Μανώλης Ρασούλης: Βαθιά λαϊκός και ποιητικός

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Μανώλης Ρασούλης: Ο βαθιά λαϊκός και ποιητικός δραματουργός«Ρασούλης είναι το δεντρό που στο γκρεμό φυτρώνει που μόνο αέρας και πουλί μπορεί και το σιμώνει». Αυτή τη μικρή κρητική μαντινάδα έφτιαξε για το μεγάλο στιχουργό ο φίλος του Μίμης Ανδρουλάκης, όταν σε κάποια ομιλία του μαζί με το Λεωνίδα τον Κύρκο στην Κρήτη, ο Ρασούλης μπήκε μέσα με σκοπό να την διακόψει, λέγοντας «Στοπ το κομμουνιστικό μανιφέστο. Είναι ώρα του Κρητικού μανιφέστου.». Ήταν ένας ρομαντικός αναρχικός με σταθερές αξίες και αρχές, ένας καλλιεργημένος άνθρωπος φύσει διανθισμένος με μια πνευματική διαύγεια και μια ενστικτώδη παρόρμηση λόγου που έφτανε στην ουσία των πραγμάτων. Ο Μανώλης Ρασούλης προσέφερε στον ελληνικό πολιτισμό τους διεισδυτικούς στη ψυχή μας στίχους του, σε πάνω από 200 τραγούδια.

Το μερακλίδικο πουλί της Κρήτης

Όπως ο ίδιος είχε πει, ζει από θαύμα. Ένα βράδυ του ‘44 την εποχή της κατοχής και ενώ η μάνα του ήταν έγκυος σ΄αυτόν, είδε όνειρο την Παναγία που την προειδοποίησε να φύγει αμέσως από το σπίτι. Την επόμενη στιγμή το σπίτι έγινε ολοκαύτωμα από τη βόμβα που έπεσε. Στις 28 Σεπτέμβρη 1945 γεννήθηκε ο Μανώλης Ρασούλης στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ο πατέρας του ήταν χρυσοχόος. Τα παιδικά του χρόνια ήταν όμορφα και ανέμελα με μνήμες από το ψαλτήρι στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, από τα παιχνίδια στις γειτονιές, τις διακρίσεις στο σχολείο. Μεγάλωσε μέσα στην παράδοση του νησιού και αποκρυσταλλώνονται μέσα του η γνήσια κρητική έκφραση της χαρμολύπης μαζί με τις πνευματικές οιστρηλασίες του Νίκου Καζαντζάκη.

Τελειώνοντας το γυμνάσιο κατεβαίνει στην Αθήνα και σπουδάζει σκηνοθεσία. Πολιτικοποιημένος και ταγμένος στην αριστερή κατεύθυνση συμμετέχει ενεργά στα κοινωνικά δρώμενα τόσο σε ειρηνικές πορείες όσο και γράφοντας κείμενα, ποιήματα, άρθρα. Αγαπάει πολύ τον Τρότσκι βρίσκοντας πολλά σημεία επαφής. Ο ορμητικός του λόγος και η απουσία συνειδητού φόβου οδηγούν στη ολιγόωρη σύλληψή του την 21η Απριλίου 1967. Απουσιάζει για 6 χρόνια στο Λονδίνο, όπου συνεχίζει την δράση του σε αγώνες ενώ διευρύνει τους πνευματκούς του ορίζοντες μαθαίνοντας όσο το δυνατόν περισσότερα στο ευρύ φάσμα της φιλοσοφίας και της πολιτικής οικονομίας. Τον Ιούνιο του 1973 γεννιέται η κόρη του Ναταλία. Το ‘74 έρχεται στην Αθήνα όπου και εργάζεται για κάποιο διάστημα στα ναυπηγεία του Περάματος.

Στη φουρτούνα της δημιουργίας

Το 1978 τον καλεί ο Μάνος Λοϊζος να συμμετέχει με την ερμηνεία του στο δίσκο «Τα νέγρικα» μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη. Την ίδια χρονιά ο Ρασούλης κάνει την παρθενική στιχουργική του εμφάνιση με το δίσκο σταθμό «Η εκδίκηση της γυφτιάς» σε μουσική του Νίκου Ξυδάκη σε τραγούδια κεντημένα με την γεμάτη χαραγματιές υπέροχη φωνή του Νίκου Παπάζογλου.

Μανώλης Ρασούλης: Ο βαθιά λαϊκός και ποιητικός δραματουργός

Την επόμενη χρονιά δημιουργεί διαχρονικούς μουσικούς θησαυρούς με τη συνθετική επιμέλεια του Λοϊζου στο δίσκο «Τα τραγούδια της Χαρούλας». Η Χάρις Αλεξίου έχει πει: «Τα τραγούδια του Ρασούλη μου έδωσαν ταυτότητα.». Πρόκειται για τραγούδια το ένα πιο μαγικό από το άλλο που αδιαμφισβήτητα στιγμάτισαν την πορεία και της φωνή της με το «Όλα σε θυμίζουν» να κατέχει την κορυφή όλων. Ο ίδιος για τη Λοϊζο είχε πει: «Το πέρασμά του από τη ζωή, μου έχει γίνει βαθιά ποιότητα ζωής

To 1981 παραρουσίασε με τον Γιώργο Γαβαλά στους Πρώτους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας με διοργανωτή το Μάνο Χατζιδάκι το τραγούδι «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» στη μουσική της Βάσως Αλαγιάννη. Το τραγούδι μετά από την επιμονή του Ρασούλη και παρά την ισχυρή παραίνεση του Χατζιδάκι παρουσιάστηκε εκτός διαγωνιστικού προγράμματος. Αξιοσημείωτο είναι, ότι το 2011 οι στίχοι από το συγκεκριμένο άσμα δόθηκαν ως θέμα εξετάσεων στους Έλληνες μαθητές της Αυστραλίας. Το τραγούδι αυτό γράφτηκε σε ένα ερημικό τοπίο της Κρήτης, όταν συνθέτης και στιχουργός καρτερούσαν το λεωφορείο.

Ο Ρασούλης θεωρούσε το Χατζιδάκι δάσκαλό του ενώ θαύμαζε πολύ και το Μίκη Θεοδωράκη. Απαρίθμησε στο ενεργητικό του περίπου 20 δισκογραφικές δουλειές. Τα ξεσπάσματα της σκέψης του στα λόγια των τραγουδιών μελοποίησαν πολύ σημαντικοί συνθέτες όπως οι Βάσω Αλαγιάννη, Πέτρος Βαγιόπουλος, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιώργος Καζαντζής, Σωκράτης Μάλαμας και αρκετοί ακόμα. Ο Τσιτσάνης είχε χαρακτηρίσει τη συνεργασία του Ρασούλη με τον Νικολόπουλο ως μοναδική.

Συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως η Μελίνα Κανά, η Ελένη Βιτάλη, ο Μανώλης Λιδάκης, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Ορφέας Περίδης και πολλοί ακόμα. Είχε μεγάλη αδυναμία στον Περίδη, ο οποίος τραγούδησε τους τρυφερούς στίχους του από το «Βαλς», «Τη ζωή μου θύμισες και να ‘ταν μόνο ετούτο,
μ’ έσυρες κι αρχίσαμε τους κύκλους του χορού…».
Είναι ο άνθρωπος που προώθησε τους αδελφούς Κατσιμίχα αναλαμβάνοντας την παραγωγή της πρώτης τους δισκογραφικής δουλειάς. Έχει γράψει γύρω στα 15 βιβλία ενώ εξέδωσε κάποια τεύχη ενός περιοδικού ποικίλης ύλης με τίτλο «Το Αυγό».

«Εδώ είναι του Ρασούλη…»

Ο Ρασούλης ήταν ένας δραματουργός που έπνεαν μέσα του πάντα δύο άνεμοι ο δυτικός και ο ανατολικός. Μπολιασμένος με τα βιώματα της γενέτειράς του περπάτησε πεζός μέσα στα βουνά της μουσικής αφήνοντας παντού της πατημασιές της ψυχής του. Έβαζε τις λέξεις να πρωταγωνιστούν σε μοναδικές ιστορίες με ζωντανή αναπαράσταση που δημιουργεί ζωηρά συναισθήματα «Στα πανηγύρια, αχ, γυρίζει,/ κίτρο και πεύκο, ωχ, μυρίζει./Το όνομα του ξέχασε, τα σύνορα ξεπέρασε,/μα εμένα λαχταρά/κι εδώ ξαναγυρνά..»

Διέθετε μια πηγαία σουρεαλιστική ματιά και την ίδια στιγμή έναν προσγειωμένο ρεαλισμό, «Λεμόνι στην πορτοκαλιά, μωρό μου είμαι στην αγκαλιά σου/σε μένα δίνεις τα φιλιά, μικρό μου/ μα σ’ άλλον την καρδιά σου». Ήταν ερωτικός μ΄έναν ρομαντισμό μιας άλλης εποχής και ταυτόχρονα με μια μαγκιά, όταν τολμά να πει στην γυναίκα που έχει ερωτευτεί «Κι είσαι εκείνη που αν μαζί της κοιμηθώ /θα ‘χω ξεχάσει ποιος να είμαι και πού πάω/ κι αν αφορμή ‘σαι συ ν’ αλλάξω εαυτό/ το παρελθόν μου μπρος τα πόδια σου πετάω..». Είναι αυτή η μοιραία γυναίκα που περνά πάντα από τη ζωή ενός άντρα και τον καθορίζει και του τραγουδά γεμάτη πάθος «..που τη ζωή σου πως και πάντα κανονίζω κι έτσι ανάμοιρα και τη δική μου την ορίζω…»

Μανώλης Ρασούλης: Ο βαθιά λαϊκός και ποιητικός δραματουργόςΈγραφε μ’ έναν αριστοτεχνικό τρόπο την αντίφαση της αγάπης, τον καημό της πληγωμένης καρδιάς και της γυναίκας που παραδίνεται ανευ όρων στον αγαπημένο της, «Πες μου πώς γίνεται/ αφού έχεις φύγει/ αφού έχεις φύγει τόσον καιρό/πάντα να βρίσκεσαι στο άδειο σπίτι/ να μ’ αγκαλιάζεις και να σε φιλώ…».

Είχε μια αναρχική νοοτροπία που ξεπηδούσε ακόμα και από τις προτάσεις, όπου συχνά δημιουργούσε νέες λέξεις με αντιφατικά νοήματα μεταξύ τους, όπως «περπατοπετά», «συνοροπονά». Τα τραγούδια του σε πολλές περιπτώσεις έχουν και μια δεύτερη διάσταση. Κρύβουν νοήματα και ερμηνείες που εναπόκεινται στην προσωπική αντίληψη του καθενός. Είχε έναν δρόμο μέσα του που η διορατική ματιά του τον μετέτρεπε σε λόγο σύγχρονο και διαχρονικό, «Τίποτα δεν πάει χαμένο/ στη χαμένη σου ζωή,/ τ’ όνειρό σου ανασταίνω/ και το κάθε σου “γιατί”.» και «Μήπως είσαι σαν κι εμένανε κι εσύ/ στο σκοινί της ιστορίας ακροβάτης..».

Είχε μια μελαγχολία που όμως μπορούσε και τη μετουσίωνε σε γλέντι και από συντηρητικός γινόταν επαναστάτης με ένα δειλό χαμόγελο «Ο κόσμος γύρω χάνεται/ κι εμείς συνέχεια μπαγλαμά, /γιατί μπορεί στο γλέντι μας η γη να γεννηθεί ξανά…» και «Λένε πως αν κανείς πεθαίνει/ κρυφά χαμογελά/ κάτι θα βλέπει κάτι συμβαίνει και κάποιους χαιρετά..»

Ένας συμπαντικός διαβάτης

Ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων μα απολύτως καυστικός, όταν η επικαιρότητα τον προκαλούσε. Αγαπούσε πολύ την χώρα και πάλευε πάντα για το όραμα μιας άλλης Ελλάδας πιο φωτεινής και δημιουργικής. Η πρότασή του για μια πολιτιστική Ελβετία στον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ακριβώς η επιθυμία του να προαχθεί με κάθε τρόπο η γλώσσα και ο πολιτισμός της χώρας μας.

Στις εμφανίσεις του δεν αποχωριζότανε ποτέ το καπέλο του. Είχε μια γλύκα στη ματιά του και είχε πάντα την εικόνα του παραδοσιακού αλλά την ίδια στιγμή του τόσο καινοτόμου ανθρώπου. Απέπνεε μια μεγαλειότητα και μια ταπεινότητα μαζί. Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν έγραψε το υπέροχο τραγούδι «Νιώσε με, σώσε με», ζήτησε την άδεια από τον συνθέτη Πέτρο Βαγιόπουλο να το ερμηνεύσει ο ίδιος στο δίσκο. Φυσικά το ερμήνευσε συγκινητικά με τη βαθιά βραχνή φωνή του παραπέμποντας στη μοναξιά που ίσως ο ίδιος βίωνε όσο ζούσε.

Ο Ρασούλης υπήρξε μια προσωπικότητα πολυσχιδής με ένα ανυπάκουο και ελεύθερο συντακτικό ζωής. Ήταν ένας δυναμίτης που ήθελε να καταλύει τις αγκυλώσεις γύρω του και να οδηγεί τον ακροατή στη σκέψη. Ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής. Ποτέ δεν υπήρξε φοβισμένος και κέντριζε την προσοχη ακόμα και μέσα από τις ηχηρές σιωπές του. Δεν δημιουργούσε τεχνητές μπουρμπουλήθρες αλλά ακολουθούσε απολύτως το ένστικτο της καρδιάς και της συνείδησής του.

Στις 5 Μαρτίου 2011 ο Μανώλης Ρασούλης έφυγε από τη ζωή αφήνοντας μια θέση στον ελληνικό πνευματικό χωρό κενή και σίγουρα αναντικατάστατη. Η Αλεξίου τότε είχε δηλώσει : «Ο Ρασούλης ήταν κολώνα στον πολιτισμό. Είναι όπως στον εγκέλαδο κουνιούνται οι πλάκες και μετατοπίζονται τα πράγματα. Όταν λείπουν τέτοιοι άνθρωποι, αλλάζουν πολλά. Ήταν ένα πρόσωπο αναφοράς.».

Πολλές φορές βαθιά αναρωτήθηκε τριγύρω οι άνθρωποι, αν τον αγαπούνε. Τον αγαπήσαμε όλοι μέσα από την αλήθεια των στίχων του, τον νιώσαμε και εκείνος άφησε τα σημάδια του στις καρδιές μας. Τώρα η απουσία του μας μαρτυρά πώς πράγματι, οι μάγκες δεν υπάρχουν πια…

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.