Γιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Γιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα Ένας από τους χαρισματικούς συνθέτες που μας κέντρισαν την προσοχή από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 γεμίζοντας τον τόπο τραγούδια που αγαπήθηκαν πάρα πολύ από τον κόσμο, είναι ο Γιώργος Χατζηνάσιος. Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη που η παρουσία του ως επίγονος των μεγάλων δημιουργών της χρυσής δεκαετίας του ’60, αποτέλεσε για κάποιους «νάρκη» στον ήδη χαραγμένο μουσικό δρόμο. Αυτό οδήγησε στην ανεπιθύμητη για τον ίδιο ταμπέλα του εμπορικού δημιουργού που φέρει όμως ψήγματα απαξίωσης ως προς την ποιότητα του είδους που εκπροσωπεί. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει πει για εκείνον: «Είναι ο επιτυχημένος συνθέτης που υποψιάζομαι “δεν τη βρίσκει” με την επιτυχία». Και είναι αλήθεια, ο Χατζηνάσιος σ’ ένα μουσικό κρεσέντο από τις σπουδές του μέχρι και τον πολυμέτωπο αγώνα που είχε να αντιμετωπίσει στην ελληνική καλλιτεχνική αρένα, δεν πάλεψε να αναμετρηθεί με την επιτυχία, δεν τη διεκδίκησε, πάλεψε να υπάρξει πλάι της, γι’ αυτό και εκείνη του παραδόθηκε ανευ όρων.

Γιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα Ένας Βαρδάρης φύσηξε ως το Παρίσι

Ο Χατζηνάσιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942. Είχε καλλιτεχνικές ρίζες στο οικογενειακό δέντρο από τον πατέρα του Αγάπιο που ήταν εξαίρετος σαξοφωνίστας και από τον παππού του, ο οποίος επιδόθηκε στη ζωγραφική και την αγιογραφία. Αυτό το πατρογονικό «μικρόβιο» της δημιουργίας μαζί με την εκλεπτυσμένη παιδεία της μητέρας του ως δασκάλας ήταν τα στοιχεία που συνέβαλλαν κι αυτά στην ευαίσθητη φυσιογνωμία του Χατζηνάσιου. Από 6 χρονών ξεκινά τα μαθήματα πιάνου στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εφτά χρόνια μετά αποκτά το πρώτο πιάνο στο σπίτι, καθώς μέχρι τότε η μελέτη γινόταν σε κάποιες θείες του. Είναι πια σε θέση να παίζει και ακορντεόν σε διαφορα πανηγύρια σε χωριά της Βορείου Ελλάδος.

Με εξέλιξη θεαματική και όνειρο να γίνει σολίστ συνεχίζει τις σπουδές του στην Αθήνα. Ο πρώτος που τον πήρε από το χέρι ήταν ο μπουζουξής Χάρης Λεμονόπουλος με τον οποίο παίξανε μαζί σε κάποιο μαγαζί της οδού Αχαρνών. Από το Εθνικό Ωδείο καταλήγει στο Παρίσι, όπου εμβαθύνει και τελειοποιείται στη συνθετική και ενορχηστρωτική διάσταση της μουσικής. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, τα πρώτα τραγούδια που γράφει είναι με τη Μαρινέλλα και γίνονται αμέσως επιτυχίες όπως «Κρίμα το μπόι σου» και άλλα. Από το σημείο αυτό και έπειτα ανατρέπει με την παρουσία του την εικόνα του ψυχαγωγικού τραγουδιού προσδίδοντάς του τη σωστή λειτουργία.

Γιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα Χρόνια να παίζει το τρανζίστορ… Χατζηνάσιο…

Με κατεύθυνση προς τη σχολή Πλέσσα και με πολλούς χρωματισμούς από τη τζαζ μουσική, κινείται όλα αυτά τα χρόνια από πιο έντεχνους σε πιο λαϊκούς ήχους, έτσι ώστε να φοριούνται σαν καλοσιδερωμένο πουκάμισο επάνω στους στίχους. Ο ίδιος είχε πει σε κάποια συνέντευξή του: «Εγώ γράφω. Δεν μιλάω. Άλλοι μιλάνε και δεν γράφουν. Και μιλώντας, τα μουσικά τους ελαττώματα τα παρουσιάζουν σαν προτερήματα». Μέχρι και σήμερα υπάρχουν περίπου γύρω στους 60 δίσκους που φέρουν την συνθετική του υπογραφή ενώ έχει συνεργαστεί με σπουδαίους στιχουργούς όπως οι Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μιχάλης Μπουρμπούλης, Λίνα Νικολακοπούλου, Κώστας Τριπολίτης, Νίκος Γκάτσος και άλλοι. Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει οι Μαρινέλλα, Βίκυ Μοσχολιού, Νάνα Μούσχουρη, Γιάννης Πάριος, Δήμητρα Γαλάνη, Μανώλης Μητσιάς, Τάνια Τσανακλίδου και πολλοί ακόμα σημαντικοί τραγουδιστές.

Έχει γράψει μουσική για θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές σειρές ενώ φέρει στο ενεργητικό του χρυσές και πλατινένιες τιμητικές διακρίσεις. Έχει τιμήσει ιδιαιτέρως την πατρίδα μας στο εξωτερικό ως πρεσβευτής της ελληνικής μουσικής και έχει βρεθεί στους μεγαλύτερους χώρους θεάματος σε όλο τον κόσμο, με αποκορύφωμα την παρουσία του στις Πυραμίδες της Αιγύπτου. Πρόκειται για το έργο με τίτλο «Ωδή στο Μ. Αλέξανδρο» που στάθηκε η ευτυχής συγκυρία, για να ανοίξουν τον επί δεκατίες κεκλεισμένων των θυρών αρχαιολογικό χώρο. Στην παράσταση αυτή τα τραγούδια ερμήνευσαν οι Πέτρος Γαϊτάνος και Γρηγόρης Βαλτινός.

Γιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα

Κινείται με φοβερό ελιγμό από τις πιο ελαφριές συνθέσεις, σαν το «Μάθημα Σολφεζ» που αποτέλεσε το διαγωνιστικό μουσικό κομμάτι για την Ελλάδα στην Eurovision του 1977, μέχρι και τη μελοποίηση του «Μονογράμματος» του Οδυσσέα Ελύτη αλλά και τους βυζαντινούς δρόμους του «Χρονικού της Αλώσεως», με τη πνευματική διάυγεια των κειμένων του Γεωργίου Φραντζη εμποτισμένα με τις μουσικές του πινελιές.

Ένας λαϊκός σολίστ

Με ισχυρά θεμέλια γνώσεων ο Χατζηνάσιος αναζήτησε έντονα την πρωτοτυπία στη μελωδία λειτουργώντας, όμως πάντοτε αφαιρετικά θέλοντας να αποδόσει στις νότες συνθέσεις απλές και όχι πολύπλοκες. Δεν προσπάθησε ποτέ να βάλει στις μουσικές του όλα όσα ξέρει, χρησιμοποιήσε πολλά δυτικά στοιχεία και επιδίωξε πάντα να ξετρυπώσει μέσα από τα λόγια το παιχνίδι με τις νότες σε μια ένωση κάθε φορά μοναδικΓιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα ή. Οι πρώτοι που άκουγαν τα τραγούδια ήταν πάντα οι φίλοι του, γι’ αυτό και πρωταρχικός σκοπός του ήταν η μεταξύ τους χαρά και διασκέδαση. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο έχει γράψει πολλά ζωηρά κομμάτια στα οποία ξεχωρίζει μια παράξενη καθαρότητα και μια παιδικότητα, όπως «Σ’ όποιον αρέσουμε», «Ξενύχτησα στην πόρτα σου», «Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο», «Ο ανθρωπάκος» και άλλα.

Με γερές καταβολές στον κόσμο του συναισθήματος, τα τραγούδια του φέρουν όλα έναν λυρισμό και θαρρείς πως πίσω από κάθε μπαλάντα που ακούμε κρύβεται και μια αληθινή ιστορία αγάπης. Έμπνευσή του είναι πάντα το ερωτικό πάθος και αφετηρία του είναι η επι σειρά πολλών ετών σχέση του με τη γυναίκα του. Συνθέτει μελωδίες που σιγοντάρονται περίτεχνα από τη συμφωνική μουσική, χωρίς όμως να κουβαλάνε στην πλάτη το βάρος ενός κλασικού έργου. Αυτή είναι και η μαεστρία του. Έτσι, γράφει κομμάτια όπως «Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ», «Καμιά φορά», «Έτσι φτιάχνεται η αγάπη», «Το σώμα που ζητάς», «Τα γαλάζια γράμματα» και τόσα άλλα. Μάλιστα, οι στίχοι του τελευταίου κομματιού γράφτηκαν σε ανύποπτο χρόνο από τον Γιώργο Κανελλόπουλο αποτελώντας μια έκπληξη για το συνθέτη, ο οποίος απόρησε και χαμογελάσε στην ανάμνηση των πραγματικών γαλάζιων γραμμάτων που λάμβανε από τη γυναίκα του την περίοδο που ήταν στο Παρίσι και φυσικά στην παράξενη σύμπτωση της ζωής που τον μετέτρεψε σε κοινωνό μιας ιστορίας με το δικό του χρώμα.

Γιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα Δεν μπλέχτηκε ποτέ στο μελίσσι της πολιτικής, επιθυμώντας να παραμένει πάντα μακρυά από κόμματα και κλίκες. Υπήρξε και είναι πολιτικοποιημένος, όμως δεν επιδιώξε ποτέ να εκφραστεί η σκέψη του μέσα από τη δουλειά του. Επέλεξε μια στάση ουδέτερη. Ωστόσο, την εποχή που πρωτοτραγουδήθηκαν τα κομμάτια «Πού θα πάει», «Συμβιβαζόμαστε», «Τι να πούμε» πήραν μια πολιτική διάσταση στη συνείδηση του κόσμου, χωρίς να είναι αυτός ο λόγος που τα γέννησε. Όμως, η ανάγκη των ανθρώπων τη δεδομένη στιγμή τα αποκωδικοποίησε με τα σήματα του ευρύτερου πολιτικού ορυμαγδού.

Τον λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάει

Είναι ένας καλόβολος και πολύ συνεσταλμένος άνθρωπος που κρατά ισχυρούς δεσμούς με την οικογένειά του και με τους φίλους του, γεγονός που του χαρίζει μια μαγική σταθερότητα και μιαν αόρατη ισορροπία, απολύτως διακριτή και στο καλλιτεχνικό του έργο. Ερωτικός και ευγενής μόλις ακουμπά τα χέρια στο πιάνο μ’ αυτό το μελαγχολικό του βλέμμα, αφήνει τις νότες να ξεχυθούν στο χώρο προκαλώντας αμέσως το αυτί μας να μείνει εκεί καρφωμένο για ώρες.

Η Νάνα Μούσχουρη έχει πει για εκείνον: «Έχει ένα προσωπικό στυλ τελείως δικό του και μια μεγάλη ευαισθησία στον τρόπο που παίζει και γράφει». Με τα πόδια να πατούν στη γη δεν αντέχει τα λιβανίσματα και αποφεύγει τη μεγάλη προβολή. Προτιμά να αποτραβιέται στο ασφαλές καταφύγιο της οικογένειάς του. Είναι ευσυγκίνητος αλλά δεν αφήνει ποτέ να εξελιχθεί σε αδιάκοπη ροή δακρύων αυτή η παράξενη υγροποίηση στα μάτια, όταν αναταράσσεται η ψυχή.

Γιώργος Χατζηνάσιος, μουσικές με λαϊκή φινέτσα Είναι ο συνθέτης που αποπνέει μιαν αρχοντιά και μέσα από βιρτουόζικους αυτοσχεδιασμούς, ξέρει να χειρίζεται τέλεια το γνήσιο ελληνικό ηχόχρωμα του μπουζουκιού, σ’ ένα γοητευτικό σουλάτσο στα σοκάκια του έρωτα, παρέα με τα άγνωστα για τους περισσότερους, τερτίπια της κλασικής μουσικής. Αυτό τον καθιστά οπωσδήποτε μοναδικό αποδεικνύοντας, πώς η ποιότητα είναι κάτι πρωτογενές που δύναται να συναντήσουμε σε όλα τα είδη μουσικής και δεν χρειάζεται να φωνάζει από μακρυά, για να γίνει αντιληπτή. Σ’ αυτή τη σιωπηλή παρουσία έγκειται η γοητεία της, κάνοντάς την πολύτιμη στα χέρια σημαντικών δημιουργών, όπως ο Γιώργος Χατζηνάσιος.

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.