Η ιστορία του Papillon και οι δύο κινηματογραφικές εκδοχές της

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη

Η αληθινή ιστορία του Henri Charrière, γνωστού με το ψευδώνυμο “Papillon” (πεταλούδα), αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για δύο κινηματογραφικές μεταφορές: την κλασική ταινία του 1973 με πρωταγωνιστές τους Steve McQueen και Dustin Hoffman και την επανέκδοση του 2017 με τους Charlie Hunnam και Rami Malek. 

Και οι δύο ταινίες βασίζονται στο αυτοβιογραφικό έργο του Charrière, το οποίο αφηγείται τη δραματική του εμπειρία στις διαβόητες φυλακές της Γαλλικής Γουιάνας και την τελική του απόδραση από το φρούριο του Νησιού του Διαβόλου.

Η υπόθεση του “Papillon” ξεκινά με τη σύλληψη και καταδίκη του Charrière το 1933 για έναν φόνο που ισχυρίστηκε μέχρι τέλους πως δεν διέπραξε. Καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη και στέλνεται στις γαλλικές αποικιακές φυλακές της Νότιας Αμερικής. Εκεί γνωρίζει τον Louis Dega, έναν πλούσιο παραχαράκτη, και ξεκινά μια δυνατή φιλία που θα αποβεί καθοριστική για την επιβίωσή του αλλά και τις απόπειρες απόδρασης. 

Ο Charrière πέρασε χρόνια φρίκης, απομόνωσης και αγώνα για ελευθερία, ενώ ισχυριζόταν ότι τελικά κατάφερε να αποδράσει και να ζήσει ελεύθερος για το υπόλοιπο της ζωής του. Το βιβλίο του, που κυκλοφόρησε το 1969, έγινε best-seller και γνώρισε διεθνή επιτυχία, παρά τις αμφισβητήσεις ορισμένων ιστορικών ως προς την απόλυτη αλήθεια του περιεχομένου του.

Η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά, σε σκηνοθεσία Franklin J. Schaffner (1973), προσέγγισε την ιστορία με έναν μεγαλειώδη, επικό τρόπο. Ο Steve McQueen ενσαρκώνει τον Papillon με σωματική ένταση και πνευματική αντοχή, αποτυπώνοντας τη σκληρότητα της απομόνωσης και το πάθος για ελευθερία. Ο Dustin Hoffman ως Dega φέρνει έναν ανθρώπινο, εσωστρεφή χαρακτήρα, ενισχύοντας την ψυχολογική διάσταση της φιλίας τους. Η ταινία, γυρισμένη σε απομονωμένες τοποθεσίες, αναδεικνύει τις δυσκολίες της ζωής στις αποικιακές φυλακές, ενώ δίνει έμφαση στην ηθική αντοχή και την απόφαση του ανθρώπου να μείνει όρθιος απέναντι στην εξουσία.

Η έκδοση του 1973 είναι πιο αργόσυρτη, στοχαστική και εστιάζει στην πνευματική δοκιμασία του ήρωα. Ο ρυθμός είναι συχνά υποτονικός, υποδηλώνοντας το βάθος της μοναξιάς και της απελπισίας. Το σκηνοθετικό ύφος θυμίζει την παράδοση των μεγάλων δραματικών επών, με έντονη χρήση σιωπών, κοντινών πλάνων και φυσικού φωτός. Είναι μια ταινία που, πέρα από την περιπέτεια, προβάλλει τη φιλοσοφία του αγώνα και της αξιοπρέπειας.

Η νεότερη μεταφορά του 2017, σε σκηνοθεσία Michael Noer, είναι πιο έντονη, σκοτεινή και ρεαλιστική. Η βία παρουσιάζεται με πιο ωμό τρόπο, και η κάμερα κινείται πιο νευρικά, τονίζοντας τη σωματικότητα και τον κίνδυνο. Ο Charlie Hunnam δίνει έναν πιο εκρηκτικό Papillon, λιγότερο στοχαστικό και πιο επιρρεπή στην απελπισία, ενώ ο Rami Malek, με την ιδιαίτερη ερμηνεία του, προσδίδει στον Dega έναν ελαφρώς νευρωτικό χαρακτήρα, πιο αποστασιοποιημένο από τη φρίκη γύρω του. Η ταινία υιοθετεί στοιχεία σύγχρονου θρίλερ και δράματος, με περισσότερη έμφαση στη δράση και στην ωμή πραγματικότητα της φυλάκισης.

Σε αντίθεση με την πρώτη ταινία, η έκδοση του 2017 ενσωματώνει και υλικό από το δεύτερο βιβλίο του Charrière, το “Banco”, και αφηγείται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τις αποτυχημένες απόπειρες απόδρασης και τη βίαιη καθημερινότητα των κρατουμένων. Παράλληλα, είναι πιο ρεαλιστική στην απεικόνιση της σχέσης των δύο ανδρών, απογυμνώνοντάς την από τον ρομαντισμό της παλαιότερης εκδοχής και δείχνοντας τον τρόπο που αναπτύσσεται μέσα από τον φόβο και τη βία.

Οι δύο ταινίες λειτουργούν ως καθρέφτες των εποχών τους: η πρώτη είναι ένα δράμα επιβίωσης και ελευθερίας με υπαρξιακή διάσταση, ενώ η δεύτερη μια μοντέρνα βιογραφική περιπέτεια με έμφαση στον κοινωνικό ρεαλισμό και τη σωματική βία. Και στις δύο περιπτώσεις, η ιστορία του Papillon παραμένει συγκλονιστική, αν και η κινηματογραφική της απόδοση εγείρει ερωτήματα για τα όρια της βιογραφικής αλήθειας και της καλλιτεχνικής αναπαράστασης.

Τελικά, ο “Papillon” είναι ένα σύμβολο αντίστασης και επιμονής. Είτε μέσα από τη σιωπηλή εσωτερική αντοχή του McQueen είτε μέσα από την αιμόφυρτη ορμή του Hunnam, ο χαρακτήρας του Charrière συγκινεί γιατί ενσαρκώνει την ακατάλυτη ανθρώπινη θέληση για ελευθερία. Το αν η ιστορία του είναι 100% αληθινή ίσως λίγη σημασία έχει μπροστά στην επίδραση που εξακολουθεί να ασκεί, μισό αιώνα μετά την πρώτη της μεταφορά στο πανί.

Συντάκτης: Βασιλική Κιούπη,

Influence:

Η Βασιλική Κιούπη εργάζεται ως φιλόλογος και αρθρογράφος και είναι υποψήφια διδάκτορας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου…