τη φωνή της.
Η πρόταση για τη συμμετοχή της στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Γοργόνες και μάγκες» της έδωσε την ευκαιρία να αποδώσει απίστευτα το υπέροχο τραγούδι των Παπαδόπουλου και του Πλέσσα «Άνοιξε πέτρα», με το οποίο ξετύλιξε τις απίθανες φωνητικές της δυνατότητες.
Από εκεί και έπειτα ακολούθησε μια ανοδική πορεία και συνεργάστηκε με τους Άκη Πάνου, Χρήστο Λεοντή, Απόστολο Καλδάρα, Σώτια Τσώτου, Θεόδωρο Δερβενιώτη, Γιώργο Χατζηνάσιο, Σταμάτη Κραουνάκη, Λίνα Νικολακοπούλου, Νίκο Αντύπα, Γιώργο Θεοφάνους και πολλούς άλλους.
Χαρακτηριστική ήταν η παρουσία της Βέμπο σε κάποιο κέντρο που τραγουδούσε η Μαρινέλλα. Μόλις την άκουσε να ερμηνεύει το δικό της τραγούδι «Ειρήνη», εκμυστηρεύτηκε στον μεγάλο στιχουργό Μίμη Τραϊφόρο, πώς το ερμήνευσε καλύτερα από εκείνη!
To 2014 μάλιστα η Μαρινέλλα εκπλήρωσε το δικό της όνειρο να συμμετάσχει στην παράσταση «Η Μαρινέλλα συναντά τη Βέμπο» και να τιμήσει την αγαπημένη της ερμηνεύτρια. Όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά τότε στη συνέντευξη τύπου: «Θαύμαζα, αγαπούσα, λάτρευα τη Σοφία Βέμπο και μετά από τόσα χρόνια ήρθε η ώρα, όχι να την ενσαρκώσω –προς Θεού- ούτε παίζω τη Σοφία Βέμπο. Απλώς αναφέρομαι σε αυτήν. Και είμαι πολύ συγκινημένη και χαρούμενη που το όνειρό μου γίνεται πραγματικότητα».
Ήταν η πρώτη γυναίκα εκείνη την εποχή που τόλμησε να σηκωθεί από την καρέκλα, όπου συνηθιζόταν να είναι «βιδωμένοι» οι τραγουδιστές και επίσης τόλμησε να φορέσει, αν και γυναίκα, παντελόνια.
Εισήγαγε ένα καινούργιο για τα δεδομένα της εποχής είδος ψυχαγωγίας που περιλάμβανε την κίνηση και το χορό. Η Λίνα Νικολακοπούλου είχε πει για εκείνη: «Είναι ένας άνθρωπος που παίρνει αυτή τη φωτιά μέσα του και την κάνει διαδρομή. Αυτός ο άνθρωπος ελευθερώνει δυνάμεις».
Ταυτόχρονα, ενημερωνόταν πολύ από το εξωτερικό και έφερνε πρωτοποριακά πράγματα που τότε φάνταζαν απίθανα στην αναπτυσσόμενη Ελλάδα. Ήταν η πρώτη ερμηνεύτρια που μας εκπροσώπησε στην Eurovision το 1974 με το τραγούδι «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Τότε, ήταν και η χρονιά που παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Ο γάμος τους κράτησε ως το 1981, οπότε και χώρισαν οι δρόμοι τους.
Μια μεγάλη αρτίστα
Είχε ως τότε στο ενεργητικό της περίπου 66 προσωπικές δισκογραφικές δουλειές και πολλές συμμετοχές σε δίσκους συναδέλφων. Είχε κάνει περιοδείες σε όλο τον κόσμο και είχε συνευρεθεί άλλοτε επί σκηνής και άλλοτε δισκογραφικά με τους Τόλη Βοσκόπουλο, Γιώργο Νταλάρα, Κώστα Χατζή, Γιάννη Πάριο, Δημήτρη Μητροπάνο, Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη και πολλούς άλλους κορυφαίους ερμηνευτές.
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε με το καλλιτεχνικό άστρο να φωτίζει τη ζωή της πάντα. Είχε συμμετάσχει πολύ επιτυχώς και σε τηλεοπτικές σειρές έχοντας ρόλο ηθοποιού, όπως στη σειρά «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες», σε σκηνοθεσία του Κώστα Κουτσομύτη.
Ήταν για μια γυναίκα με μυαλό, καρδιά και ψυχή που γεννήθηκε με ένα έμφυτο φως. Μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική προσωπικότητα με μια ορμή και μια ασίγαστη μανία να δημιουργεί, να δίνει τον καλύτερό της εαυτό και να παθιάζεται με τις μελωδίες και τα τραγούδια της. Κυριεύεται ολόκληρη από το συναίσθημα, όταν τραγουδάει την ώρα του χωρισμού « Τα λόγια είναι περιττά την ώρα που χωρίζουμε…» και ύστερα μας εκμυστηρεύεται γλυκά «Άμα δείτε το φεγγάρι/ να του πείτε να μη βγει/να μη δει τα δάκρυά μου/ που πλημμύρισαν τη γη..».
Μας φέρνει χαμόγελο και ηρεμία, όταν μας ψιθυρίζει «Είσαι ποτάμι, μια θάλασσα είμαι και πάντα κυλάμε μαζί..». Με φοβερή θεατρικότητα, σκέρτσο και νάζι περιγελά τραγουδώντας τον άντρα που τρέχει πίσω από μια γυναίκα, «Κρίμα τα νιάτα κι η τσαχπινιά / κρίμα το μπόι σου καλέ /άντρας δυο μέτρα, σαν το κουκλί /να ζητιανεύεις το φιλί..».
Είναι σπαραχτική, όταν μοιρολογεί ως η βιολογική μάνα με τη λιονταρίσια καρδιά τον Γρηγόρη Αυξεντίου, μεγάλο ήρωα της Κύπρου στο συγκλονιστικό τραγούδι «Ξύπνα Γληόρη». Πρόκειται για τον επικήδειο λόγο γραμμένο από τη μάνα του αγωνιστή, σε μελοποίηση του Γιώργου Θεοφάνους.
Νιώθει, ότι η μουσική πάντα απαλύνει τον πόνο γι’ αυτό μας φωνάζει δυνατά με τη δωρική φωνή της «Πάλι θα κλάψω, πάλι θα γελάσω, τι κι αν εσύ χαθείς..».
«Στη ζωή μου καθεμία καθεμία γνωριμία, μια καινούργια τρικυμία, ένας άλλος πυρετός…»
Η Μαρινέλλα ήταν μια αντάρτισσα τόσο στο τραγούδι όσο και στη ζωή της. Μια προσωπικότητα ντόμπρα και με φοβερό ένστικτο, το οποίο την οδηγούσε πάντα στην επαγγελματική της πορεία και στην προσωπική της διαδρομή.
Στα μουσικά πράγματα ποτέ δεν κορόϊδεψε τον κόσμο, κάνοντας κάτι που δεν την εκφράζει και όταν κάποια περίοδο θέλησε να απέχει, έκανε αυτό ακριβώς. Δεν κυνήγησε την επιτυχία. Δούλεψε πολύ και πέρασε από δρόμους δύσβατους για να κατακτήσει ο,τι σήμερα φέρει μαζί με τ’ όνομά της.
Η προσωπική της ζωή απασχολούσε πάντα, την κρατούσε όμως ερμητικά κλειστή στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της. Είχε προκαλέσει μεγάλη αίσθηση η κίνησή της το 1973 να κρατήσει ένα παιδί εκτός γάμου. Είναι η κόρη της σήμερα από την οποία μάλιστα έχει αποκτήσει δύο εγγόνια. Όπως η ίδια έχει πει, ποτέ δεν μετάνιωσε γι’ αυτή της την επιλογή και ποτέ δεν το ένιωσε σαν θυσία. Χαρακτηριστικά λέει: «Όταν επιλέγεις, η λέξη θυσία διαγράφεται.»
Ήταν μια αειθαλής μουσική προσωπικότητα με μια φωνή τεράστιας έκτασης που δίνει την αίσθηση πώς δεν αλλοιώνεται ποτέ και με τίποτα στο χρόνο που περνά.
Έχει ζήσει αλυσιδωτές μουσικές ανατροπές, δεν φοβήθηκε ποτέ να τολμήσει ενώ έχει τραγούδησει μια τεράστια γκάμα άλλοτε από όμορφα τραγούδια και άλλοτε από λιγότερο ποιοτικά. Ακόμα όμως και τα μέτρια τραγούδια που ερμήνευσε, τα έκανε με την ερμηνεία της υπέροχα.
Στη συνείδηση του κόσμου η Μαρινέλλα είναι ένας ζωντανός μύθος, τον οποίο ούτε η ίδια κατάφερε ποτέ να καταργήσει. Είναι μια αέναη πηγή δύναμης και ζωής.
Κι όσο κι αν θα θέλαμε να της φωνάξουμε «Μα εσύ ποτέ, να μη χαθείς ποτέ, ποτέ απ’τη ζωή μας..», τώρα που έφυγε… θα μείνει για πάντα στην ψυχή, στην καρδιά και στις αναμνήσεις μας.




























