Κώστας Καρυωτάκης: Γιατί η ποίησή του παραμένει επίκαιρη;

Συντάκτης: Ευφροσύνη Σπύρου

Ο Καρυωτάκης, χωρίς αμφιβολία ήταν και είναι -καθότι το ποιητικό έργο ζει για πάντα- ένας μεγάλος ποιητής. Ένας ποιητής που επηρέασε -και συνεχίζει να επηρεάζει- τους μεταγενέστερους ομότεχνούς του.

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,

και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.

– Κώστας Καρυωτάκης, «Ελεγεία και Σάτιρες», 1928

Ουδείς προφήτης στον τόπο του

Σύμφωνα με τη σύγχρονη κριτική, συναπαρτίζει μαζί με τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη τη χρυσή τετρανδρία της νεοελληνικής ποίησης, ως προς την επιδραστικότητά του στην ποιητική δημιουργία των συγχρόνων του και κυρίως αυτών που ακολούθησαν.

Ωστόσο, αν ανατρέξει κανείς στις κριτικές της εποχής του -αλλά και στις νεότερες- θα διαπιστώσει ότι το έργο του Καρυωτάκη, έχει δεχτεί μεγάλη αμφισβήτηση από τα λεγόμενα μεγάλα ονόματα της θεωρίας της λογοτεχνίας. Ο ποιητής κατηγορήθηκε ουκ ολίγες φορές για πεσιμισμό και εγωπάθεια.

Αρκετοί μελετητές του έργου του ισχυρίστηκαν ότι το φαινόμενο του «καρυωτακισμού» -όπως ονόμασαν την ενασχόληση με την ποιητική του Καρυωτάκη- απέρρεε από το γεγονός, ότι ο ίδιος έδωσε τέλος στη ζωή του∙ προσδίδοντας έτσι, σκανδαλοθηρικό χαρακτήρα στην αύξηση της αναγνωσιμότητας των έργων του, μετά το θάνατό του.

Η πιστολιά της Πρέβεζας, η αυτοχειρία του, σύμφωνα με τους πολέμιούς του, εξύφανε γύρω από τον ποιητή και το έργο του, τον μύθο μιας ταραχώδους, ευαίσθητης, καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας.

Ακόμα, εκπρόσωποι των γραμμάτων -όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο οποίος ανήκε στη «Γενιά του ’30», αρχικά λοιδόρησαν την ποιητική πρωτοτυπία του Καρυωτάκη και του αρνήθηκαν ακόμα και τον χαρακτηρισμό του ως ποιητή.

Παρ’ όλα αυτά, η εισροή μοντερνιστικών ρευμάτων από την Ευρώπη, στη λογοτεχνία, την ποίηση και την κριτική έδωσε μία νέα οπτική ανάγνωσης του Καρυωτάκη.

Τα έργα του

Ο Καρυωτάκης στη σύντομη ζωή του, έδωσε πολύ νωρίς τα πρώτα δείγματα της γραφής του. Είκοσι τριών και είκοσι πέντε ετών δημοσίευσε τις δύο πρώτες ποιητικές του συλλογές: «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων» και «Νηπενθή».

Την τρίτη και τελευταία ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες» τη δημοσίευσε λίγο πριν το θάνατό του, το 1928. Εκείνη την περίοδο, διατελούσε υπάλληλος της Νομαρχίας Πρεβέζης, όπου τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς έβαλε τέλος στη ζωή του.

Τα μηνύματα του Καρυωτάκη

Η ποίηση του Καρυωτάκη είναι καθαρή και μεστή, απογυμνωμένη από το ναρκισσισμό και τον αισθηματισμό των προκατόχων του και ορισμένων συγχρόνων του.

Στην ποίηση του Καρυωτάκη αντιπαλεύουν η ζωή, ο έρωτας και ο θάνατος. Εντούτοις, εξυμνείται η αξία της ζωής και του έρωτα, εκ του αντιθέτου τους, του θανάτου.

Ο κίνδυνος του θανάτου και κάθε είδους απώλειας, μας οδηγεί στο ν’ αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε το πολύτιμο δώρο της ζωής και το βίωμα του έρωτα, που την αναπτερώνει.

Ο ποιητής εκφράζει συχνά τη ματαιότητα των πραγμάτων, αναπολεί μελαγχολικά τα ευτυχισμένα χρόνια που πέρασαν ανεπιστρεπτί, την παιδική ανεμελιά που χάθηκε, την τραγική μοίρα του ανθρώπου, ο οποίος όσο μεγαλώνει είναι καταδικασμένος να γεύεται απογοητεύσεις και να βυθίζεται στη θλίψη∙ αφού βιώνει σταδιακά την απώλεια των αγαπημένων προσώπων του, με επιστέγασμα το δικό του τέλος. Ο θάνατος φαντάζει ως ένα είδος ολοκλήρωσης, αγαλλίασης και απελευθέρωσης από τα βάσανα και τους πόνους της ζωής.

Επιπλέον, ο Καρυωτάκης υμνεί τους αντιήρωες, τους «Δον Κιχώτες», τους «Άδοξους ποιητές των αιώνων», τον «Γραφιά», τους «Δημοσίους Υπαλλήλους», τον λιποτάκτη «Μιχαλιό», τους ανθρώπους που αγωνίζονται μάταια για τις ιδέες τους, κόντρα στο σύνολο∙  τα άτομα εκείνα που θέτουν τα ιδανικά τους, πάνω από το ίδιον όφελος, τους ρομαντικούς ιδεολόγους.

Επίσης, ο ποιητής δίνει την πρωτοκαθεδρία στο ασήμαντο, στο άδοξο και στο γελοίο, αγγίζοντας τα όρια του σαρκασμού. Ωστόσο, ο σαρκασμός του ενέχει πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις και αποτελεί μια φωνή διαμαρτυρίας, για τις συνθήκες ζωής στην Ελλάδα, την περίοδο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι τα πρώτα χρόνια του μεσοπολέμου.

Ο Καρυωτάκης με τις «απίστευτες αντένες» του συλλαμβάνει το πνεύμα της εποχής του, τη φαιδρή και «άγευστη» καθημερινότητα μιας κοινωνίας που παρακμάζει ηθικά και πολιτικά, μετά την παταγώδη διάψευση της επικρατούσας ιδεολογίας της, της Μεγάλης Ιδέας.

Πράγματι, ο ποιητής ζει σε ένα νηπιακό κράτος που κάνει τα πρώτα του βήματα, «σκοντάφτοντας» σε εμπόδια που οι ίδιοι οι πολιτικοί του κηδεμόνες, έχουν δημιουργήσει. Ζει σε μία κοινωνία με αβέβαιο μέλλον, χωρίς σταθερότητα και σιγουριά, με εξαίρεση τη βία των συνεχόμενων πολέμων.

Ο ποιητής παρατηρεί την εποχή του με βλέμμα καθαρό και ρεαλιστικό∙ βιώνει τα δεινά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, των Βαλκανικών Συγκρούσεων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ταυτόχρονα με μία σαθρή αστική ανάπτυξη που ακροβατεί ανάμεσα στην εκβιομηχάνιση του τόπου και την εκμετάλλευση των προσφύγων ως φθηνού εργατικού δυναμικού, την παιδική εργασία και την απαξίωση των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων.

Ως καλλιτέχνης του λόγου, σαρκάζει τη σοβαροφάνεια και την υποκρισία των συγχρόνων του και εξυμνεί την παιδική ανεμελιά και αθωότητα, που εγκιβωτίζει  την ειλικρίνεια. Η ενηλικίωση σηματοδοτεί την πτώση του ανθρώπου, την παρακμή, την αντίστροφη μέτρηση για τον πνευματικό και φυσικό του θάνατο. Η ενήλικη ζωή ισούται με μία αλληλουχία δυσάρεστων υποχρεώσεων και καταναγκασμών, τον λεγόμενο «αγώνα για την επιβίωση».

Αδιαμφισβήτητα, η ποιητική καινοτομία του Καρυωτάκη έγκειται στο γεγονός, ότι αναγάγει την αποσύνθεση σε πηγή δημιουργίας και αυτοέκφρασης. Η δομή των στίχων του απελευθερώνεται τόσο, ώστε να μην ξεφεύγει ολότελα από την παράδοση, αλλά να την ανανεώνει. Σε αρκετά ποιήματά του χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο, χωρίς μέτρο και με αντιποιητικές λέξεις.

Παρ’ όλα αυτά, η γραφή του Καρυωτάκη διασκελίζει την προγενέστερη ποιητική παράδοση, βαδίζοντας στις παρυφές του Μοντερνισμού, χωρίς όμως να εισέρχεται σε αυτόν. Επομένως, -όπως και στην περίπτωση του Καβάφη- με το έργο του Καρυωτάκη υλοποιείται η μετάβαση της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στη νεωτερικότητα. 

Τα άπαντα του Κώστα Καρυωτάκη κυκλοφορούν με τον τίτλο, «Ποιήματα και πεζά», σε επιμέλεια του καθηγητή Δημήτρη Δημηρούλη, από τις εκδόσεις Gutenberg.

Συντάκτης: Ευφροσύνη Σπύρου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.