Η μελαγχολία στη ζωγραφική

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη

Η μελαγχολία, ως ψυχική κατάσταση εσωστρέφειας, σιωπής και ελαφράς οδύνης, έχει αποτελέσει διαχρονική πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες κάθε εποχής. 

Πότε ως απόηχος απώλειας, πότε ως φιλοσοφική στοχαστικότητα, και άλλοτε ως μορφή καλλιτεχνικής δημιουργικότητας, η μελαγχολία απεικονίστηκε σε έργα τέχνης που μαρτυρούν τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο σκοτάδι και την ευαισθησία.

  • Albrecht Dürer – Melencolia I (1514)

Φιλοτεχνημένο το 1514, πρόκειται για ένα από τα πιο μυστηριώδη, πολυσυζητημένα και ερμηνευτικά πλούσια έργα της αναγεννησιακής τέχνης. Στενά συνδεδεμένο με το πνεύμα του ανθρωπισμού και της αλχημικής-φιλοσοφικής σκέψης της εποχής, το έργο απεικονίζει μια σύνθετη αλληγορία που αφορά τη μελαγχολία του δημιουργικού πνεύματος, την αδυναμία της ανθρώπινης νόησης να κατακτήσει την απόλυτη γνώση, αλλά και την αγωνία του καλλιτέχνη και διανοούμενου.

Στο κέντρο της σύνθεσης κάθεται μια φτερωτή γυναικεία μορφή, σύμβολο της Μελαγχολίας, με στοχαστικό, σκυθρωπό βλέμμα, κρατώντας έναν διαβήτη στο χέρι. Πίσω της, ένα σκυλί κοιμάται, ένα μωρό κάθεται αδιάφορο σε έναν μύλο για λιθάρια, ενώ διάφορα αντικείμενα επιστημονικής, μαθηματικής και τεχνικής σημασίας είναι σκορπισμένα γύρω της: ζυγαριά, κλεψύδρα, σφυριά, μέτρα, πολύγωνα. Στον τοίχο υπάρχει ένας μαγικός μαθηματικός πίνακας με το έτος 1514. Πίσω, ένα πολυεδρικό σώμα και ένα λαμπερό αστέρι στον ουρανό.

Στο έργο του Dürer, η Μελαγχολία παρουσιάζεται ως πνευματικό μπλοκάρισμα: η φτερωτή μορφή διαθέτει τα εργαλεία της γνώσης και της μέτρησης, αλλά παραμένει αδρανής και σκεπτική, καθηλωμένη μπροστά στο ακατανόητο της ύπαρξης. Το σύμπαν μοιάζει να της προσφέρει άπειρες δυνατότητες, αλλά η ίδια αδυνατεί να τις πραγματώσει.

  1. Caspar David Friedrich – Two Men Contemplating the Moon (1819–1820)

Δύο άνδρες, ντυμένοι με σκουρόχρωμες στολές και σκούφους, στέκονται στην άκρη ενός βραχώδους τοπίου, μπροστά από ξερά δέντρα. Κοιτάζουν προς τον ουρανό, όπου ένα αχνό φεγγάρι λάμπει μέσα από τα σύννεφα, περιβαλλόμενο από μαλακό φως. Η στάση τους είναι σιωπηλή, σχεδόν θρησκευτική.

Ο Friedrich, βασικός εκπρόσωπος του γερμανικού ρομαντισμού, δεν ζωγράφιζε τη φύση απλώς ως τοπίο. Η φύση στα έργα του είναι συμβολική, στοχαστική και εσωτερική: αντανακλά την ψυχή του ανθρώπου. Στον συγκεκριμένο πίνακα, οι δύο άνδρες δεν συνομιλούν ούτε ενεργούν, απλώς στέκονται και κοιτούν. 

Η πράξη της παρατήρησης του φεγγαριού γίνεται μια πνευματική εμπειρία, μια στιγμή σιωπής, μυστικότητας και μεταφυσικής εγρήγορσης. Οι μορφές αυτές παρουσιάζονται από πίσω. Η επιλογή αυτή μας προσκαλεί να ταυτιστούμε μαζί τους, να μπούμε στη θέση τους, να κοιτάξουμε τον κόσμο όπως αυτοί.

Το φεγγάρι στη ρομαντική τέχνη αποτελεί σύμβολο της μεταφυσικής τάξης, της μελαγχολίας, του περάσματος του χρόνου, αλλά και της ελπίδας ή της αιώνιας επιστροφής. Η κεντρική θέση του στον ουρανό προσδίδει μια αίσθηση απόλυτης σιγής και συμμετρίας, σχεδόν ιερή. Τα ξερά, γυμνά δέντρα που πλαισιώνουν τους άνδρες μοιάζουν σαν σκελετοί, σαν υπενθύμιση της φθοράς. Η αντίθεση του σκοτεινού πρώτου πλάνου με το φωτεινό φεγγάρι πίσω, δημιουργεί μια αίσθηση μετάβασης, από το εδώ στο επέκεινα, από τη γη στο άπειρο.

Ο πίνακας δεν αφηγείται κάτι. Δεν υπάρχει δράση, δεν υπάρχει αφήγηση. Υπάρχει μόνο παρουσία και εσωτερικότητα. Αυτός είναι και ο ρομαντικός πυρήνας του Friedrich: η απομόνωση του ατόμου, η μυστικιστική του σχέση με το σύμπαν, η αίσθηση πως μπροστά στην αιωνιότητα ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να μιλήσει – μόνο να συλλογιστεί.

  • Francisco Goya – Saturn Devouring His Son (1819–1823)

Πρόκειται για ένα από τα πιο σκοτεινά, συνταρακτικά και φορτισμένα έργα της ιστορίας της τέχνης. Ζωγραφισμένος μεταξύ 1819 και 1823 απευθείας στον τοίχο του σπιτιού του ζωγράφου, της περίφημης Casa del Sordo («Σπίτι του Κουφού»), αποτελεί μέρος των λεγόμενων «Μαύρων Πινάκων» (Pinturas Negras), μιας σειράς έργων που ο Γκόγια δημιούργησε στο τέλος της ζωής του, μακριά από κάθε παραγγελία και δημόσια έκθεση.

Ο πίνακας απεικονίζει τη μυθολογική μορφή του Τιτάνα Κρόνου, που τρελαμένος από τον φόβο πως τα παιδιά του θα τον εκθρονίσουν, όπως είχε κάνει και ο ίδιος με τον πατέρα του, καταβροχθίζει τον γιο του. Ωστόσο, η απεικόνιση του Γκόγια είναι μακριά από την ιδεαλιστική και ισορροπημένη προσέγγιση της κλασικής μυθολογίας. Ο Κρόνος παρουσιάζεται ως ένα παρανοϊκό, παραμορφωμένο τέρας: με ορθά ανοιχτά μάτια, που θυμίζουν έντρομο ζώο, και στόμα γεμάτο μανία, έχει ήδη κατασπαράξει το μισό σώμα του παιδιού.

Ο πίνακας ξεπερνά τη μυθολογική του αφετηρία και μετατρέπεται σε σκοτεινή αλληγορία της ανθρώπινης φύσης, της εξουσίας, του χρόνου και της παραφροσύνης. Η σωματική φρίκη συνδυάζεται με ψυχική καταρράκωση: δεν πρόκειται μόνο για μια πράξη βίας, αλλά για ένα βλέμμα στον τρόμο του ίδιου του Κρόνου, που φαίνεται παγιδευμένος σε μια τρέλα χωρίς λογική.

Ορισμένοι μελετητές ερμηνεύουν τον πίνακα ως αντανάκλαση του ψυχισμού του Γκόγια, ο οποίος στα τελευταία του χρόνια υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, κοινωνική απομόνωση και βαθιά απογοήτευση από την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ισπανίας μετά την παλινόρθωση της μοναρχίας. Άλλες ερμηνείες βλέπουν στο έργο μια πολιτική αλληγορία: ένας πατέρας-σύστημα εξουσίας που καταστρέφει τα παιδιά του – τον λαό, το μέλλον – για να διατηρηθεί στην εξουσία.

  • Edvard Munch – Melancholy (1894-1896)

Πριν από την «Κραυγή», ο Μουνκ είχε ήδη αποτυπώσει την εσωτερική ταραχή σε πίνακες όπως η Μελαγχολία, όπου ένας άντρας σκύβει το κεφάλι του στην άκρη μιας προβλήτας, ενώ μια γυναίκα απομακρύνεται. Ο χωρισμός, η μοναξιά και η ψυχική αστάθεια εκφράζονται με απλότητα αλλά και συναισθηματική ένταση, δείχνοντας τη μελαγχολία ως αποξένωση από τον άλλον και από τον εαυτό.

Ο πίνακας, φιλοτεχνημένος ανάμεσα στο 1894 και 1896, αποτελεί ένα από τα πιο συγκινητικά παραδείγματα πρώιμου εξπρεσιονισμού και ταυτόχρονα ένα εικαστικό απόσπασμα από το βαθιά ταραγμένο ψυχικό τοπίο του ίδιου του καλλιτέχνη. Δεν είναι απλώς η απεικόνιση ενός μελαγχολικού προσώπου, είναι η υλοποίηση της εσωτερικής σιωπής, η κατάσταση του ψυχικού μουδιάσματος που προκύπτει όταν ο κόσμος γύρω σου συνεχίζει να κινείται, ενώ εσύ έχεις βυθιστεί στην ακινησία της σκέψης.

  • Pablo Picasso – La Vie (1903)

Ο πίνακας δημιουργημένος κατά την περίοδο της Μπλε Περιόδου του Picasso, αποτελεί ένα από τα πιο φορτισμένα και αινιγματικά έργα του. Πρόκειται για έναν εικαστικό στοχασμό πάνω στον πόνο, την απώλεια, την αγάπη και την ίδια τη φύση της ύπαρξης. Ο νεαρός τότε Picasso, βαθιά επηρεασμένος από την αυτοκτονία του στενού του φίλου Carlos Casagemas, χρησιμοποιεί την τέχνη για να επεξεργαστεί το πένθος του και να αναμετρηθεί με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα.

Στο κέντρο του πίνακα βλέπουμε έναν γυμνό άνδρα και μία γυμνή γυναίκα, να στέκονται πλάι-πλάι, ακίνητοι και σιωπηλοί, μπροστά από μια σκηνή ζωγραφισμένη εντός του ίδιου του έργου: μια μητέρα που κρατά το παιδί της, δίπλα σε μια άλλη σκυμμένη, μελαγχολική φιγούρα. Το βλέμμα του άνδρα μοιάζει να απευθύνεται στη γυναίκα ή ίσως στο θεατή, ενώ η γυναίκα κοιτάει ευθεία μπροστά, χωρίς σαφές συναίσθημα. Γύρω τους, άλλες μορφές διαγράφονται φευγαλέα, σαν σκιές.

Το έργο είναι διάστικτο από σύμβολα ζωής και θανάτου: η μητέρα και το βρέφος παραπέμπουν στη γέννηση και την τρυφερότητα, ενώ η σκυμμένη μορφή στο φόντο ενσαρκώνει την απελπισία ή τον θρήνο. Ολόκληρη η σκηνή θυμίζει θρησκευτικό τρίπτυχο αλλά απογυμνώνεται από κάθε θεϊκή παρουσία: η ανθρώπινη εμπειρία στέκεται μόνη, χωρίς παρηγοριά.

Η επιλογή του ψυχρού μπλε χρώματος εντείνει το αίσθημα απομόνωσης και στοχασμού. Ο μπλε τόνος δεν λειτουργεί απλώς αισθητικά αλλά είναι μέσο συναισθηματικής έκφρασης, μεταφέροντας την καταθλιπτική ατμόσφαιρα της ύπαρξης, την αγωνία της απώλειας, αλλά και την αναζήτηση του νοήματος μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει σιωπηλός απέναντι στον ανθρώπινο πόνο.

Το έργο δεν αφηγείται κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά λειτουργεί ως εικαστικό ποίημα για την ίδια τη ζωή: τη φθαρτότητά της, την αδυναμία κατανόησής της, την τρυφερότητα και τη βία της ταυτόχρονα. Η φιγούρα του Casagemas εμφανίζεται όχι ως πορτρέτο, αλλά ως σύμβολο του νεαρού άντρα που αναμετράται με τη ζωή και τον θάνατο, έναν σύγχρονο Άμλετ χωρίς λέξεις.

Τελικά, ο πίνακας είναι ένα υπαρξιακό εικονοστάσι, στο οποίο η ζωή δεν εξιδανικεύεται ούτε εξηγείται· στέκεται απλώς μπροστά μας, γεμάτη αντιφάσεις. Ο Picasso, μέσα από αυτό το αριστούργημα της πρώιμης περιόδου του, επιχειρεί να απεικονίσει όχι την εξωτερική όψη της ζωής, αλλά το βάθος της, τη σιωπηλή της πυκνότητα, την αινιγματική της ουσία.

  • Edward Hopper – Automat (1927)

Η μελαγχολία στην αμερικανική τέχνη του 20ού αιώνα παίρνει πιο καθημερινή, αστική μορφή. Στον πίνακα Automat, μια γυναίκα κάθεται μόνη σ’ ένα καφέ, με άδειο βλέμμα. Ο Hopper συλλαμβάνει την απομόνωση των σύγχρονων ανθρώπων μέσα στο τεχνητό, αστικό τοπίο της ανωνυμίας και της νυχτερινής ερημιάς.

Τα χρώματα είναι ψυχρά, φωτισμένα από έναν δυνατό, τεχνητό φως· τονίζονται οι σκιές, η αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού και του μαύρου εξωτερικού. Ο Hopper χειρίζεται το φως ως ψυχολογικό εργαλείο: ο φωτισμός απομονώνει τη μορφή, την εκθέτει, αλλά δεν τη φωτίζει συναισθηματικά, την αφήνει παγωμένη, σαν θεατρικό πρόσωπο που περιμένει σε μια άδεια σκηνή.

Η ακινησία είναι επίσης καθοριστική. Δεν υπάρχει κίνηση, ούτε καν υπόνοια δράσης. Το Automat είναι μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο, σαν να μην υπάρχει παρελθόν ούτε μέλλον, μόνο ένα τώρα που διαρκεί υπερβολικά πολύ.

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη,

Influence:

Η Βασιλική Κιούπη εργάζεται ως φιλόλογος και αρθρογράφος και είναι υποψήφια διδάκτορας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου…