«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»

Συντάκτης: Φιλαρέτη Χρηστίδη

Μία μαύρη κωμωδία με περίβλημα ενός ρομαντικού γουέστερν, αφιερωμένη στην Ελλάδα.

Η επιστροφή του Γιάννη Οικονομίδη

Έξι χρόνια μετά από το «Μικρό Ψάρι» ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης σηματοδοτεί την επιστροφή του με την Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς, ένα ρομαντικό γουέστερν θα έλεγε κανείς, με σημαία του το μαύρο χιούμορ και την Ελλάδα. Όχι την εξιδανικευμένη εκδοχή της. Την εκδοχή αυτή, που οι περισσότεροι από εμάς προσπαθούμε είτε συνειδητά, είτε και μερικές φορές ασυνείδητα, να κρύψουμε από τους ξένους. Αυτή όπου οι άνθρωποι βρίζουν καθημερινά και ακατάπαυστα, γιατί καλώς ή κακώς είναι κομμάτι της νοοτροπίας του λαού τους. Αυτή όπου οι Ελληνίδες μαμάδες είναι οι πραγματικοί οδηγοί της οικογένειας έχοντας στο ένα χέρι τα τάπερ με το φαγητό και στο άλλο μία παντόφλα ή ένα μπουκαλάκι δηλητήριο. Ανάλογα με τις περιστάσεις. Και εκεί είναι που ο Οικονομίδης στοιχηματίζει: στους αληθινά ανθρώπινους χαρακτήρες, που βωμολοχούν, εξοργίζονται, ζηλεύουν, κλαίνε και πληγώνονται. Στη μαμά, στον μπαμπά, στον γιο και στην κόρη, που όλοι, αν και δε θέλουμε να παραδεχτούμε,, ή είμαστε ή έχουμε ήδη μέσα στο σπίτι μας.

Η πλοκή

Σε μία επαρχιακή πόλη, τη Λαμία, η γοητευτική Όλγα (Βίκυ Παπαδοπούλου) ή σε αυτή την περίπτωση μία σύγχρονη ΄΄Ωραία Ελένη΄΄ αποφασίζει να εγκαταλείψει τον επιχειρηματία σύζυγο της, Ηρακλή (Γιάννης Τσορτέκης), χάρη στον εραστή της, αλλά και τωρινό ιδιοκτήτη ενός νυχτερινού κέντρου, όπως και πρώην λαϊκό τραγουδιστή, Μάνο (Βασίλης Μπισμπίκης). Μαζί όμως με την Όλγα από το συζυγικό της σπίτι, έφυγαν και ένα εκατομμύριο ευρώ. Και τότε είναι που σπέρνεται το χάος. Ο σύζυγός της από τη μία παλεύοντας με το μικρόβιο του χρήματος και από την άλλη με τον δαίμονα του ανδρικού εγωισμού αποφασίζει να αναζητήσει την Όλγα και τον εραστή της για να πάρει εκδίκηση. Στο μεταξύ ενώ το παράνομο ζεύγος αναζητά ένα προσωρινό καταφύγιο, στο ερωτικό τρίγωνο δεν παραλείπουν να εμπλακούν και μερικοί εκτελεστές. Και ας μην ξεχνάμε, όμως, πως πέρα από γουέστερν πρόκειται και για μία μαύρη κωμωδία. Έτσι, η ειδωλική φιγούρα της Ελληνίδας μητέρας που δε βλέπει δικαιοσύνη πέρα από τα μάτια του χαϊδεμένου γιου της, παίρνει σάρκα και οστά στα πρόσωπα της μητέρας του εραστή (Σοφία Κουνιά) αλλά και της μητέρας του απατημένου συζύγου (Βασιλική Καλλιμάνη). Τότε η κλασική πλοκή μίας βεντέτας βάφεται με ελληνικά χρώματα χάρη στα τρία συμπτώματα-κλειδιά του οικείου σε όλους μας σύνδρομο του Έλληνα: της μάνας που αναλαμβάνει τα ηνία, του δήθεν ανδρισμού που αγγίζει το βάθος της τοξικής αρρενωπότητας και της ανεξήγητης υπεροψίας. Όλα στοιχεία ενός πολύ γνώριμου παζλ, αυτού της ελληνικής κοινωνίας.

«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»

Η ειλικρινής απεικόνιση της ελληνικής καθημερινότητας και η μίξη επαγγελματιών και μη ηθοποιών

Η γνωριμία αυτή της μεγάλης οθόνης με την ρεαλιστικά ελληνική κανονικότητα, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς και την υποκριτική ικανότητα του καστ που αποτελείται από ερασιτέχνες και μη ηθοποιούς. Γιατί, οι ηθοποιοί στην ταινία αυτή δεν δρουν ως καλλιτέχνες οι οποίοι υποκρίνονται, δρουν ως απλοί καθημερινοί άνθρωποι μίας επαρχιακής κοινωνίας, διεφθαρμένης μεν, κωμικοοτραγικής δε. Και η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και τον ηθοποιό είναι πλέον μηδενική αφού στα πλαίσια της ταινίας ο κάθε ηθοποιός δεν υποδύεται, αλλά αντιθέτως, γίνεται ολοκληρωτικά ο χαρακτήρας του. Στη προκειμένη περίπτωση ο Οικονομίδης, αν και τηρεί συγκεκριμένες σεναριακές και υποκριτικές προϋποθέσεις έτσι ώστε να δημιουργηθεί η βάση μίας ασφαλούς κοινής αφετηρίας μεταξύ σκηνοθέτη-ηθοποιών, αυτό δεν τον εμποδίζει να επιτρέψει στους ηθοποιούς του να κινηθούν και μέσα στο πλαίσιο του ελαφρού αυτοσχεδιασμού. Στο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι έμπειροι ηθοποιοί τεστάρουν τα χρόνια εμπειρίας τους στον κινηματογραφικό και θεατρικό χώρο, ενώ οι ερασιτέχνες χάρη στη μη τεχνική εκπαίδευση τους παρουσιάζουν με αυθορμητισμό μία ακατέργαστη αυθεντικότητα στο παίξιμό τους. Η πρωτότυπη αυτή μίξη ερασιτέχνη και επαγγελματία είναι και το σήμα κατατεθέν της Μπαλάντας. Η φυσικότητα και ο ανθρωπισμός στις εκφράσεις, στα πρόσωπα και τον διαλογικό ρυθμό στις συζητήσεις των ηρώων της. Δεν πρόκειται για τις στερεοτυπικές καρικατούρες της «ακαταμάχητης γυναίκας», της «υπερπροστατευτικής μητέρας» και του «χαϊδεμένου γιου» που δεσπόζουν χρόνια σε κινηματογραφικά σενάρια. Πρόκειται για μία ωδή στον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, τον θεατή. Και εκεί είναι και το αστείο. Γελάς γιατί πρόκειται για άτομα και καταστάσεις που έχεις ζήσει (μείον τις ψυχρές και αιματηρές εκτελέσεις). 

«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»

Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται και η σάτιρα της καταγωγής ενός λαού και των χαρακτηριστικών που τον καθιστούν τόσο γνήσια ελληνικό: τη μητρική παθογένεια, τη δήθεν αρρενωπότητα και παλικαριά, τη συνταγή για μία παραδοσιακή ελληνική οικογένεια με λίγα λόγια. Ο Οικονομίδης, όμως, δεν έχει σκοπό να αναλάβει ρόλο δασκάλου απέναντι στον θεατή του. Μέσα από την Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς στοχεύει, παρά την επιφανειακή αγριότητα των χαρακτήρων του, να υμνήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες όπως και την ασχήμια της ελληνικής κοινωνίας. Και όμως, μέσα στα πλαίσια αυτής της προσεκτικά ραμμένης κοινωνικής κριτικής χωρίς κανένα ίχνος συντηρητισμού, καταφέρνει να γίνει αστείος με τον πιο ευρηματικό τρόπο. Γιατί από τη μία καταλήγεις να γελάς με την κατάντια και την οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας, της οποίας είσαι μέρος, και από την άλλη αισθάνεσαι αμηχανία γιατί συνειδητοποιείς πώς, παρά την υπερβολή τους, τα συμβάντα και οι χαρακτήρες της ταινίας δεν απέχουν τελικά και πολύ από την ελληνική πραγματικότητα. Έτσι, κάπου ενδιάμεσα στο γέλιο και την αμηχανία, το παραμύθι της “τέλειας” Ελλάδας έρχεται στο τέλος του και αρχίζει η περιφρόνηση από τους ίδιους τους Έλληνες, για την ίδια τους την κοινωνία. Χωρίς, όμως, την περιφρόνηση δε θα επέλθει ούτε αυτογνωσία, ούτε εξέλιξη.

Συντάκτης: Φιλαρέτη Χρηστίδη,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.