Γυναικοκτονία: ο φόνος της ζωής μέσα από την ψυχαναλυτική προσέγγιση

Συντάκτης: Ιωάννα Φερεντίνου

Γυναικοκτονία. Μια λέξη, με συμβολική διάσταση. Ένα φαινόμενο εγκληματολογικό, ή ανθρωπολογικό, θα λέγαμε. Ένας όρος που δημιουργήθηκε για να εξηγήσει μια από τις πιο ακραίες, αν όχι την πιο ακραία, μορφές εγκλήματος με γνώμονα το μίσος.

Λόγω των πολλαπλών, δυστυχώς, περιστατικών γυναικοκτονίας στην χώρα μας, το φαινόμενο αυτό έχει γίνει αντικείμενο συστηματικής μελέτης και έρευνας. Τι εννοούμε όμως με τον όρο «γυναικοκτονία»; Σίγουρα δεν είναι μια απλή έννοια που χρησιμοποιούμε μόνο για την περιγραφή του εγκλήματος. Εντούτοις, είναι ένας ειδικός τύπος ανθρωποκτονίας, όπου στον παρονομαστή βρίσκεται η γυναίκα. Είναι ο φόνος της γυναίκας, που κατευθύνεται από τον φθόνο της μητρικής λειτουργίας, τον φθόνο της μήτρας. Είναι ένα είδος εγκλήματος, που απευθύνεται αποκλειστικά στις γυναίκες, λόγω της ικανότητάς τους να δημιουργούν την ζωή. Επομένως, πρόκειται για τον ανεπανάληπτο φόνο της ζωής.

Οι δράστες, ως επί το πλείστον, χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη ψυχική ευαλωτότητα, που πηγάζει από την αδυναμία τους να αποδεχθούν την ματαίωση, καθώς και την αδυναμία τους να μεταβολίσουν την απόρριψη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά.

Στην παιδική ηλικία του ανθρώπου, λαμβάνει χώρα μια διαδικασία η οποία είναι καθοριστική για την μετέπειτα ζωή του, όπως και ο χωροχρόνος και ο τρόπος που αυτή συμβαίνει. Αφορά στη διαδικασία του αποχωρισμού του βρέφους από την μητέρα. Ειδικότερα, το βρέφος, μέσα από την προσκόλλησή του με την μητέρα, δεν καταλαβαίνει ότι είναι ξεχωριστή οντότητα από αυτήν, αλλά πιστεύει ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο. Η μητέρα καλύπτοντας όλες τις ανάγκες του βρέφους, του δημιουργεί την αίσθηση της ασφάλειας, την οποία το βρέφος αντιλαμβάνεται ως μια φυσική λειτουργία που συμβαίνει μόνη της με έναν παντοδύναμο τρόπο, δεν κατανοεί ότι ένας άλλος άνθρωπος του την προσφέρει. Η διαδικασία του αποχωρισμού, λοιπόν, κρίνεται εξαιρετικά αναγκαία για την ανεξαρτητοποίηση του βρέφους, ώστε να αποκτήσει την δική του ατομική ταυτότητα και δυνάμει αυτοπεποίθηση και αίσθηση αυτονομίας.

Ωστόσο, στη ζωή υπάρχουν καταστάσεις όπου ο αποχωρισμός αυτός, δεν καθίσταται δυνατός και δημιουργείται ένας μη ασφαλής αποχωρισμός, ή αντίθετα, υπερβολική προσκόλληση της μητέρας απέναντι στο βρέφος. Για παράδειγμα, ένα κακοποιητικό ή αποστερημένο περιβάλλον, είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας για την απόκτηση της απόλυτης ανεξαρτησίας του βρέφους, καθώς είναι έτοιμο να αποχωριστεί την μητέρα, όταν έχει αποκομίσει από αυτήν όλα τα απαραίτητα εφόδια φροντίδας και αγάπης. Όταν η μητέρα, συνεπώς, δεν είναι διαθέσιμη, το παιδί δεν μπορεί να την αποχωριστεί. Χωρίς την πράξη του αποχωρισμού, δημιουργείται ένα ψυχικό έλλειμμα στο παιδί, ένα τραύμα, το οποίο έρχεται στην επιφάνεια και το καθορίζει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Οι άνθρωποι, λοιπόν, αυτοί, που ως παιδιά δεν έχουν βιώσει αυτήν την απαραίτητη για την ανάπτυξή τους διαδικασία, ψάχνουν να ερωτευτούν έντονα. Συγκεκριμένα, ψάχνουν μια γυναίκα, που θα τους δώσει όλη αυτήν την ανυπέρβλητη αγάπη, θέλοντας να επαναβιώσουν αυτήν την παραδείσια κατάσταση όπως στην βρεφική ηλικία με τον μητρικό δεσμό, χωρίς την πράξη του αποχωρισμού. Ψάχνουν την γυναίκα που θα τους προσφέρει όλη την φροντίδα, θαλπωρή, ζεστασιά, θαυμασμό, χωρίς όμως οι ίδιοι να κάνουν πολλά, έως και τίποτα, ακριβώς όπως το βρέφος.

Η ενήλικη, όμως, ζωή, δεν λειτουργεί έτσι. Η αγάπη, θεμελιώνεται στην αμοιβαιότητα. Στην αγάπη και οι δύο άνθρωποι προσφέρουν, ώστε να είναι υγιής η σχέση. Επιπλέον, η αγάπη είναι συνάμα και μια επώδυνη διεργασία, όπου ενδέχεται να επέλθει και ο πόνος, στην περίπτωση ματαίωσης. Από την στιγμή, όμως που οι άνθρωποι δεν έχουν νιώσει τον αποχωρισμό και την ματαίωση στην βρεφική ηλικία, τους είναι πολύ δύσκολο να το δεχθούν ως ενήλικες στη σχέση τους. Έτσι, τους γεννιέται η αίσθηση της οργής. Η ταπείνωση που νιώθουν, είναι κάτι που τους είναι πρωτόγνωρο και ξένο στην ψυχοσύνθεσή τους. Γι’ αυτό ακριβώς προβαίνουν και στις βίαιες πράξεις απέναντι στην σύντροφό τους. Καμία γυναικοκτονία δεν συμβαίνει αμέσως. Πάντα οι γυναικοκτονίες έπονται της βίας.

Τι είναι αυτό που ενεργοποιεί τον δολοφονικό νου του δράστη; Είναι δύο αλληλένδετες καταστάσεις, η ζήλια, και ο φθόνος. Η ζήλια, πρόκειται για μια παθολογική κατάσταση, όπου αναπτύσσεται στις πρώιμες ηλικιακές φάσεις της ζωής του δράστη, όταν ως βρέφος, συνειδητοποιεί την ύπαρξη του πατέρα. Στην διαδικασία, λοιπόν, του αποχωρισμού, η εμφάνιση του πατέρα, ο οποίος συμβολίζει την πειθαρχία, την ηθικότητα, τα όρια, ισοδυναμεί με την εμφάνιση ενός τρίτου προσώπου. Αυτό το τρίτο πρόσωπο, λειτουργεί ως αποστερητής της μητέρας, καθώς η ύπαρξη αυτή, ωθεί το βρέφος να συνειδητοποιήσει ότι η μητέρα δεν είναι αποκλειστικά δική του. 

Ο πατέρας, είναι αυτός που του λέει ότι δεν μπορεί να κατέχει ολοκληρωτικά την μητέρα, δεν μπορεί να το ελέγξει, και ότι θα πρέπει να συμβιβαστεί με αυτό. Με τον τρόπο αυτό, το παιδί συμμορφώνεται στις υποδείξεις αυτές του πατέρα, ο οποίος υποβοηθά την διαδικασία του αποχωρισμού. Το βρέφος συνειδητοποιεί ότι χωρίς την μητέρα, δεν μπορεί να κατέχει όλη αυτήν την όμορφη κατάσταση όπου βίωνε, καθώς και όλα τα εφόδια που του προσέφερε η μητέρα, χωρίς το ίδιο να κάνει κάτι. Επομένως, το παιδί, ειδικότερα το αγόρι, βιώνει αυτήν την αποστέρηση, η οποία συνοδεύεται από έντονα αισθήματα ζήλιας προς τον πατέρα. Η ζήλια, αναφέρεται στον φόνο του βρέφους μην χάσει όλα αυτά τα αγαθά, εξαιτίας ενός τρίτου προσώπου. 

Ο άνδρας, που δεν έχει ζήσει αυτήν την διαδικασία στα πρώτα στάδια της ζωής του, αναζητά μια γυναίκα, ένα πρόσωπο σαν αυτό της μητέρας, μέσα από το οποίο θα μπορέσει να υπάρξει. Αναζητά την στήριξη της γυναίκας, αναζητά τον θαυμασμό της, καθώς για τον δράστη ο θαυμασμός είναι συνώνυμο της αγάπης. Λόγω των έντονων ανασφαλειών και συμπλεγμάτων κατωτερότητας, κυνηγά την γυναίκα, καθώς μόνο μέσα από αυτήν και την σχέση του μαζί της, μπορεί να νιώσει την αίσθηση της ύπαρξης, την αίσθηση ότι ζει. Μέσα από την παντοδυναμία της γυναίκας χτίζει την προσωπικότητά του, μια προσωπικότητα που βασίζεται στον θαυμασμό της απέναντί του, μέσα από την γυναίκα νιώθει ξεχωριστός, αποκτά ένα αίσθημα αξίας που του αρέσει, καθώς δεν το απέκτησε ως βρέφος μέσα από τον αποχωρισμό από την μητέρα. Μάλιστα, βγάζει έναν ψευδή εαυτό προς αυτήν, υπερεκτιμώντας και θεοποιώντας τις πτυχές του εαυτού του, αποκτώντας έτσι μια φαινομενική, και μόνο, αυτοπεποίθηση. Φοράει αυτό το προσωπείο της φυσιολογικότητας, αλλά πρόκειται για ναρκισσιστικό πρόσωπο. Όταν τα βρίσκει όλα αυτά στο πρόσωπο μιας γυναίκας, αυτομάτως του γεννιέται μια παθολογική ζήλια, που όπως προαναφέραμε πηγάζει από τον φόβο, τον φόβο μην χάσει το αντικείμενο της αγάπης του. Αυτή η κατάσταση, αποτελεί επανάληψη της ίδιας μορφής ζήλιας και φόβου, ως βρέφος.

Εκεί είναι που ξεκινάνε και οι συμπεριφορές ελέγχου, στο σημείο όπου ο δράστης αισθάνεται ότι θα χάσει το πολύτιμο αντικείμενο αγάπης, που του προσφέρει όλη αυτήν την αίσθηση αυτοπεποίθησης. Φοβάται, μην χάσει το πρόσωπο, το οποίο χρειάζεται για να υπάρξει, για να έχει μια ταυτότητα. Φοβάται μην χάσει, δηλαδή, την ίδια του την ταυτότητα

Καθώς, λοιπόν, αδυνατεί να κατανοήσει και αποδεχθεί την ανυπέρβλητη ζήλια, προβαίνει στην βία. Η βία, είναι ο προθάλαμος της ανθρωποκτονίας. Μέσα από τις βίαιες πράξεις του, ο δράστης, προσπαθεί να ελέγξει την γυναίκα, και να της δώσει να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί η ίδια να τον ταπεινώνει, αλλά ότι μπορεί αυτός να το κάνει σε εκείνη. Με τον τρόπο αυτόν, αισθάνεται ότι καταφέρνει να καταπολεμήσει την ίδια του την εξάρτηση από την γυναίκα, και να αποκτήσει έτσι μια, ψευδή, αίσθηση παντοδυναμίας, ενώ στον αντίποδα, βρίσκεται η αδυναμία ύπαρξής του, δίχως αυτήν.

Στην περίπτωση που η γυναίκα, αποφασίζει να δώσει τέλος σε αυτήν την καταπιεστική κατάσταση που βιώνει μέσα από την σχέση της με τον δράστη, συμβαίνει ο φόνος. Δεν μπορεί να αισθανθεί την ματαίωση και την απόρριψη, ακριβώς επειδή δεν είχε βιώσει τον αποχωρισμό από την μητέρα. Το ψυχικό του έλλειμμα έρχεται στην επιφάνεια, και τον κινητοποιεί λέγοντάς του, ότι δεν γίνεται το αντικείμενο αγάπης σου, να το πάρει άλλος. Η ματαίωση από την σύντροφο, του προκαλεί μέσα του ένα χάος. Η εγκατάλειψη της γυναίκας, δεν χωράει στον νου του, δεν μπορεί να πιστέψει ότι μπορεί να ζήσει χωρίς εκείνη, καθώς δεν υπάρχει χωρίς την γυναίκα, πόσο μάλλον να πιστέψει ότι του το στερεί κάποιος άλλος, ως δυνάμει τρίτο πρόσωπο. Όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει πια αυτό το αντικείμενο αγάπης, κι ότι δεν μπορεί να το κρατήσει, το καταστρέφει.

Αφού δεν μπορώ να σε κρατήσω, θα σε σκοτώσω. Εκεί, είναι που επανέρχεται η ναρκισσιστική του ομοιόσταση. Εκεί είναι που προσπαθεί να καταστρέψει μαζί με την γυναίκα, όλα τα συναισθήματα εξάρτησής του από αυτήν. Από την στιγμή, που υπάρχει μέσα από την σύντροφό του, την μισεί και την φθονεί. Επιθυμεί να την κατέχει ολοκληρωτικά, να την ελέγχει με έναν σαδιστικό τρόπο κι έτσι μπορεί να την έχει ως ένα υποχείριό του πάντοτε, ώστε να παίρνει όλα αυτά που επιθυμεί από την εκείνη.  

Αποτελεί, συνεπώς, ένα οξύμωρο σχήμα, το γεγονός ότι ο φόνος στην περίπτωση της γυναικοκτονίας, δεν αποτελεί πράξη αποχωρισμού. Αντιθέτως, αποτελεί μια πράξη απόλυτης συμβιωτικής ένωσης. Η ψυχική πραγματικότητα του δράστη, του υπαγορεύει «αφού δεν μπορώ να σε κατέχω, θα σε καταστρέψω, κι έτσι θα είμαστε για πάντα μαζί». Έτσι, επανέρχεται στην επιφάνεια το τραύμα της αδυναμίας αποχωρισμού μητέρας – βρέφους, απλά με διαφορετική μορφή, δημιουργώντας τις συνθήκες για την παντοτινή συμβίωση με την γυναίκα, το πρόσωπο το οποίο έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει τη ζωή, άρα παντοτινή συμβίωση και με την μητέρα.

Συντάκτης: Ιωάννα Φερεντίνου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.