Η ελληνική οικονομία έχει αλλάξει πολλά τα τελευταία χρόνια. Αν κοιτάξεις απ’ έξω, τα νέα είναι καλά: η ανεργία έχει …
Γιατί τα πάντα ακριβαίνουν στην Ελλάδα και οι τιμές δεν γυρίζουν ποτέ πίσω
Το να μιλάμε για πληθωρισμό στην Ελλάδα δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι κάτι που το ζεις κάθε μέρα – κάθε φορά που ανοίγεις το πορτοφόλι σου, το καταλαβαίνεις. Και το ενοχλητικό δεν είναι απλώς ότι βλέπουμε τις τιμές να σκαρφαλώνουν. Το χειρότερο είναι ότι μόλις ανέβουν, δεν ξανακατεβαίνουν.
Ας μιλήσουμε με νούμερα: Τον Αύγουστο του 2026, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα ανέβηκε στο 3,7%, από 2,7% τον Ιούλιο. Αυτό μας τοποθέτησε και πάλι στις πρώτες θέσεις των αυξήσεων στην ευρωζώνη.
Ένα λάθος που γίνεται συχνά: Όταν ακούς “3,7% πληθωρισμός”, δεν σημαίνει ότι όλα τα προϊόντα ακριβάνανε τόσο μέσα στον μήνα. Σημαίνει πως οι τιμές, κατά μέσο όρο, είναι 3,7% πάνω σε σχέση με πέρυσι. Απλά η αύξηση συνεχίζεται. Δεν σημαίνει ότι κάτι που πήγε από τα 10 στα 12 ευρώ θα ξαναγυρίσει στα 10 ευρώ αν ο πληθωρισμός πέσει. Αυτό που σταματάει είναι η ταχύτητα της αύξησης, όχι η ίδια η τιμή. Οι τιμές μένουν εκεί ψηλά.
Για να πάρουν πραγματικά οι τιμές την κατηφόρα θα έπρεπε να μιλάμε για αποπληθωρισμό – μια μαζική μείωση τιμών σε όλη την οικονομία. Αυτό, όμως, δεν θεωρείται ούτε φυσιολογικό ούτε το επιθυμητό για μια χώρα σαν τη δική μας. Έτσι μένει η αίσθηση ότι η ακρίβεια ήρθε για να μείνει. Κι έτσι έχουν τα πράγματα, σε μεγάλο βαθμό.
Γιατί η Ελλάδα πιέζεται παραπάνω από άλλες ευρωπαϊκές χώρες;
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει πει ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα δεν είναι παντού ίδιο. Εδώ ο πληθωρισμός παραμένει ψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρώπης, κυρίως γιατί ανεβαίνουν πιο επίμονα οι τιμές στις υπηρεσίες. Βάζουμε στο μίξερ και τα τρόφιμα, τα ενοίκια, τον τουρισμό, τους μισθούς.
Η οικονομία τρέχει γρηγορότερα σε σχέση με άλλες χώρες. Αυτό, λογικά, θα ‘πρεπε να είναι θετικό. Αλλά όταν η ζήτηση για υπηρεσίες και προϊόντα ανεβαίνει και η αγορά δεν μπορεί να ακολουθήσει, τότε οι επιχειρήσεις ανεβάζουν τις τιμές. Συν το ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι χαμηλή σε σύγκριση με άλλες χώρες. Το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ το λένε χρόνια: χρειάζεται περισσότερη παραγωγικότητα, καλύτερη οργάνωση στις επιχειρήσεις, λιγότερα εμπόδια για τους καινούργιους, περισσότεροι πόροι για όσους θέλουν να επενδύσουν ή να στήσουν νέα δουλειά. Αν δεν παράγουμε περισσότερο ή καλύτερα, οι μισθοί και οι αυξήσεις στο κοστολόγιο θα περνούν πιο εύκολα στον καταναλωτή. Έτσι οι τιμές και η ακρίβεια μένουν ψηλά.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από τα ράφια του σούπερ μάρκετ
Όταν λέμε “ακρίβεια” στην Ελλάδα, οι περισσότεροι σκέφτονται σούπερ μάρκετ, μακαρόνια, γάλα, ψωμί – σωστά. Βέβαια, το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο. Η ακρίβεια χτυπάει παντού: στα ενοίκια, στην ενέργεια, στη μετακίνηση, στην εστίαση, στις υπηρεσίες, στην ασφάλιση, ακόμα και στο κόστος της εκπαίδευσης και στην αγορά κατοικίας.
Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνισε ότι τα ενοίκια και οι τιμές των σπιτιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν γρηγορότερα από τα έσοδα, με άνοδο 7,8% το 2025. Η προσφορά σπιτιών έχει μείνει πίσω, μετά από χρόνια που η αγορά κτιρίων είχε παγώσει. Και πώς να λυθεί η ακρίβεια μόνο με επιδόματα, όταν το βασικότερο αγαθό –η στέγη– είναι σε μόνιμη ανισορροπία προσφοράς-ζήτησης;
Γιατί δεν πέφτουν τα ενοίκια;
Η απάντηση είναι απλή: Υψηλή ζήτηση, χαμηλή προσφορά. Η Επιτροπή της ΕΕ και το ΔΝΤ μιλούν συνεχώς για ελλιπή νέα κτίρια, πολλά άδεια ή υποαξιοποίητα σπίτια, αλλά και ένταση από τη βραχυχρόνια μίσθωση που αδειάζει ακόμα περισσότερες κατοικίες από την αγορά. Όταν περισσότεροι ψάχνουν σπίτι από όσους προσφέρουν, λογικό είναι τα ενοίκια να μην πέφτουν. Και, σε άλλες αγορές, ισχύει κάτι το ίδιο: αν η προσφορά δεν καλύπτει τη ζήτηση, οι τιμές μένουν ψηλά. Δεν λες, λοιπόν, ότι νικήσαμε την ακρίβεια απλώς με όρια στις τιμές ή με επιδόματα. Πρέπει να υπάρξει και περισσότερη προσφορά.
Σούπερ μάρκετ: Ποιος φταίει, τελικά;
Η εύκολη απάντηση είναι “φταίνε οι αλυσίδες”. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Έχεις διεθνείς τιμές, ενέργεια που ξεφεύγει, κόστος μεταφοράς και παραγωγής, μισθούς που ανεβαίνουν, κλίμα που χαλάει σοδειές, πόλεμοι και κρίσεις που επηρεάζουν τις μεταφορές.
Από την άλλη, υπάρχει και το κομμάτι του ανταγωνισμού. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει βρει ότι οι ισχυρές επιχειρήσεις και ο χαμηλός ανταγωνισμός οδήγησαν σε μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους μετά την πανδημία. Ούτε κάθε αύξηση τιμής είναι αισχροκέρδεια ούτε όμως όλα οφείλονται μόνο σε άνοδο του κόστους. Όταν ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί καλά, οι επιχειρήσεις περνούν τις αυξήσεις κατευθείαν στον πελάτη – ή και κρατούν υψηλότερα περιθώρια.
Υπάρχει πρόβλημα ανταγωνισμού στην Ελλάδα; Δεν είναι θεωρητικό: Η Επιτροπή Ανταγωνισμού χαρτογραφεί όλη την αλυσίδα τροφίμων, ενώ πρόσφατα ενέκρινε εξαγορά μεγάλης αλυσίδας με δεσμεύσεις, ακριβώς επειδή διαπίστωσε ότι σε αρκετές περιοχές ένα σούπερ μάρκετ θα συγκέντρωνε πάνω από 50% της δύναμης της αγοράς. Ο ανταγωνισμός δηλαδή παίζει τον ρόλο του στην τσέπη μας.
Γιατί οι μισθοί δεν προλαβαίνουν τις τιμές;
Κάποιος μπορεί να παίρνει σήμερα περισσότερα ευρώ απ’ ό,τι πριν λίγα χρόνια, αλλά να νιώθει πιο φτωχός. Αυτό συμβαίνει γιατί σημασία δεν έχει πόσα παίρνεις αλλά τι μπορείς να αγοράσεις μ’ αυτά. Ο κατώτατος μισθός ανέβηκε στα 920 ευρώ, στοχεύει να πάει στα 950, ενώ αλλάζει και η φορολογία για να μένουν παραπάνω διαθέσιμα χρήματα. Αυτό προσφέρει στήριξη, αλλά ως ένα σημείο.
Αν αυξάνονται οι μισθοί ταχύτερα από την παραγωγικότητα, και αυτά τα παραπάνω χρήματα καταλήγουν ξανά σε αύξηση τιμών, παριστάνουμε ότι κυνηγάμε την ουρά μας. Εκεί βρίσκεται η ουσία: λύση δεν είναι το ένα να ανεβαίνει για να προλάβει το άλλο. Χρειάζονται και καλύτεροι μισθοί και καλύτερη παραγωγικότητα.
Τι μέτρα παίρνει η κυβέρνηση;
Όλα αυτά τα χρόνια έχουν δοκιμαστεί διάφορα. Έχουν δοθεί επιδοτήσεις στην ενέργεια (για παράδειγμα στο πετρέλαιο κίνησης), έχουν μπει πλαφόν στα καύσιμα και στα βασικά, έχει τρέξει πρωτοβουλία μείωσης τιμών με συμφωνίες στα σούπερ μάρκετ. Από την άλλη, αλλάζει η φορολογία, έχουν αυξηθεί μισθοί και συντάξεις. Αυτά τα μέτρα προσφέρουν ανακούφιση. Αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα από τη ρίζα του. Είναι άλλο πράγμα να δώσεις μία ανάσα στον πολίτη και άλλο να αλλάξεις τις πραγματικές αιτίες.
Ποια είναι η ουσιαστική λύση στο κόστος ζωής;
Αν θέλουμε να δούμε σοβαρά το πρόβλημα με το κόστος ζωής, πρέπει να ξεφύγουμε απ’ τη λογική του “ό,τι προκύψει, το καλύπτουμε με επίδομα”. Δεν γίνεται στρατηγική το επίδομα ή το πλαφόν.
Η λύση, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, είναι πολλαπλή:
Περισσότερος ανταγωνισμός – Μεγαλύτερη διευκόλυνση να μπουν νέοι στην αγορά, λιγότερες συγκεντρώσεις. Περισσότερη παραγωγή στην Ελλάδα – Όσο εξαρτιόμαστε από το εισαγόμενο προϊόν ή την ενέργεια, είμαστε εκτεθειμένοι σε εξωτερικές κρίσεις. Αύξηση παραγωγικότητας – Επενδύσεις, τεχνολογία, εκπαίδευση, χρηματοδότηση στις μικρές επιχειρήσεις και ψηφιοποίηση παντού, όπως χτυπάει ο ΟΟΣΑ κάθε χρόνο. Περισσότερα σπίτια – Να ανακατασκευαστούν και να αξιοποιηθούν άδειες, να χτιστούν νέες, να υπάρχουν περισσότερες επιλογές, να ενισχυθεί και η κοινωνική κατοικία – όλα όσα λένε ΕΕ και ΔΝΤ. Φθηνότερη και ασφαλέστερη ενέργεια – Γιατί η ενέργεια περνάει στο κόστος όλων – από το εργοστάσιο ως το ψυγείο του σπιτιού. Τελικά, οι τιμές θα ξαναγίνουν “κανονικές”;
Για να είμαστε ειλικρινείς: όχι όπως το φανταζόμαστε. Δεν υπάρχει κουμπί για να γυρίσουμε το ρολόι στις τιμές του 2019 ή του 2021. Αυτό που απαιτείται είναι να δούμε άνοδο στους μισθούς και τη μικρότερη δυνατή άνοδο στο κόστος ζωής ώστε πραγματικά να αυξάνεται η αγοραστική μας δύναμη. Αυτός είναι ο στόχος – όχι η επαναφορά σε μια παλιά “καλή” εποχή.
Στον τελικό λογαριασμό, ο πολίτης δεν νοιάζεται για το ποσοστό του πληθωρισμού αν δεν τον φτάνουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα. Αυτό που έχει σημασία είναι αν μπορεί να πληρώνει ενοίκιο, να αγοράζει τα απαραίτητα στο σπίτι, να κινείται, να μεγαλώνει παιδιά και να του μένει και μια μικρή ανάσα για κάτι καλύτερο.
Η μεγάλη εικόνα
Το πρόβλημα της ακρίβειας στην Ελλάδα δεν έχει ένα φταίχτη. Δεν φταίει ούτε μόνο το κράτος, ούτε μόνο τα σούπερ μάρκετ, ούτε μόνο τα ενοίκια, ούτε μόνο οι μισθοί ή η ενέργεια. Είναι το αποτέλεσμα διεθνών πιέσεων και χρόνιων ελληνικών αδυναμιών.
Το πιο σημαντικό για μένα; Η συγκυριακή μείωση μιας τιμής, από μόνη της, δεν αρκεί. Αν θέλουμε σοβαρά να μπει φρένο στην ακρίβεια, θέλουμε οικονομία που να παράγει περισσότερο, να δίνει χώρο στον ανταγωνισμό, να κάνει τα σπίτια πιο προσιτά και να μπορείς να αυξάνεις μισθούς χωρίς κάθε χρονιά να πληρώνεις τα διπλά στο σούπερ μάρκετ ή το ενοίκιο.
Η Ελλάδα έχει βελτιωθεί, έχει αφήσει πίσω τα χειρότερα, επενδύσεις γίνονται, το χρέος πέφτει, η κατάσταση διορθώνεται. Αλλά το παιχνίδι δεν παίζεται μόνο στους μετρητές του ΑΕΠ. Το στοίχημα απ’ εδώ και πέρα είναι να μεγαλώσει η πραγματική αγοραστική δύναμη – όχι απλώς το οικονομικό μέγεθος, αλλά το τι μπορεί να κάνει κι ο μέσος άνθρωπος με τα χρήματά του.
Αυτό είναι, τελικά, που θα δείξει αν η Ελλάδα θα παλέψει ουσιαστικά την ακρίβεια ή αν θα την αποδεχτεί ως τη “νέα κανονικότητα”.



























