Ένας σημαντικός δημιουργός του οποίου τα τραγούδια έχουν περάσει από τα χείλη όλων μας δεν του έτυχε η αναγνώριση που …
Η «ζωντανή» παράδοση του Ρεμπέτικου τραγουδιού
Δεν είναι λίγες οι ιστορίες που έχουμε ακούσει από τους παππούδες μας. Δεν είναι λίγες οι ταινίες που ΄΄ντύνονται΄΄ μουσικά με τις μελωδίες του. Δεν είναι λίγες οι έρευνες που έγιναν από ειδικούς για να του δώσουν εν τέλει την ακαδημαϊκή θέση που του πρέπει και του αξίζει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, λίγους μήνες πριν. Ο λόγος για το ρεμπέτικο τραγούδι.
Η γέννηση των λέξεων
Η προέλευση της λέξης ΄΄ρεμπέτικο΄΄ είναι μεταγενέστερη, κατά τη δεκαετία του ΄60, και ΄΄αγκαλιάζει΄΄ μέσα της είδη τραγουδιών που προϋπήρχαν με τον συγκερασμό διαφορετικών ακουσμάτων και διαφορετικής μουσικής. Κοινός, όμως, και δυνατός συνδετικός κρίκος τα άτομα τα οποία απάρτιζαν τους ρεμπέτες, τα άτομα του περιθωρίου, της παραβατικότητας, του κοινού τρόπου ζωής μέσα σε φυλακές, σε καταγώγια, σε τεκέδες, τα άτομα που είχαν δική τους φιλοσοφία ζωής και την ενσωμάτωναν μέσα στους στίχους των τραγουδιών τους.
Δεν ήταν εύκολη υπόθεση η προέλευση της λέξης και ο Έλληνας στιχουργός και μελετητής του ρεμπέτικου τραγουδιού Πάνος Σαββόπουλος αριθμεί μέχρι και 15 ετυμολογικές εκδοχές με την πιο επικρατέστερη τελικά, να είναι η εκδοχή της λεξιπλασίας. Έτος 1912, Κωνσταντινούπολη, ονομασία δίσκου ΄΄ΑΠΟΝΙΑ΄΄ και δίπλα από τον τίτλο η λέξη ΄΄ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ΄΄. Μια λέξη που η εκδοχή μάς εξιστορεί ότι τη δημιούργησε – ευφυέστατα- κάποιος από την τότε δισκογραφική εταιρεία.
Ιστορικά, όμως, η λέξη εμφανίζεται να συγγενεύει με τη λέξη ΄΄ρεμπέτα΄΄ που εμφανίζεται σε ένα παλιό έργο του Μηνά Χαμουδόπουλου, ΄΄Οι Μυστηριώδεις Νυκτοκλέπται΄΄, και που σύμφωνα με τον συγγραφέα είναι η πιάτσα, ο υπόκοσμος. Λέξη, επομένως, που ήδη εμφανίζεται νωρίτερα από το 1912, ακούγεται στην Πόλη και καθόλου απίθανο να προέρχεται από την τούρκικη λέξη ΄΄rabita΄΄ που σημαίνει δεσμός, αδελφική φιλία.
Η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι μακραίωνη και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο χωρίζεται σε 3 διαφορετικές περιόδους, σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο, επίσης μελετητή των ρεμπέτικων. Αυτές οι περίοδοι μάλιστα κουβαλούν η καθεμία ξεχωριστά τα ιστορικοκοινωνικά γεγονότα της χώρας που αντικατοπτρίζονται και στα τραγούδια.
Τα δέκα πρώτα χρόνια (1922- 1932)
Από τα ΄΄μουρμούρικα΄΄ στις φυλακές του Μεντρεσέ το 1834 και τα ΄΄γιαλάδικα΄΄ του Πειραιά περνάμε στην καταστροφή της Σμύρνης το 1922 και μαζί με τις βαλίτσες οι Έλληνες της Μικράς Ασίας φέρνουν και τη μουσική τους κουλτούρα για να την ΄΄παντρέψουν΄΄ και να την ταιριάξουν απόλυτα με τα μουσικά ακούσματα της εποχής. Ανατολίτικη, σμυρνιώτικη μουσική με τους γνωστούς αμανέδες, ακούγεται στους δρόμους των μεγάλων αστικών κέντρων, κυρίως των λιμανιών. Θεματολογία είναι ο σεβντάς, ο έρωτας, δηλαδή, στα τούρκικα, ταυτόχρονα με την απροσάρμοστη ζωή του μάγκα με τα ναρκωτικά, τη φυλακή, τον τεκέ και την πορνεία.
Τα χρόνια της λογοκρισίας (1932- 1942)
Κάπου εδώ αρχίζει και δημιουργείται η μικρή κοινωνία του ρεμπέτικου, με τις δικιές της γειτονιές, με τη δική της φιλοσοφία, τη δική της νοοτροπία για τη ζωή, μια ζωή που τη διηγούνται τα τραγούδια για τη φτώχεια, την εξαθλίωση, την αδικία, τον κοινωνικό αποκλεισμό από άλλες κάστες. Μέσα σε αυτά τα χρόνια δημιουργείται και η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία με τον θρυλικό Μάρκο Βαμβακάρη και το όνομα αυτής ΄΄Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς΄΄.
Και ενώ η δικτατορία Μεταξά φέρνει τη λογοκρισία και τα ρεμπέτικα ήταν από τα πρώτα μουσικά είδη που απαγορεύτηκαν, οι ρεμπέτες συνεχίζουν ακάθεκτοι να συνθέτουν τραγούδια, τα οποία όμως ηχογραφούνται αργότερα. Η δεκαετία αυτή υποδέχεται τους μέχρι σήμερα ΄΄Αγίους΄΄ του ρεμπέτικου τραγουδιού με τον Μάρκο Βαμβακάρη να πρωτοστατεί και να ακολουθούν οι Βασίλης Τσιτσάνης, Μανώλης Χιώτης, Ρόζα Εσκενάζυ και πολλοί, πολλοί άλλοι.
Τα χρόνια της καταξίωσης (1942-1952)
Μετά τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, τα ρεμπέτικα τραγούδια ξανακούγονται και αυτή τη φορά όχι μόνο στα παραδοσιακά καταγώγια και στους τεκέδες, αλλά γίνονται ευρέως γνωστά και κατ’ επέκταση αποδεκτά. Παίρνουν άλλη μορφή, πιο αρχοντική, τα γνωστά ΄΄αρχοντορεμπέτικα΄΄. Βασίλης Τσιτσάνης και Σωτηρία Μπέλλου είναι από τους στυλοβάτες του ρεμπέτικου τραγουδιού που, πλέον, καθίσταται και επίσημα ως ελληνικό λαϊκό παραδοσιακό είδος.
Τα επόμενα χρόνια που ακολουθούν η παράδοση του ρεμπέτικου τραγουδιού αρχίζει και μελετάται από κάθε άποψη. Γράφονται βιογραφίες για τους ρεμπέτες που άφησαν εποχή, ηχογραφούνται ξανά παλιά και αγαπημένα ρεμπέτικα και ο Ηλίας Πετρόπουλος μελετά διεξοδικά το είδος αυτό της παράδοσης για να μας δώσει στο τέλος το βιβλίο-μελέτη με τίτλο ΄΄Ρεμπέτικα Τραγούδια΄΄.
Σήμερα, η παράδοση αυτή συνεχίζεται. Αποτελεί κομμάτι της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, περνώντας από γενιά σε γενιά, με το ρεμπέτικο να ζει, να ακούγεται και εν τέλει να διδάσκεται, ελπίζουμε σύντομα και στα ελληνικά πανεπιστήμια.



























