Η ηθική πλευρά της ψυχολογίας και πώς καταπατείται στις μέρες μας

Συντάκτης: Νίνα Καραμολέγκου, Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον που σχετίζεται με τα θέματα επαγγελματικής δεοντολογίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό πηγάζει από την ανάγκη για μεγαλύτερη υπευθυνότητα σε όλα τα επαγγέλματα, αλλά, μπορεί να εμφανίζεται και ως αντίδραση σε ισχυρισμούς πως «η Ψυχολογία δεν αποτελεί επιστήμη». Όποιοι και αν είναι οι λόγοι όμως, οδήγησαν προς την αρχή της δεοντολογικής υπευθυνότητας των ψυχολόγων.

Αυτό το γεγονός είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία ενός Κώδικα Δεοντολογίας των Ψυχολόγων που ορίζει κάποιους κατευθυντήριους κανόνες που αφορούν σε ευρύτερα ζητήματα δεοντολογίας. Ο κάθε ένας ψυχολογικός σύλλογος έχει ορίσει τις δικές του αρχές δεοντολογίας. Έτσι, έχουμε τρεις Κώδικες Δεοντολογίας, της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρίας (British Psychological Society, BPS), του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων (American Psychological Association, APA) και του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ).

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων, οι ψυχολόγοι σέβονται την αξιοπρέπεια και την αξία του ατόμου και αγωνίζονται για τη διατήρηση και την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με σκοπό την προαγωγή μιας ποιοτικά καλύτερης ζωής. Επίσης, οι ψυχολόγοι εργάζονται για να αναπτύξουν ένα έγκυρο και αξιόπιστο πεδίο επιστημονικής γνώσης βασισμένης στην έρευνα. Στόχος τους είναι να διασφαλίσουν το συμφέρον εκείνων που επιζητούν τις υπηρεσίες τους και εκείνων που συμμετέχουν σε έρευνες. Αυτός ο Κώδικας αποσκοπεί στο να δώσει αφενός τις γενικές αρχές, αφετέρου τα μέτρα για αποφάσεις που καλύπτουν τις περισσότερους καταστάσεις που αντιμετωπίζονται από ψυχολόγους. Ο κώδικας απαρτίζεται από δέκα γενικές αρχές και από οκτώ ηθικά μέτρα που χωρίζονται σε υποκατηγορίες. Κάθε ψυχολόγος συμπληρώνει, αλλά δεν παραβιάζει, τις αξίες και τα μέτρα του κώδικα. Προϋπόθεση για να είναι κανείς μέλος του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων είναι η αποδοχή των αρχών και των μέτρων.

Μελετώντας τον Κώδικα Δεοντολογίας του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων φαίνεται πως, ο ψυχολόγος δέχεται την αξιοπρέπεια και την ατομικότητα του ανθρώπου. Βοηθάει τον άνθρωπο να ανακαλύψει τις πραγματικές του ανάγκες και να κατανοήσει τον εαυτό του, έτσι ώστε να επιτευχθεί η ευημερία και η πρόοδος του. Σύμφωνα με τον κώδικα, οι ψυχολόγοι πρέπει να αποδέχονται τις ειδικές αρχές που καλύπτουν: Αρχή 1η: Υπευθυνότητα, Αρχή 2η: Επάρκεια (ικανότητας), Αρχή 3η: Ηθικά και νομικά πρότυπα, Αρχή 4η : Κακή ερμηνεία, Αρχή 5η: Δημόσιες Δηλώσεις, Αρχή 6η: Εχεμύθεια, Αρχή 7η: Ευημερία του αρρώστου, Αρχή 8η: Σχέσεις αρρώστου (πελάτη),Αρχή 9η: Απρόσωπες Υπηρεσίες, Αρχή 10η: Ανακοίνωση προσφερομένων υπηρεσιών, Αρχή 11η: Επαγγελματικές σχέσεις, Αρχή 12η: Αμοιβή, Αρχή 13η: Ασφάλεια τεστ, Αρχή 14η: Ερμηνεία τεστ, Αρχή 15η: Δημοσίευση τεστ, Αρχή 16η: Προφυλάξεις κατά την έρευνα, Αρχή 17η: Δημοσίευση, Αρχή 18η: Υπευθυνότητα προς τον οργανισμό και Αρχή 19η: Δραστηριότητες για την προαγωγή και τη βελτίωση των βοηθημάτων που χρησιμοποιούνται στην ψυχολογική εργασία.

Από μια πρώτη ανάγνωση των δύο κωδίκων διαπιστώνουμε πως ο κώδικας του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων είναι μεγαλύτερος σε έκταση συγκρινόμενος με εκείνον του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (14 σελίδες). Κατόπιν, μελετώντας εκτεταμένα τους κώδικες καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως παρόλο που έχουν πολλές ομοιότητες, συγχρόνως διαφέρουν και σε κάποια σημεία.

Το ζήτημα της υπευθυνότητας των ψυχολόγων και του καθήκοντος που έχουν να βοηθούν τον άνθρωπο, συμπεριλαμβάνεται και στους δύο κώδικες δεοντολογίας. Συγκεκριμένα, αποτελεί την 1η αρχή στον ελληνικό κώδικα, ενώ στον αμερικάνικο αποτελεί την έβδομη υποκατηγορία του 6ου ηθικού μέτρου. Το ζήτημα της διατήρησης της επαγγελματικής επάρκειας των ψυχολόγων, κατέχει εξέχουσα θέση και στους δύο κώδικες, αφού ο ελληνικός κώδικας του αφιερώνει τη 2η αρχή και στον αμερικάνικο καταλαμβάνει συνολικά τέσσερις υποκατηγορίες (1.04, 1.05, 1.06, & 1.07) του 1ου ηθικού μέτρου. Επίσης, με τα ηθικά και νομικά πρότυπα ασχολούνται και οι δύο κώδικες. Για τον ελληνικό κώδικα αποτελεί την 3η αρχή, ενώ για τον αμερικάνικο βρίσκεται στην πρώτη υποκατηγορία του 8ου ηθικού μέτρου.

Σύμφωνα με την 4η αρχή του ελληνικού κώδικα που αναφέρεται στην κακή ερμηνεία, ο ψυχολόγος πρέπει να αποφεύγει να δώσει λανθασμένη εικόνα για τα προσόντα του και τους οργανισμούς με τους οποίους διατηρεί σχέση. Το ίδιο ζήτημα συναντάμε και στον αμερικάνικο κώδικα, με διαφορετική ονομασία αυτή τη φορά (3.03: Αποφυγή λανθασμένων ή παραπλανητικών δηλώσεων).

Ένα άλλο θέμα που αναφέρεται και στους δύο κώδικες είναι αυτό των δημόσιων δηλώσεων. Στον μεν ελληνικό κώδικα με το θέμα των δημόσιων δηλώσεων καταπιάνεται η 5η αρχή, ενώ στο δε αμερικανικό κώδικα το 3ο ηθικό μέτρο. Επιπλέον, μόνο στον ελληνικό κώδικα και συγκεκριμένα στη δεύτερη υποκατηγορία της 10ης αρχής: Ανακοίνωση προσφερόμενων υπηρεσιών, παρουσιάζεται ο τρόπος που θα πρέπει να καταχωρούνται οι ψυχολόγοι στους ατομικούς τηλεφωνικούς καταλόγους. Θα πρέπει να γίνεται αναφορά στο όνομα, στο ανώτατο πτυχίο που κατέχει, στη διεύθυνση, στον αριθμό του τηλεφώνου και στην ειδίκευση του ψυχολόγου.

Σημαντική θέση και στους δύο κώδικες κατέχει το ζήτημα της εχεμύθειας και του ιατρικού απόρρητου, αφού αφιερώνεται και από τους δύο μια ολόκληρη αρχή που απαρτίζεται από πολλές υποκατηγορίες. Ένα άλλο θέμα που απασχολεί και τους δύο κώδικες είναι αυτό της ευημερίας των ατόμων με τα οποία ασχολείται ο ψυχολόγος. Στον κώδικα του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων το ζήτημα της ευημερίας εξετάζεται στην 7η αρχή, ενώ στον κώδικα του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων στο 4ο ηθικό μέτρο που αναφέρεται στη θεραπεία. Πιο συγκεκριμένα η πέμπτη υποκατηγορία της 7ης αρχής που αναφέρεται στην παραπομπή του πελάτη σε άλλο ψυχολόγο συμπίπτει με το 1.07 του αμερικανικού κώδικα. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί πως αφορά στην ειδική προσοχή που πρέπει να δοθεί από τον ψυχολόγο στη χρήση εγκεκριμένων φαρμάκων για θεραπευτικούς σκοπούς από συνεργαζόμενο με αυτόν γιατρό, γίνεται μόνο στον ελληνικό κώδικα.

Η σχέση ψυχολόγου και πελάτη απασχολεί και τους δύο κώδικες. Πιο συγκεκριμένα, στον κώδικα του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων και συγκεκριμένα στην Αρχή 8η: Σχέσεις αρρώστου (πελάτη) και στην τρίτη υποκατηγορία, αναφέρεται πως ο ψυχολόγος συνήθως δε δημιουργεί επαγγελματικές σχέσεις με μέλη της οικογένειας του, πιστούς του φίλους, στενούς συνεργάτες, ή άλλους των οποίων η ευημερία πιθανό να τεθεί σε κίνδυνο με μια τέτοια διπλή σχέση. Ενώ, στον κώδικα του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων και στο ηθικό μέτρο 1.19 που αφορά στις Σχέσεις εκμετάλλευσης αναφέρεται πως: Οι ψυχολόγοι δεν πρέπει να αναπτύσσουν σεξουαλικές σχέσεις με τους υφισταμένους που είναι υπό εκπαίδευση ή τους μαθητές τους στους οποίους ασκούν αξιολογική ή διευθυντική επιρροή, διότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες τέτοιου είδους σχέσεις να επηρεάσουν την κρίση τους ή να δημιουργήσουν καταστάσεις εκμετάλλευσης. Επίσης, στο ηθικό μέτρο 4.05 υποστηρίζεται πως δεν επιτρέπονται στους ψυχολόγους οι σεξουαλικές σχέσεις με πελάτες ή ασθενείς. Σχετικό με τις σχέσεις μεταξύ ψυχολόγου και πελάτη είναι και το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης που γίνεται αναφορά μόνο στον κώδικα του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων στο μέτρο 1.11: Σεξουαλική Παρενόχληση.

Αναφορά στο ζήτημα των απρόσωπων υπηρεσιών που προσφέρουν οι ψυχολόγοι γίνεται και από τους δύο κώδικες, με μόνη διαφορά πως μόνο ο ελληνικός κώδικας καταπιάνεται με το ζήτημα της ετοιμασίας προσωπικών εκθέσεων για δεδομένα του τεστ που αποκτήθηκαν μέσω του ταχυδρομείου.

Το ζήτημα των οικονομικών διευθετήσεων στην εξάσκηση του επαγγέλματος αναφέρεται και στους δύο κώδικες με κάποιες μικρές διαφορές. Για παράδειγμα, στον αμερικανικό κώδικα γίνεται αναφορά στην αμοιβή σε περιπτώσεις παραπομπής σε άλλο ψυχολόγο, ζήτημα που απουσιάζει από τον ελληνικό κώδικα. Επίσης, και στους δύο κώδικες υπάρχουν αρχές αφιερωμένες στα ψυχολογικά τεστ, στην ασφάλεια, στην ερμηνεία και στη δημοσίευση τους. Όμως, μόνο στον αμερικανικό κώδικα υπάρχουν στοιχεία που αφορούν στην κατασκευή αξιολογικών τεστ (Ηθικό μέτρο: 2.03) και στα απαρχαιωμένα και ξεπερασμένα τεστ (Ηθικό μέτρο 2.07).

Επίσης, εξετάζοντας τα κοινά σημεία των δύο κωδίκων διαπιστώνουμε πως κάνουν εκτενή αναφορά στον τρόπο διεξαγωγής ερευνών που μελετούν τον άνθρωπο. Με αυτό το θέμα ασχολείται η 16η αρχή στον κώδικα του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων που μιλάει για τις προφυλάξεις κατά την έρευνα. Αντίστοιχα, στον κώδικα του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολόγων, ένα τμήμα του 6ου ηθικού μέτρου είναι αφιερωμένο στην έρευνα. Αυτό που θα πρέπει να επισημανθεί είναι πως στον Κώδικα Δεοντολογίας του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων έχει γίνει αντικατάσταση του όρου «υποκείμενα» (subjects) με τον όρο «συμμετέχοντες» (participants).

Εκτός από μελέτες με ανθρώπους συμμετέχοντες, στην ψυχολογία πολλές φορές χρησιμοποιούνται και ζώα. Γι’ αυτό το λόγο και οι δύο κώδικες αναφέρονται στην ηθική μεταχείριση των ζώων. Όμως, αυτό που θα πρέπει να επισημανθεί είναι πως στον κώδικα δεοντολογίας του Συλλόγου Αμερικανών Ψυχολόγων γίνεται εκτενέστερη αναφορά στο ζήτημα και αφιερώνεται ολόκληρο κεφάλαιο σε αντίθεση με τον κώδικα του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων που γίνεται αναφορά σε υποκατηγορία.

Συγκρίνοντας τους δύο κώδικες δεοντολογίας φανερώθηκε πως παρά τις όποιες παραλήψεις που μπορεί να έχει ο ένας κώδικας έναντι του άλλου, κοινός τόπος είναι πως οι ψυχολόγοι πρέπει να ασχολούνται με τα ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας με σκοπό να προστατευθούν τόσο οι πελάτες, όσο και οι ίδιοι. Επίσης, πρέπει με κάθε τρόπο να προστατευτεί το «καλό όνομα» και η φήμη της ψυχολογίας, η οποία όπως κάθε επιστήμη δεν είναι στατική.

Συντάκτης: Νίνα Καραμολέγκου, Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Influence:

Η Νίνα Καραμολέγκου ειδικεύεται στον τομέα της Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας παιδιών, εφήβων και ενηλίκων…