Όλοι κάπου έχουμε ακούσει κατά καιρούς ότι ο τρόπος με τον οποίο γράφουμε, τα γράμματά μας, το μέγεθός τους ή …
Γιατί οι γιατροί γράφουν δυσανάγνωστα; Η αλήθεια πίσω από τον πιο γνωστό «μύθο» της ιατρικής
Σχεδόν όλοι έχουν βρεθεί κάποια στιγμή στην ίδια κατάσταση: φεύγουν από το ιατρείο κρατώντας μια χειρόγραφη συνταγή και δυσκολεύονται να διαβάσουν ακόμη και το όνομα του φαρμάκου. Η δυσανάγνωστη γραφή των γιατρών έχει γίνει αντικείμενο αστείων εδώ και δεκαετίες, όμως πίσω από αυτό το στερεότυπο κρύβονται πραγματικοί λόγοι που σχετίζονται με τη φύση του ιατρικού επαγγέλματος, τον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλος υπό πίεση και τις απαιτήσεις της καθημερινής κλινικής πρακτικής.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η γραφή ενός γιατρού δεν αποτελεί ένδειξη αδιαφορίας ή έλλειψης επαγγελματισμού. Αντίθετα, είναι συχνά το αποτέλεσμα ενός περιβάλλοντος όπου η ταχύτητα, η ακρίβεια στη σκέψη και η άμεση λήψη αποφάσεων προηγούνται της καλλιγραφίας.
Είναι αλήθεια ότι όλοι οι γιατροί γράφουν άσχημα;
Η απάντηση είναι όχι.
Παρότι η εικόνα του γιατρού με την «ακατανόητη» γραφή έχει παγιωθεί στη συλλογική συνείδηση, δεν ισχύει για όλους. Πολλοί διατηρούν καθαρή και ευανάγνωστη γραφή ακόμη και μετά από χρόνια άσκησης του επαγγέλματος.
Ωστόσο, αρκετοί γιατροί αναπτύσσουν με την πάροδο του χρόνου έναν ιδιαίτερο τρόπο γραφής, πιο σύντομο, συμπυκνωμένο και γεμάτο συντομογραφίες, που γίνεται εύκολα κατανοητός από άλλους επαγγελματίες υγείας αλλά όχι απαραίτητα από τους ασθενείς.
Η σκέψη τρέχει πιο γρήγορα από το χέρι
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους είναι ο τρόπος που εργάζεται ο εγκέφαλος ενός γιατρού.
Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης ο γιατρός καλείται ταυτόχρονα να:
- ακούσει τον ασθενή,
- αξιολογήσει συμπτώματα,
- θυμηθεί ιατρικά πρωτόκολλα,
- εξετάσει πιθανές διαγνώσεις,
- λάβει αποφάσεις,
- καταγράψει πληροφορίες.
Όλες αυτές οι διεργασίες πραγματοποιούνται μέσα σε λίγα λεπτά. Η σκέψη εξελίσσεται τόσο γρήγορα ώστε το χέρι προσπαθεί απλώς να την ακολουθήσει. Έτσι, τα γράμματα γίνονται πιο μικρά, οι ενώσεις μεταξύ τους αυξάνονται και πολλές λεπτομέρειες παραλείπονται.
Οι γραφολόγοι και ειδικοί στην ανάλυση γραφής εξηγούν ότι αυτό αποτελεί φυσική προσαρμογή του ανθρώπινου εγκεφάλου όταν προτεραιότητα έχει η ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας και όχι η αισθητική του κειμένου.
Η πίεση χρόνου επηρεάζει σημαντικά τη γραφή
Η καθημερινότητα ενός γιατρού χαρακτηρίζεται από έντονους ρυθμούς.
Σε μία μόνο ημέρα μπορεί να χρειαστεί να εξετάσει δεκάδες ασθενείς, να γράψει παραπεμπτικά, γνωματεύσεις, συνταγές και ιατρικούς φακέλους, ενώ παράλληλα πρέπει να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις.
Όταν κάθε λεπτό είναι πολύτιμο, η γραφή μετατρέπεται σε εργαλείο ταχείας καταγραφής και όχι σε διαδικασία που απαιτεί επιμέλεια.
Επιπλέον, αρκετές σημειώσεις γράφονται:
- όρθιος,
- σε φορητό μπλοκ,
- πάνω σε φακέλους,
- ακόμη και ανάμεσα σε δύο εξετάσεις.
Οι συνθήκες αυτές δεν ευνοούν καθόλου μια προσεγμένη χειρόγραφη γραφή.
Η ιατρική έχει τη δική της «γλώσσα»
Ένας ακόμη λόγος που οι συνταγές φαίνονται δυσνόητες είναι η χρήση εξειδικευμένων όρων και συντομογραφιών.
Οι γιατροί επικοινωνούν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας:
- λατινικές ονομασίες,
- φαρμακευτικές συντομογραφίες,
- ιατρικούς κωδικούς,
- ειδική ορολογία.
Για έναν φαρμακοποιό ή έναν άλλο γιατρό, αυτές οι σημειώσεις είναι συχνά απολύτως κατανοητές, ενώ για έναν ασθενή μοιάζουν σχεδόν με άλλη γλώσσα.
Μήπως τελικά οι γιατροί δεν γράφουν χειρότερα από όλους τους άλλους;
Το θέμα έχει απασχολήσει ακόμη και την επιστημονική κοινότητα.
Μία παλαιότερη αυστραλιανή μελέτη είχε καταλήξει ότι η γραφή των γιατρών ήταν πράγματι λιγότερο ευανάγνωστη από εκείνη άλλων επαγγελματιών.
Ωστόσο, νεότερη έρευνα του BMJ, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 200 επαγγελματίες υγείας, κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα: οι γιατροί δεν είχαν χειρότερη γραφή από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Οι ερευνητές τόνισαν ότι το πρόβλημα αφορά γενικότερα τη χειρόγραφη επικοινωνία σε απαιτητικά επαγγέλματα και όχι αποκλειστικά τους γιατρούς.
Με άλλα λόγια, το στερεότυπο είναι μάλλον υπερβολικό.
Δεν είναι μόνο οι γιατροί
Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και σε άλλους επαγγελματικούς χώρους.
Δικηγόροι, δικαστικοί λειτουργοί, νοσηλευτές, ερευνητές και άνθρωποι που κρατούν συνεχώς γρήγορες σημειώσεις συχνά αναπτύσσουν πιο σύντομη και λιγότερο ευανάγνωστη γραφή.
Όσο περισσότερο χρησιμοποιείται το γράψιμο ως εργαλείο εργασίας υπό πίεση, τόσο πιο πολύ απλοποιείται.
Οι κίνδυνοι μιας δυσανάγνωστης συνταγής
Παρότι οι περισσότεροι φαρμακοποιοί έχουν μεγάλη εμπειρία στην ανάγνωση συνταγών, μια δυσανάγνωστη οδηγία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα.
Οι πιθανότεροι κίνδυνοι περιλαμβάνουν:
- χορήγηση λάθος φαρμάκου,
- λανθασμένη δοσολογία,
- σύγχυση μεταξύ φαρμάκων με παρόμοια ονομασία,
- καθυστέρηση στην έναρξη της θεραπείας μέχρι να επιβεβαιωθούν οι οδηγίες.
Για τον λόγο αυτό, όταν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, ο φαρμακοποιός επικοινωνεί με τον γιατρό πριν εκτελέσει τη συνταγή. Η διαδικασία αυτή αποτελεί βασικό μέτρο ασφάλειας για τον ασθενή.
Οι ηλεκτρονικές συνταγές αλλάζουν τα δεδομένα
Τα τελευταία χρόνια η ψηφιοποίηση της υγείας έχει μειώσει σημαντικά το συγκεκριμένο πρόβλημα.
Οι ηλεκτρονικές συνταγές:
- εξαλείφουν τα λάθη ανάγνωσης,
- κάνουν ευκολότερη την εκτέλεση της θεραπείας,
- περιορίζουν τα φαρμακευτικά σφάλματα,
- διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ γιατρών και φαρμακοποιών,
- δημιουργούν ασφαλέστερο ιστορικό για κάθε ασθενή.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στην Ελλάδα, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση έχει πλέον αντικαταστήσει μεγάλο μέρος των χειρόγραφων συνταγών, βελτιώνοντας σημαντικά την ασφάλεια των ασθενών.
Τι πρέπει να κάνετε αν δεν μπορείτε να διαβάσετε τη συνταγή
Εάν κάποια οδηγία δεν είναι απολύτως κατανοητή:
- Ζητήστε από τον γιατρό να εξηγήσει αναλυτικά τη θεραπεία πριν φύγετε από το ιατρείο.
- Επιβεβαιώστε τη δοσολογία και τη διάρκεια λήψης του φαρμάκου.
- Επαναλάβετε με δικά σας λόγια όσα καταλάβατε, ώστε να βεβαιωθείτε ότι δεν υπάρχει παρεξήγηση.
- Ζητήστε από τον φαρμακοποιό να σας εξηγήσει ξανά τον τρόπο λήψης των φαρμάκων.
- Μην ξεκινήσετε ποτέ θεραπεία όταν υπάρχουν αμφιβολίες για το τι ακριβώς αναγράφεται στη συνταγή.
Η σωστή κατανόηση της θεραπείας αποτελεί βασικό παράγοντα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της φαρμακευτικής αγωγής.
Η δυσανάγνωστη γραφή των γιατρών δεν είναι αποτέλεσμα αδιαφορίας ούτε ένδειξη έλλειψης επαγγελματισμού. Πρόκειται κυρίως για μια φυσική προσαρμογή σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό επάγγελμα, όπου η ταχύτητα σκέψης, η συνεχής λήψη αποφάσεων και η πίεση χρόνου επηρεάζουν τον τρόπο γραφής. Παράλληλα, η χρήση εξειδικευμένης ιατρικής ορολογίας κάνει πολλές σημειώσεις δύσκολες για τους μη ειδικούς.
Η σταδιακή καθιέρωση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης μειώνει ολοένα και περισσότερο τους κινδύνους που σχετίζονται με τις χειρόγραφες συνταγές, προσφέροντας μεγαλύτερη ασφάλεια τόσο στους επαγγελματίες υγείας όσο και στους ασθενείς. Παρ’ όλα αυτά, όταν κάτι δεν είναι ξεκάθαρο, η καλύτερη πρακτική παραμένει η ίδια: να ζητάμε πάντα διευκρινίσεις πριν ξεκινήσουμε οποιαδήποτε θεραπεία.



























