Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια της Βιρτζίνια Γουλφ

Συντάκτης: Ευφροσύνη Σπύρου

Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, αντιμετωπίζοντας την πανδημία, την κλιματική αλλαγή και την οικολογική καταστροφή, λόγω έλλειψης κατάλληλων μέτρων, ευσυνειδησίας και κυρίως παιδείας, θεώρησα γόνιμο να επιστρέψω στα κείμενα της Βιρτζίνια Γουλφ για την Ελλάδα.

«Στ’ αλήθεια είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια, αλλά πολύ πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα, όπου μπορείς να ζήσεις…»

Βιρτζίνια Γουλφ

Η Γουλφ επισκέπτεται την Ελλάδα το Μάιο του 1932 και καταγράφει τις εντυπώσεις της, στο προσωπικό της ημερολόγιο και στην αλληλογραφία που είχε με τους δικούς της ανθρώπους. Ο Έλληνας αναγνώστης ίσως αρχικά εικάσει ότι οι περιγραφές της Γουλφ αναφέρονται σε μία φανταστική χώρα, μία ουτοπία. Ακόμη, μπορεί να εκλάβει το κείμενο ως έναν επικήδειο μιας πρόωρα χαμένης ευδαιμονίας και ομορφιάς. Τουναντίον, τα γράμματα της συγγραφέως θα μπορούσαν να μας διδάξουν και να μας παραινέσουν για την προστασία του τόπου μας, μετά την επιδρομή του λεγόμενου εκσυγχρονισμού, της ατελούς και άγουρης εκβιομηχάνισης, της αστυφιλίας και της υπέρμετρης οικοδόμησης∙ πρακτικές που απεμπόλησαν το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον της χώρας.

Τα κείμενα της Γουλφ δίνουν την πρωτοκαθεδρία σε αξίες, όπως η απλότητα, η ακατέργαστη και ειλικρινής ομορφιά, ο αυθορμητισμός και αυθεντικότητα χωρίς προσποιήσεις, που απορρέουν από τους ανθρώπους της εποχής και συνδυάζονται απόλυτα με το παρθένο και άγριο τοπίο.

Κοντολογίς, ο τόπος και οι άνθρωποι γίνονται ένα. Τα αρχαία ερείπια ταυτίζονται με τους ανθρώπους που κουβαλούν στις πλάτες τους, το βάρος ενός ενδόξου παρελθόντος αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα, τα δεινά του παρόντος, τη φτώχεια και τον αγώνα για την καθημερινή επιβίωση. Έτσι, παρόν και παρελθόν πολλές φορές συγκρούονται, σε μία μάχη που είναι άνιση.

Η Ελλάδα της Γουλφ είναι ένα νεαρό κράτος 110 ετών περίπου, που αντιδιαστέλλεται αρκετές φορές στη σκέψη της με την αυτοκρατορική Γηραιά Αλβιώνα: «Τι παράξενη αυτή η επίπεδη γη, καρτερική και υπάκουη, με βιβλικά δέντρα εδώ και εκεί, πρόβατα με μακρύ μαλλί που βοσκάνε και ούτε ένα σπίτι στον ορίζοντα. Η Αγγλία την εποχή του Τσώσερ.

Στο Σούνιο η θάλασσα σπάει πάνω σε πράσινη και κόκκινη πέτρα, και σκουρογάλαζα καράβια αρμενίζουνε -όλα όπως τον καιρό του Τσώσερ ή του Ομήρου, ούτε προβλήτα ή προκυμαία, ούτε μάτι ανθρώπου» και «Τέτοιο καθισιό, τέτοια ξεγνοιασιά δεν είδα ποτέ στην Αγγλία».

Οι βρετανικές αστικές συνήθειες αντιπαραβάλλονται με τις βουκολικές ελληνικές, με μία αίσθηση νεορομαντικής νοσταλγίας, κάποιου πρωτόγονου παρελθόντος, ενός πολιτισμού που βρίσκεται στα σπάργανα: «Όταν περάσεις τέσσερις – πέντε μέρες με τους χωρικούς και τη στερεή αφρόντιστη ομορφιά τους, αισθάνεσαι να δονούνται από τη σπιρτάδα και το ραφινάρισμα του πολιτισμού οι πιο υψηλές κλίμακες των νεύρων σου- οι νότες του βιολιού». 

Η Ελλάδα φαντάζει στα μάτια της Γουλφ σαν σεληνιακό τοπίο. Οι Έλληνες παρουσιάζονται εξουθενωμένοι από την αιώνια περιπλάνησή τους μέσα στις αχανείς και ατελείωτες διαδρομές της ίδιας της Ιστορίας και του τόπου τους. Η πάλη τους με τη γυμνή, άγρια φύση είναι καθημερινή. Η γη τους είναι ανέγγιχτη από τον χρόνο και δεν μπορείς να διακρίνεις τα σημάδια των αιώνων, όπως στην Αγγλία.

Η χώρα διακρίνεται για τις φυσικές της ομορφιές και δεν αποτελεί ένα πολιτισμικό υφαντό, όπου μπορείς να ξεχωρίσεις δια γυμνού οφθαλμού τις ιστορικές συνιστώσες που το συναποτελούν∙ τα κομμάτια που άφησαν πίσω τους οι αιώνες και οι εποχές: «Οι αιώνες δεν άφησαν σημάδια. Δεν υπάρχει 18ος, 16ος, 15ος αιώνας, η μία επίστρωση πάνω στην άλλη, όπως στην Αγγλία – τίποτα ανάμεσα σε αυτούς και το 300 π.Χ. Το 300 π.Χ. κατέκτησε την Ελλάδα και ακόμη την κρατά. Γι’ αυτό είναι η χώρα του φεγγαριού∙ θέλω να πω, φωτίζεται από έναν νεκρό ήλιο».

Η συγγραφέας αισθάνεται στην Ελλάδα ότι απελευθερώνεται από τα δεσμά της ευπρέπειας, της σοβαροφάνειας και της συμβατικότητας του αστικού περιβάλλοντος του Λονδίνου. Μέσα της διεγείρεται η επιθυμία για περιπέτεια, περιπλάνηση και αυθορμητισμό, η οποία την οδηγεί σε μία κατάσταση διονυσιακής μέθης και ευδαιμονίας. Οι αισθήσεις της βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα, απορροφώντας και συλλαμβάνοντας όλες τις φυσικές και πολιτισμικές ομορφιές, τους ανθρώπους, τα ζώα, τις γεύσεις, τις μυρωδιές που αναδύονται στην ελληνική ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, τις υφές των πραγμάτων, των λουλουδιών στους λόφους, τη μουσική της νυχτερινής Αθήνας, τους ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας.

Έπειτα, όταν η συγγραφέας παίρνει το τρένο της επιστροφής, μια γλυκόπικρη γεύση νοσταλγίας καταλαμβάνει τις σκέψεις της. Το  σύντομο ταξίδι της στην Ελλάδα περνάει εν τάχει μπροστά από τα μάτια της, όπως τα τοπία διαδέχονται το ένα το άλλο, όταν το τρένο διασχίζει τα παρθένα μέρη της επαρχίας. Οι εικόνες αυτές αυξάνουν τις αντιθέσεις ανάμεσα στην πατρίδα της και την Ελλάδα∙ στην εκβιομηχανισμένη Δύση και την βουκολική Ανατολή: «Παράξενες αντιθέσεις! Η επάρκεια και ο πολιτισμός μας διασχίζουν συμπαγείς τη στέρηση, τη φτώχεια, την ερήμωση, βοσκούς, πρόβατα, καταρράκτες, χειμάρρους, μοναχικά ποτάμια που τρέχουν ανάμεσα στα βράχια».

Τέλος, η Βιρτζίνια Γουλφ κλείνοντας τα γράμματά της δίνει υπόσχεση στον εαυτό της, να ξαναεπισκεφτεί την Ελλάδα, κάτι το οποίο δεν πραγματοποίησε. Η Ελλάδα υπήρξε μία ανάπαυλα ευτυχίας στην πολυτάραχη ζωή της, μία ηλιαχτίδα μέσα στη συννεφιά.

Οι «Εγγραφές ημερολογίου και γράμματα» της Βιρτζίνια Γουλφ, κυκλοφορούν στα ελληνικά, με τον τίτλο «Ελλάδα και Μάης μαζί» από τις εκδόσεις Ύψιλον.

Το βιβλίο αυτό, αν και σύντομο σε έκταση, μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για να εκτιμήσουμε τις αξίες που χάσαμε και να καλλιεργήσουμε περαιτέρω όσες μας έχουν απομείνει, έτσι ώστε το παρατιθέμενο χωριό της Γουλφ να ξαναβρεί το νόημά του: «Έθελ σου το αναγγέλλω επισήμως: η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου…».

Συντάκτης: Ευφροσύνη Σπύρου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.