Η παραβολή που άλλαξε την οπτική μου

Συντάκτης: Νάνσυ Παπαδοπούλου

Πριν λίγο καιρό είχα την τύχη να γνωρίσω έναν φανταστικό άνθρωπο κάπου στα χωριά της Μεσσηνίας. Ένα απόγευμα λοιπόν και ενώ σκεφτόμουν διάφορα πράγματα που με προβλημάτιζαν κάθισε κοντά μου και άρχισε να μου μιλάει. Η αύρα του ήταν καθαρή. Σε έκανε να νιώθεις όχι μόνο άνετα, αλλά σου επέτρεπε να είσαι ο εαυτός σου, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Έμοιαζε γνωστή φυσιογνωμία, μα δεν τον είχα συναντήσει ξανά. Πρέπει να ήταν κοντά στα εβδομήντα. Ένιωθα ότι είχε ακούσει και περάσει πολλά.

Το παγκάκι που καθόμασταν είχε ένα φως που χτυπούσε τις πλάτες μας, με αποτέλεσμα να καθρεφτίζονται μπροστά οι σκιές μας, ενώ είχαμε θέα την θάλασσα. Εγώ είχα προλάβει να δω και λίγο από το ηλιοβασίλεμα. Νυχτώνει νωρίς τώρα.

Η συζήτησή μας από την αρχή είχε ποιότητα και τίποτα που να θυμίζει επιφανειακή συζήτηση. Κάποια στιγμή μάλιστα θέλησε να μοιραστεί μαζί μου και μια ιστορία. Μια ιστορία που ήρθε να ξυπνήσει το νου μου από τον λήθαργο και να τον επαναφέρει σε μια διαφορετική πραγματικότητα.

Αυτή η ιστορία έλεγε..

«Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένας νεαρός. Ένας νεαρός που είχε όνειρο να πάρει την δική του μηχανή και να ταξιδεύει. Δούλευε για χρόνια σε δουλειές που έπρεπε να κάνει δρομολόγια με μηχανάκια, οπότε φαινομενικά ήξερε και γνώριζε καλά ότι έπρεπε. Μέσα από την δουλειά αυτή ζούσε και αποταμίευε για το όνειρό του. Κάποιες φορές δυσκολευόταν, ενώ ένα διάστημα το όνειρό του είχε μείνει πίσω. Ήταν ένα όνειρο που αγαπούσε και προσδοκούσε χρόνια, γι’ αυτό ποτέ δεν τα παρατούσε.

Μια μέρα λοιπόν, μετά από πραγματικά πολλές μέρες το όνειρό του θα γινόταν πραγματικότητα. Ξύπνησε νωρίς-νωρίς και πήγε στο μαγαζί να αγοράσει την μηχανή που τόσα χρόνια λαχταρούσε. Αγόρασε ό,τι απαιτούσε μια μηχανή και βγήκε στον δρόμο. Την πρώτη εβδομάδα μάλιστα θέλησε να επισκεφτεί ένα κρυμμένο εκκλησάκι στην κορυφή ενός βουνού. Ο δρόμος που οδηγούσε εκεί ήταν λίγο δύσκολος, μιας και ήταν σχεδόν μια μόνιμη στροφή. Ήταν καλός οδηγός όμως και τα πήγαινε τέλεια με την οδήγηση. Λίγο πριν φτάσει όμως συνέβη κάτι που φάνηκε να του γκρεμίζει το όνειρο. Στην μέση του δρόμου υπήρχε μια πέτρα που ο νεαρός δεν πρόλαβε να αποφύγει με αποτέλεσμα η ρόδα να πατήσει την πέτρα και να τον πετάξει από τον δρόμο. Έπεσε από ένα μικρό ύψωμα σε ένα μικρό χωραφάκι. Ήταν τυχερός μέσα στην «ατυχία» του γιατί δεν έπαθε τίποτα. Μόνο η μηχανή είχε πάθει ζημιά.

Ο νεαρός εκείνη την στιγμή έβλεπε την συγκεκριμένη μόνο κατάσταση και ένιωθε άτυχος. Ένιωθε πως αυτό που του συνέβη ήταν κάτι άθλιο που σχεδόν του κατέστρεψε αυτό που τόσα χρόνια δούλευε για να αποκτήσει. Σήκωσε την μηχανή από το έδαφος και πριν μπει ξανά σε πορεία, είδε κάτι τρελό. Κατέβαινε τον δρόμο με ανεξέλεγκτη ταχύτητα μια νταλίκα, η οποία είχε χαλασμένα φρένα. Η νταλίκα θα έπαιρνε μαζί της οτιδήποτε υπήρχε εκείνη τη στιγμή στο δρόμο της.

Ο νεαρός ήταν θεατής σε κάτι που παραλίγο να του αφαιρούσε τη ζωή. Ο νεαρός φαίνεται να σώθηκε από την πέτρα. Από την πέτρα που λίγο πριν φαινόταν να του κατέστρεφε κομμάτι του ονείρου..»

Όταν είμαστε σε μια κατάσταση βλέπουμε μόνο το ένα μέρος, ενώ υπάρχουν πάντα περισσότερα σημεία άξια ενδιαφέροντος.

Μετά από την ιστορία αυτή ο ηλικιωμένος με άφησε. Δεν σκέφτηκα ποτέ να ρωτήσω το όνομά του. Ίσως να μην πρόλαβα κιόλας. Φεύγοντας μου άφησε ένα «διαμάντι» για δώρο.

Συντάκτης: Νάνσυ Παπαδοπούλου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.