Στην Ελλάδα, υπάρχει μια παράξενη διπλή εικόνα. Από τη μία, βλέπεις πολλούς ανθρώπους να δοκιμάζουν τη μοίρα τους στη μικρή …
Γιατί στην Ελλάδα αντιγράφουμε τόσο εύκολα τις επιχειρηματικές ιδέες των άλλων;
Σχεδόν σε κάθε ελληνική πόλη, βλέπεις το ίδιο σκηνικό να επαναλαμβάνεται. Ένα νέο μαγαζί ανοίγει, πηγαίνει καλά, γίνεται θέμα συζήτησης, η περιοχή γεμίζει ζωή. Και ξαφνικά, ξεπετάγονται δύο, τρία, πέντε ή και δέκα παρόμοια μαγαζιά λίγο πιο κάτω. Τα ίδια προϊόντα. Η ίδια αισθητική. Πολλές φορές και ονόματα που μοιάζουν.
Δεν χρειάζεται καν να ψάξεις πολύ για να το διαπιστώσεις. Μόλις κάτι γίνει “μόδα,” η ελληνική αγορά γεμίζει παραλλαγές της ίδιας ιδέας.
Το θέμα δεν είναι μόνο ότι αντιγράφουμε. Η αληθινή απορία είναι γιατί η αντιγραφή μοιάζει πιο ασφαλής από τη δημιουργία.
Κι εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο “οι Έλληνες δεν έχουν φαντασία.”
Δεν μας λείπει η δημιουργικότητα
Έχουμε τέτοια φράση έτοιμη: “Στην Ελλάδα δεν έχουμε έμπνευση.” Όμως, δεν ισχύει τόσο αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που χτίζουν νέες επιχειρήσεις, αναπτύσσουν νέα προϊόντα, υπηρεσίες, τεχνολογίες. Ελληνικές εταιρείες φτάνουν μέχρι διεθνείς αγορές και επενδύουν στην καινοτομία.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι το περιβάλλον στο οποίο πρέπει να στηθεί μια νέα ιδέα – ειδικά όταν μιλάμε για επιχειρήσεις στην Ελλάδα.
Η ελληνική οικονομία βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα μικρά μαγαζιά. Το 2022, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, σχεδόν το 94,4% των ελληνικών επιχειρήσεων είχε λιγότερους από δέκα εργαζόμενους. Οι μικρές και μεσαίες εταιρείες απασχολούν πάνω από το 80% της αγοράς.
Αυτό αλλάζει τα πάντα.
Ο ιδιοκτήτης μιας μικρομεσαίας επιχείρησης δεν έχει χρόνο να δοκιμάσει μία ιδέα που θα αποδώσει (αν ποτέ αποδώσει) σε τρία χρόνια. Πρέπει να πληρώσει ενοίκιο, μισθούς, προμηθευτές, φόρους. Άρα, όταν βλέπει ένα μοντέλο να κερδίζει στην περιοχή, είναι λογικό να πει “ας το δοκιμάσω κι εγώ.” Κόβει το ρίσκο – ή τουλάχιστον έτσι πιστεύει.
Κι εδώ ξεκινάει το φαινόμενο της αντιγραφής.
Η μίμηση λειτουργεί σαν άμυνα
Ο πρώτος που δοκιμάζει κάτι πρωτότυπο δεν έχει μόνο τον φόβο της αποτυχίας. Πρέπει να εξηγήσει στον πελάτη τι κάνει, να δημιουργήσει νέα συνήθεια, να εκπαιδεύσει τον κόσμο. Καμία ευκολία.
Αντιθέτως, όποιος αντιγράφει, μπαίνει σε ένα χώρο όπου ο πελάτης ξέρει το προϊόν. Αν ένα νέο καφέ, εστιατόριο, μαγαζί ή υπηρεσία γίνει “must,” ο επόμενος δεν χρειάζεται να κάνει ντεμπάρα. Η ζήτηση είναι ήδη εκεί.
Αυτό έχει μια οικονομική λογική. Το πρόβλημα ξεκινά όταν όλοι κάνουν την ίδια κίνηση. Η επιτυχία του πρώτου δεν μεγαλώνει την αγορά – απλά γεμίζει τη γειτονιά με ανταγωνιστές που διεκδικούν τον ίδιο πελάτη.
Από την επιχειρηματικότητα στη μίμηση της τάσης
Εδώ υπάρχει μεγάλη διαφορά. Άλλο να παρατηρείς έναν επιτυχημένο ανταγωνιστή και να μαθαίνεις. Κι άλλο να αντιγράφεις κατά γράμμα το μοντέλο του, πιστεύοντας πως “αφού δούλεψε εκεί, θα δουλέψει κι εδώ.”
Η πρώτη επιλογή σημαίνει επιχειρηματική μάθηση. Η δεύτερη απλά είναι μίμηση. Η μελέτη των ανταγωνιστών είναι φυσιολογική. Ερευνες για την ελληνική επιχειρηματικότητα δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις συλλέγουν πληροφορίες από τους ανταγωνιστές και τους πελάτες.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κοιτάμε τι κάνει ο διπλανός. Το πρόβλημα είναι όταν μένουμε εκεί, χωρίς να κοιτάμε κανένα άλλο μονοπάτι.
Γιατί βλέπουμε το ίδιο κατάστημα ξανά και ξανά;
Ένας βασικός λόγος είναι η δομή της ελληνικής αγοράς. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η Ελλάδα έχει μεγάλο βάρος μικρών επιχειρήσεων και η επιχειρηματική δυναμική είναι χαμηλή: λιγότερες νέες επιχειρήσεις, λιγότερα λουκέτα, λιγότερες ευκαιρίες. Πολλές μικρές εταιρείες δυσκολεύονται να επενδύσουν σε τεχνολογία, να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να αλλάξουν.
Αυτό δημιουργεί μια αγορά όπου όλοι προσπαθούν να επιβιώσουν στο ίδιο γνωστό μοτίβο. Δεν είναι πάντα θέμα φιλοδοξίας – συχνά είναι ζήτημα πόρων, πρόσβασης σε κεφάλαια, τεχνογνωσίας, έτοιμων επενδύσεων, ή φόβου για το ρίσκο.
Ο μεγαλύτερος φόβος είναι η αποτυχία
Για να φτιάξεις κάτι καινούργιο, πρέπει να αντέξεις το ενδεχόμενο να μην πετύχει. Η αντιγραφή σου δίνει μία ψυχολογική ασφάλεια: “Το έκανε άλλος και πέτυχε.” Αλλά αυτό δεν εγγυάται τίποτα.
Κάποιες περιοχές δεν αντέχουν δέκα ίδια μαγαζιά. Ο πρώτος πέτυχε επειδή ήταν μοναδικός. Ο δεύτερος εκμεταλλεύτηκε τη ζήτηση. Ο όγδοος απλώς μοιράζεται τη μικρή πίτα. Έτσι, ξεκινάει ο πόλεμος τιμών, προσφορών και ο αγώνας για επιβίωση.
Η Ελλάδα χρειάζεται μεγαλύτερη διαφοροποίηση, όχι απλά περισσότερες επιχειρήσεις
Και αυτό είναι το κρίσιμο: Δεν χρειαζόμαστε απλά περισσότερους να ανοίγουν μαγαζιά. Χρειάζεται να γίνονται καλύτερα, πιο παραγωγικά, πιο καινοτόμα.
Ο ΟΟΣΑ συνδέει την καινοτομία και την παραγωγικότητα με καλύτερη χρηματοδότηση, νέες δεξιότητες, τεχνολογία, εκπαίδευση, και ένα περιβάλλον που επιτρέπει τον ανταγωνισμό.
Κι εδώ υπάρχει κάτι ακόμα ενδιαφέρον. Πάνω από τις μισές μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα έχουν χαμηλή ψηφιακή ένταση. Η Ελλάδα είναι στις χειρότερες χώρες της ΕΕ σ’ αυτόν τον δείκτη.
Άρα, η καινοτομία δεν σημαίνει απαραίτητα να εφεύρεις κάτι εντελώς καινούργιο. Μπορεί να σημαίνει καλύτερη εξυπηρέτηση, έξυπνη χρήση δεδομένων, πιο αποτελεσματικό e-shop, καλύτερη παραγωγική διαδικασία, διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο, ή μία υπηρεσία που πραγματικά λύνει πρόβλημα.
Καινοτομία δεν χρειάζεται να είναι κάτι θεαματικό. Πρέπει να προσθέτει αξία.
Οι καταναλωτές αγαπάνε το γνώριμο
Ας μην κατηγορούμε μόνο τους επιχειρηματίες. Οι καταναλωτές έχουν ευθύνη. Όταν κάτι γίνεται δημοφιλές, είμαστε εμείς που το στηρίζουμε. Θέλουμε το μαγαζί που γεμίζει τα social, το προϊόν που αγοράζουν όλοι, το μέρος που “πρέπει να πας.” Η αγορά ακολουθεί τη ζήτηση.
Όταν χιλιάδες άνθρωποι διαλέγουν μια τάση, απ’ το μαγαζί στη γωνία μέχρι το e-shop, θα εμφανιστούν κι άλλοι που θα προσπαθήσουν να επωφεληθούν. Η κουλτούρα της αντιγραφής δεν γεννιέται μόνο μέσα στις επιχειρήσεις – την τροφοδοτούμε κι εμείς.
Ανάμεσα στο “τι κάνει ο άλλος;” και στο “τι λείπει από την αγορά;”
Αυτό είναι το ερώτημα που θα άλλαζε τα πάντα. Αντί να ρωτάμε “ποιο μαγαζί έχει πετυχημένη πορεία τώρα,” καλύτερα να ρωτάμε “ποια ανάγκη δεν καλύπτεται ακόμη;” Φαίνεται μικρή διαφορά, αλλά κρύβει τεράστια αλλαγή νοοτροπίας.
Η πρώτη ερώτηση οδηγεί σε μίμηση. Η δεύτερη δίνει ευκαιρία.
Σίγουρα, δεν πετυχαίνουν όλες οι νέες ιδέες. Ούτε η αντιγραφή είναι πάντα κακή. Η επιχειρηματικότητα χρειάζεται μελέτη της αγοράς, προσαρμογή, μάθηση από τους άλλους. Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή: να παίρνεις μια ιδέα και να την εξελίσσεις είναι επιχειρηματικότητα. Να την αντιγράφεις χωρίς να προσθέτεις τίποτα, δεν είναι τίποτα άλλο από απλή αναπαραγωγή.
Το πρόβλημα δεν είναι οι ιδέες – είναι η δυνατότητα να τις δοκιμάσεις
Η Ελλάδα, με τις πολλές μικρές επιχειρήσεις, λίγη χρηματοδότηση, χαμηλή επενδυτική κουλτούρα, αδύναμη επιχειρηματική δυναμική, κάνει την ασφαλή επιλογή να φαίνεται απείρως πιο δελεαστική από την πρωτότυπη. Ο ΟΟΣΑ λέει το ίδιο: οι αδυναμίες αυτές κρατούν πίσω την ελληνική αγορά, ενώ τονίζει ότι η ενίσχυση της καινοτομίας μπορεί να ανοίξει σημαντικές ευκαιρίες.
Εγώ πιστεύω πως δεν λείπει η δημιουργικότητα στην Ελλάδα. Απλώς έχουμε συνηθίσει να εμπιστευόμαστε το δοκιμασμένο. Γι’ αυτό και βλέπουμε πέντε ίδια μαγαζιά στο ίδιο δρόμο αντί για πέντε διαφορετικές ιδέες. Το πρώτο φαίνεται ασφαλές – το δεύτερο χρειάζεται θάρρος.
Τελικά, η δημιουργία θέλει ακριβώς αυτό: να αντέξεις την αβεβαιότητα και να μην περιμένεις πάντα να σου δείξει κάποιος άλλος τον δρόμο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλά περισσότερους επιχειρηματίες. Χρειάζεται ανθρώπους που θα παρατηρήσουν την αγορά και θα αποφασίσουν να κάνουν κάτι διαφορετικό. Να εξελίξουν υπάρχουσες ιδέες, να λύνουν προβλήματα που έχουν μείνει άλυτα, να επενδύουν στη τεχνολογία και σε νέες δεξιότητες, να κοιτούν πέρα από τη γειτονιά τους και να σκέφτονται πιο διευρυμένη αγορά.
Γιατί όταν δέκα άνθρωποι ανοίγουν το ίδιο μαγαζί στον ίδιο δρόμο, δεν έχει νόημα μόνο το “γιατί αντιγράφουν.” Η αληθινή ερώτηση είναι:
“Γιατί κανείς δεν προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι που δεν υπάρχει;”
Εκεί κρύβεται μάλλον η μεγαλύτερη ανεκμετάλλευτη ευκαιρία της ελληνικής επιχειρηματικότητας.



























