Η συμφιλίωση με το “Όχι”

Συντάκτης: Έλενα Αμμολοχίτου, Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Η έκφραση του ‘όχι’ είναι μια βασική ψυχολογική δεξιότητα, με την οποία πολλοί άνθρωποι νιώθουν μεγαλύτερη ή μικρότερη δυσκολία.

  Υπάρχει πολλές φορές η εντύπωση-πεποίθηση ότι λέγοντας όχι θα απογοητεύσουμε, θα στεναχωρήσουμε, θα δυσαρεστήσουμε και τέλος θα απομακρύνουμε ανθρώπους από κοντά μας, αφού θα μας απορρίψουν. Το όχι όμως θέτει όρια, προστατεύει από «εισβολές» και συμβάλλει στο να αξιοποιεί κάποιος το χρόνο του σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, διατηρώντας έτσι το αίσθημα αυτοσεβασμού του.

   Αντίθετα όταν κάποιος λέει  σχεδόν πάντα «ναι», αργά ή γρήγορα νιώθει  πίεση και δυσφορία  με τον εαυτό του, αφού για άλλη μια φορά δε μπόρεσε ν’ εκφράσει αυτό που πραγματικά αισθάνεται (στο βαθμό που είναι αδύνατον πάντα κάποιος να ταυτίζεται με την επιθυμία ή τις επιθυμίες των άλλων).

   Έτσι εύλογα γεννιούνται κάποια ερωτήματα αναφορικά με τις αιτίες  που δυσκολεύουν κάποιους να λένε όχι.

  Οι αιτίες είναι πάρα πολλές φυσικά, έτσι εδώ θ’ αναφέρω ενδεικτικά μερικές, αυτές που συναντώ συχνότερα στην κλινική μου εργασία με θεραπευόμενους.

  Συχνά οι άνθρωποι φοβούνται ότι μια άρνηση θα δημιουργήσει δυσαρέσκεια και αρνητικό κλίμα στον άλλον, που σταδιακά μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη, αφού θα ματαιωθούν οι προσδοκίες του.

Συνήθως στη βάση αυτού του φόβου ανακαλύπτουμε μια σχετικά αδύναμη και ανεπαρκή εικόνα εαυτού, που «ακουμπάει» σε μια επίσης αρκετά χαμηλή αυτοεκτίμηση που ακριβώς γι’ αυτό έχει  ανάγκη τροφοδότησης από το εξωτερικό περιβάλλον. Μάλιστα αυτή η ανάγκη είναι τόσο μεγάλη που οδηγεί το άτομο στο να προσφέρει ‘γη και ύδωρ’ (π.χ τα ‘ναι’ του αφειδώς)  προκειμένου να διασφαλίζει την πολυπόθητη επιβεβαίωση-επιβράβευση.

  Συνήθως αυτές οι περιπτώσεις αφορούν ανθρώπους ναρκισσιστικά εύθραυστους και ευάλωτους, στους οποίους  πιθανά παιδικά ελλείματα έχουν αφήσει εντελώς άδεια τη «δεξαμενή» της αυτοεκτίμησής τους.

Όπως ήδη έχω πει με διάφορους τρόπους η αυτοεκτίμηση είναι το νερό που ποτίζει τον ψυχισμό μας και του δίνει ζωή ώστε ν΄αναπτυχθεί και ν΄ ανθίσει. Η δημιουργία της συντελείται σταδιακά από τις πρώτες στιγμές της ζωής μας και βασίζεται κατά κύριο λόγο στη σχέση  του βρέφους με τη μητέρα του. Έτσι αυτά που το βρέφος διαβάζει στα μάτια της μητέρας του και ακούει από αυτήν, το κάνουν να νιώθει σημαντικό κι αξιαγάπητο. Μ΄αυτόν τον τρόπο και μέσα από την παραπάνω διαδικασία αγαπάμε τον εαυτό μας, αφού μας αγαπά η μητέρα μας και είμαστε σημαντικοί για εκείνη.

  Καταλαβαίνουμε πόσο εύθραυστη και σημαντική ταυτόχρονα είναι η παραπάνω διαδικασία, αλλά και πόσο η ομαλή εξέλιξή της μπορεί εύκολα να διαταραχθεί από διάφορους απρόβλεπτους παράγοντες, εξωγενείς και ενδογενείς π.χ παιδιά που δεν είναι επιθυμητά, μητέρες απούσες ή με επιλόχεια κατάθλιψη κ.ά.

 Σ΄αυτό το σημείο αξίζει ν’ αναφέρω ότι στην πραγματικότητα μια άρνηση μπορεί να προκαλέσει την εκτίμηση και την επιδοκιμασία του άλλου, στο βαθμό που αντιλαμβάνεται ότι κάποιος μ΄αυτόν τον τρόπο «περιφρουρεί» τον εαυτό του και τη σχέση. 

 Στη συνέχεια και προχωρώντας στις αιτίες που δυσκολεύουν κάποιον να πει όχι,  θ’ αναφερθώ  σε μία άλλη επίσης αρκετά  μεγάλη κατηγορία που αφορά αυτούς που έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι ‘μπορούν τα πάντα’ και οφείλουν να μπορούν.

  Πολύ συχνά  αυτό είναι μια ‘επιταγή’ που πρέπει να εξοφλήσουν κι αυτή η πεποίθηση έχει επίσης τις ρίζες της στην πατρική οικογένεια, στις σχέσεις που διημείφθησαν εκεί και στους ρόλους που το κάθε μέλος ανέλαβε.

  Συνήθως σ΄αυτές τις οικογένειες δεν υπάρχει χώρος για το «όχι» και αυτό γίνεται μια στάση ζωής που συνυπάρχει με την έλλειψη αυτογνωσίας και την άγνοια των προσωπικών ορίων, καθώς επίσης και με τη ρήση  ‘δεν υπάρχει δεν μπορώ, αλλά δεν θέλω’  άρα και με μια αίσθηση  ‘παντοδυναμίας’. 

  Αναλυτικότερα, κάποιοι άνθρωποι και κάποιες οικογένειες δεν αντέχουν   ‘το να μη μπορούν’ γιατί αυτό νιώθουν ότι τους κατατάσσει στο group των αδύναμων. Συχνά στους θεραπεύομενους μας διαπιστώνουμε ότι έχουν 

                                                             -3-

κατατάξει τον κόσμο και τους ανθρώπους σε 2 κατηγορίες, στους αδύναμους και στους δυνατούς. Στους μεν αδύναμους κατατάσσονται αυτοί που τουλάχιστον για μία φορά δεν μπόρεσαν ή δεν τα κατάφεραν κι αυτό είναι συνώνυμο της έλλειψης και της αναπηρίας, ενώ στους δυνατούς ανήκουν αυτοί που τα καταφέρνουν πάντα και γι’ αυτό θεωρούνται οι νικητές της ζωής. 

Φυσικά όλα τα παραπάνω μας παραπέμπουν σε μια κατηγορία αρκετά μεγάλη που αφορά  εύθραυστες ναρκισσιστικά προσωπικότητες  που μ΄αυτόν τον τρόπο ‘αμύνονται’ απέναντι σε κάθε αδυναμία, υπερεξιδανικεύοντας τη ‘δύναμη’ και μετατρέποντάς την σε ‘παντοδυναμία’, ώστε να μην συνειδητοποιούν  τις δικές τους ελλείψεις.

  Καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο και συγχητικό μπορεί να είναι για ένα παιδί να μεγαλώνει σε μια τέτοια οικογένεια με αυτές τις καταβολές και πόσο στρεβλά θα μάθει να προσδιορίζει τον εαυτό του, τους άλλους και την πραγματικότητα.  

  Επιστρέφοντας στις αιτίες που μας εμποδίζουν να λέμε όχι, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο φόβο που οδηγεί στην αποφυγή της σύγκρουσης.

  Συχνά, όπως παρατηρούμε στην κλινική εργασία με θεραπευόμενους, συναντάμε ανθρώπους που νιώθουν τεράστιους φόβους, συνειδητούς η ασυνείδητους, μπροστά στην πιθανότητα μιας σύγκρουσης ή έστω και έντασης που στη φαντασία τους μπορεί να επιφέρει ένα όχι. Αυτό μπορεί να συμβαίνει, είτε επειδή στην πατρική τους οικογένεια έζησαν εντάσεις ή συγκρούσεις με καταστροφική έκβαση (πχ  πολεμικά διαζύγια, συνεχείς συγκρούσεις στο γονεϊκό ζεύγος κλπ), είτε επειδή οι ίδιοι οι γονείς φοβόντουσαν τόσο πολύ τα αρνητικά συναισθήματα (θυμό, οργή κλπ) που οδηγήθηκαν στην επιβολή της  απαγόρευσης της έκφρασής  τους.

  Μπορούμε όμως να φανταστούμε πόσο δυσλειτουργικό μπορεί να είναι για ένα παιδί να μεγαλώνει χωρίς να έρχεται σ επαφή με τ΄ αρνητικά του συναισθήματα, ώστε να μάθει να τα αναγνωρίζει, να τ΄αποδέχεται και να τα διαχειρίζεται. Επιπροσθέτως όταν κάποιος αναπτύσσεται χωρίς να ‘συνδιαλέγεται’ μ΄αυτό το μέρος του εαυτού του (που έτσι κι αλλιώς υπάρχει και λειτουργεί μέσα

του), αφενός αναπτύσσονται φόβοι γι’ αυτά και η αίσθηση ότι η έκφρασή τους μπορεί να είναι καταστροφική, αφετέρου  νιώθει μια έλλειψη απαρτίωσης του εαυτού του.  Δεν μπορούμε να νιώθουμε  ολοκληρωμένοι  και άρτιοι όταν  ένα κομμάτι του εαυτού μας είναι ‘αποκλεισμένο’… (μοιάζει μ΄ένα διαμέρισμα όπου ένα του δωμάτιο είναι κλειστό και σφραγισμένο).

   Ολοκληρώνοντας το παρόν θ΄αναφέρω ότι το να λέμε όχι σημαίνει να θέτουμε όρια ‘περιφρουρώντας’ τόσο τον εαυτό μας όσο και τους γύρω μας, αφού οι σχέσεις λειτουργούν καλύτερα όταν είναι ξεκάθαρες και οριοθετημένες.

   Τέλος, κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι εδώ έγινε αναφορά ενδεικτικά σε 2-3 συχνές αιτίες που κάποιες φορές μας εμποδίζουν να θέτουμε όρια και να λέμε όχι, αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερες εξατομικευμένες και μοναδικές όσες είναι και οι ιστορίες των ανθρώπων.    



Συντάκτης: Έλενα Αμμολοχίτου, Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Influence:

Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής, Ομαδικής & Οικογενειακής Ψυχοθεραπεία

Στόχος αυτής της στήλης είναι να σας βοηθήσετε αποκτήσετε αυτογνωσία, που είναι η πεμπτουσία μιας ισορροπημένης ζωής. 
Η αυτογνωσία είναι ο βασικός στόχος κάθε ψυχοθεραπείας και της βελτίωσης εαυτού.
 Απευθύνομαι:
   σε ανθρώπους με συμπτώματα (κρίσεις πανικού, κατάθλιψη κ.ά) αλλά και δυσκολίες τόσο στις σχέσεις τους , όσο και στη ζωή τους γενικότερα.
   σε οικογένειες με δυσλειτουργίες, σε ζευγάρια και σε γονείς για συμβουλευτική.