Ιησούς: Ιστορικό πρόσωπο;

Συντάκτης: Αργύρης Παγαρτάνης

Η είδηση ότι ο Μυστικός Δείπνος του Ιησού με τους 12 μαθητές του έγινε ημερολογιακά μία ημέρα νωρίτερα απ’ ό,τι γιορτάζεται από τη χριστιανική θρησκεία έκανε το γύρο του κόσμου τις τελευταίες ημέρες. Επίκαιρο το θέμα, καθώς σε λίγες ώρες πάνω από δύο δισεκατομμύρια χριστιανοί, ένας στους τρεις κατοίκους του πλανήτη, θα γιορτάσουν την Ανάσταση. Κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας υπάρχει μια τέτοιου είδους αποκάλυψη, κάποιο ιστορικό στοιχείο που άλλοτε επικροτεί κι άλλοτε αμφισβητεί το πέρασμα από τον κόσμο του Ιησού Χριστού.

Υπήρξε πράγματι ιστορικό πρόσωπο ο Ιησούς; Η συζήτηση ανάβει κάθε τόσο, και απασχολεί σε τέτοιο βαθμό, που το να ασχολείσαι πια μ’ αυτό το θέμα δεν αποτελεί ταμπού. Όσοι μελετούν από κοντά τις απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση μπορούν να χωριστούν σε τρεις ομάδες: Αυτούς που βάζουν στο τραπέζι αποσπάσματα ιστορικών που δεν ήταν χριστιανοί και αναφέρονται στον Ιησού, αυτούς που τα αμφισβητούν όλα, ακόμα κι αυτά τα αποσπάσματα, ως μεταγενέστερα και υποστηρίζουν ότι ο χριστιανισμός είναι συρραφή ιστοριών προσαρμοσμένων σε πρόσωπα και καταστάσεις, και αυτούς που δηλώνουν αδιάφοροι για το αν υπήρξε πράγματι ένα ιστορικό πρόσωπο που ταυτίζεται με τον Ιησού και επικεντρώνονται στη διδασκαλία του και το πώς η θρησκεία διαδόθηκε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.

Η ζωή και το έργο του Ιησού, ειδικά τα τελευταία χρόνια της διδασκαλίας του, τα θαύματά του, το πάθος και η ανάσταση, περιγράφονται με λεπτομέρειες στα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια. Οι περισσότεροι, όμως, από τους ιστορικούς μελετητές έχουν την τάση να απορρίπτουν τα ευαγγέλια ως ιστορικά κείμενα, αφ’ ενός επειδή ως ιερά βιβλία δεν μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικά κι αφ’ ετέρου επειδή στο πέρασμα των αιώνων έχουν διαπιστωθεί ανακρίβειες κάθε είδους, από ιστορικές ως και γλωσσικές. Από τη στιγμή, μάλιστα, που όλοι δέχονται πως το πρώτο κανονικό ευαγγέλιο που δέχεται η χριστιανική πίστη (αυτό του Μάρκου) γράφτηκε τουλάχιστον 40 χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού και τα υπόλοιπα ακολούθησαν σε απόσταση 20-30 χρόνων, δεν μπορούν να θεωρηθούν ιστορικές πηγές, με την έννοια ότι δεν γράφτηκαν την εποχή των γεγονότων.

Όσοι έχουν μελετήσει έστω και λίγο την υπόθεση θα γνωρίζουν, ασφαλώς, ότι υπάρχουν κι άλλα κείμενα που ονομάζονται ευαγγέλια, τα οποία έχουν απορριφθεί από την εκκλησία, όμως τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες διδάσκονταν κι αυτά ως αληθινά. Περισσότερα από 70 είναι τα λεγόμενα απόκρυφα ευαγγέλια, τα οποία περιγράφουν χίλιες δύο άλλες λεπτομέρειες της ζωής του Ιησού, στη (μάλλον φανερή…) προσπάθεια των συγγραφέων τους να… γεμίσουν τα κενά που υπάρχουν στα επίσημα κείμενα. Μερικά από τα απόκρυφα ευαγγέλια μελετώνται ως αληθινά, άλλα θεωρούνται απλά περιλήψεις των κανονικών ή, αποκυήματα της φαντασίας και μυθοπλασίας των (συνήθως ανώνυμων) συγγραφέων τους.

Αναφορές τεσσάρων -μη χριστιανών- ιστορικών

Οι υποστηρικτές της ιστορικότητας του Ιησού στηρίζονται σε αναφορές που έκαναν σ’ αυτόν τέσσερις ιστορικοί του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ., οι οποίοι δεν ήταν χριστιανοί. Οι αναφορές αυτές, βέβαια, αφορούν περισσότερο στους πρώτους χριστιανούς και όχι στον ίδιο τον Ιησού και καμία απ’ αυτές δεν είναι σύγχρονη με τα γεγονότα, ούτε κάποιος από τους ιστορικούς αυτούς ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που εξιστορούνται στα ευαγγέλια.

Ο Φλάβιος Ιώσηπος, ένας Ιουδαίος ιστορικός που γεννήθηκε μετά τα γεγονότα (περίπου το 37 μ.Χ.) και έγραψε περίπου στο 90-100 μ.Χ., κάνει δύο αναφορές στον Ιησού, τον οποίο χαρακτηρίζει σοφό και αμφισβητεί το αν θα πρέπει να τον αποκαλεί άνθρωπο, καταγράφει το σταυρικό του θάνατο και την ανάστασή του. Η γνησιότητα του κειμένου αμφισβητείται από μεγάλο μέρος των σύγχρονων ιστορικών, ως παραχαραγμένο από χριστιανούς θεολόγους.

Ο Ρωμαίος ιστορικός Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος, στο έργο του Annalesόπου καταγράφει την ιστορία της Ρώμης, στην αναφορά του στη μεγάλη φωτιά του Νέρωνα αναφέρει ότι ο Καίσαρας υπέδειξε ως ενόχους τους χριστιανούς και αναφέρεται στον Χριστό, που θανατώθηκε επί βασιλείας Τιβέριου και όταν έπαρχος ήταν ο Πόντιος Πιλάτος. Κι αυτή η μαρτυρία αμφισβητείται, όχι τόσο επειδή ο Τάκιτος δεν αποκαλύπτει τις πηγές του, αλλά σύμφωνα με τα ρωμαϊκά αρχεία ο Χριστός θα έπρεπε να είχε καταγραφεί με το όνομα που τον γνώριζαν οι Ρωμαίοι (Ιησούς Ναζωραίος, υιος του Ιωσήφ) κι όχι με τον τίτλο του και ο ακριβής τίτλος του Πιλάτου ήταν νομάρχης, όχι έπαρχος.

Ο Πλίνιος Κεκίλιος Σεκούνδος ο Νεότερος έγραψε για τους χριστιανούς που προσκυνούσαν τον Χριστό αντί για τον αυτοκράτορα Τραϊανό. Ο Ρωμαίος ιστορικός Γάιος Σουητώνιος Τρανκίλλιος επί Τραϊανού επίσης, έγραψε για την εξορία των Ιουδαίων επειδή δημιουργούσαν θόρυβο στην Ρώμη υποκινούμενοι από τον Χριστό. Αυτές οι μαρτυρίες αμφισβητούνται έντονα ως ελλιπείς. Υπάρχουν κι άλλες μαρτυρίες από ιστορικούς (Θαλλό, Μαρά Βαρ Σεραπίων, Κέλσος, Λουκιανός), οι οποίες όμως δεν χαρακτηρίζονται ακριβείς, επειδή είναι πολύ μεταγενέστερες και οι συγγραφείς αναφέρονται περισσότερο στους χριστιανούς και υπονοούν απλώς την ύπαρξη του Ιησού.

Το Ταλμούδ αναφέρεται στον Ιησού σε κεφάλαιο που γράφτηκε τον 3ο αιώνα, τον ονομάζει όμως τις πιο πολλές φορές Μπεν Σταντά (Ben Stada) ή Μπεν Παντιρά (Ben Pandera) και τον συνδέει με πρόσωπα και περιστατικά που συνέβησαν περίπου 100 χρόνια πριν από αυτά που αναφέρονται στα Ευαγγέλια. Την εποχή που γράφτηκε αυτό το μέρος του Ταλμούδ υπήρχε όμως ήδη εξάπλωση του χριστιανισμού και γι’ αυτό είναι ανεξήγητη η αντίφαση. Πιθανολογείται λοιπόν ότι στο Ταλμούδ καταγράφηκαν όχι οι «επίσημες» χριστιανικές απόψεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς δεν είχαν διαμορφωθεί ακόμα, αλλά εκείνες κάποιας από τις πολλές χριστιανικές κοινότητες που είχαν δημιουργηθεί στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Αναφορές στον Ιησού γίνονται σε επιστολή ενός Πούπλιου Λέντουλου (Publius Lentulus) που αναφέρεται σε μεταγενέστερα κείμενα ως Ρωμαίος στρατιωτικός διοικητής στην Ιερουσαλήμ. Η επιστολή αποτελεί αναφορά προς τη Γερουσία της Ρώμης και στον Τιβέριο που ήταν αυτοκράτωρ στα έτη 14-37 μ.Χ. και περιλαμβάνει φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως το μέτριο ανάστημά του («statura procerus, mediocris et spectabilis»), το χρώμα των μαλλιών του κ.ά. Η επιστολή αυτή εμφανίστηκε πρώτη φορά κατά το 13ο αιώνα στη Ρώμη ως ανακαλυφθείσα ανάμεσα σε διάφορα χειρόγραφα και φυσικά αντιμετωπίστηκε με καχυποψία.

Ομοιότητες με άλλες θρησκείες

Οι αρνητές της ιστορικότητας του Ιησού παραθέτουν μια σειρά από λεπτομέρειες και ιστορίες, οι οποίες σχετίζονται με διάφορες θρησκείες προγενέστερες του χριστιανισμού, και ταιριάζουν καταπληκτικά με την διδασκαλία των ευαγγελίων.

Στη θρησκεία των αρχαίων Αιγυπτίων, η οποία χρονολογείται από το 3.000 π.Χ., ένα από τα κεντρικά πρόσωπα ήταν ο θεός Ωρος, ο θεός του ήλιου. Σύμφωνα με τη διδασκαλία ο Ωρος γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου από την παρθένο Ισιδα και η γέννησή του συνοδεύτηκε από την εμφάνιση ενός άστρου από την ανατολή, το οποίο ακολούθησαν τρεις μάγοι για να φτάσουν στο σημείο της γέννησης και να του φέρουν δώρα. Στην ηλικία των 12 ήταν παιδί δάσκαλος και μόλις συμπλήρωσε τα 30 ξεκίνησε τη βασιλεία του, αφού πρώτα βαπτίστηκε από κάποιον Ανάπ. Στα ταξίδια του συνοδευόταν από 12 μαθητές και έκανε πολλά θαύματα, όπως θεραπεία αρρώστων και περπάτημα στο νερό. Αφού προδόθηκε από τον Τυφώνα ο Ωρος σταυρώθηκε, θάφτηκε για τρεις ημέρες και αναστήθηκε.

Στην περιοχή της Φρυγίας ο Αττις γεννήθηκε από την παρθένα Κυβέλη στις 25 Δεκεμβρίου. Σταυρώθηκε, θάφτηκε σε τάφο και αναστήθηκε μετά από τρεις ημέρες. Στην Ινδία ο Κρίσνα γεννήθηκε από την παρθένα Ντεβάκι, με ένα άστρο στην ανατολή να σηματοδοτεί τον ερχομό του. Στην Περσία ο Μίθρα γεννήθηκε από παρθένο, σε μία σπηλιά στις 25 Δεκεμβρίου, και αμέσως δέχτηκε δώρα από τρεις βοσκούς. Είχε 12 μαθητές και έκανε πολλά θαύματα, ενώ μετά το θάνατό του θάφτηκε για τρεις ημέρες και έπειτα αναστήθηκε. Ακόμα και στην αρχαία Ελλάδα ο Διόνυσος γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη στις 25 Δεκεμβρίου, ήταν δάσκαλος και ταξίδευε κάνοντας θαύματα, όπως να μετατρέπει το νερό σε κρασί, και μετά το θάνατό του αναστήθηκε.

Συντάκτης: Αργύρης Παγαρτάνης,

Influence:

Ο Αργύρης Παγαρτάνης είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε κάτω από έναν μεγάλο παγκόσμιο χάρτη…