Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτατα, οι κοινωνικές νόρμες αλλάζουν και η οικονομία απαιτεί ευελιξία, οι γυναίκες παγκοσμίως …
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να είσαι επιχειρηματίας στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα, υπάρχει μια παράξενη διπλή εικόνα. Από τη μία, βλέπεις πολλούς ανθρώπους να δοκιμάζουν τη μοίρα τους στη μικρή επιχειρηματικότητα. Κάποιοι ανοίγουν καταστήματα, άλλοι δουλεύουν ως freelancers, άλλοι ως solopreneurs. Η όρεξη και το μεράκι για επιχειρηματικότητα υπάρχουν—κάθε μέρα νέες ιδέες, νέες προσπάθειες, νέες online υπηρεσίες.
Το θέμα δεν είναι αν λείπουν άνθρωποι με όρεξη και ιδέες. Το πραγματικό ζήτημα είναι πως οι περισσότερες επιχειρήσεις, και ειδικά οι μικρές, ζορίζονται να μεγαλώσουν. Εκεί κολλάει το πράγμα: δεν λείπει το επιχειρηματικό πνεύμα, λείπει το περιβάλλον που δίνει τη δυνατότητα μια καλή ιδέα να γίνει δυνατή, εξωστρεφής και κερδοφόρα επιχείρηση.
Τα νούμερα μιλάνε μόνα τους. Σχεδόν οι μισές θέσεις εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα είναι σε πολύ μικρές επιχειρήσεις. Το 83% των θέσεων βρίσκεται συνολικά σε μικρομεσαίες. Πρόβλημα δεν είναι να υπάρχουν πολλές μικρές επιχειρήσεις· το πρόβλημα είναι πως μένουν μικρές, δυσκολεύονται να ακολουθήσουν την τεχνολογική εξέλιξη, να επενδύσουν ή να κλείσουν καλύτερες συνεργασίες.
Εδώ αρχίζει να φαίνεται το αληθινό ζήτημα της ελληνικής οικονομίας. Επί χρόνια, έχει γίνει πολύς λόγος για το αν έχουμε επιχειρηματίες, λες και αυτό φταίει για όλα. Η ερώτηση είναι αλλού: μπορεί σήμερα μια μικρή ελληνική επιχείρηση να γίνει μεγαλύτερη; Κι εκεί, τα εμπόδια είναι μπροστά σου: γραφειοκρατία, δυσκολία στη χρηματοδότηση, συνεχής διοικητική πίεση και λίγη πρόσβαση σε κεφάλαια ανάπτυξης.
Κατά το ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχεδόν το 90% των μικρών ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί τη ρυθμιστική συμμόρφωση τεράστιο εμπόδιο (σε άλλες χώρες της ΕΕ είναι μόλις 70%). Για μια μεγάλη εταιρεία, μπορεί να είναι απλά θέμα πρόσληψης ενός ακόμα δικηγόρου ή λογιστή. Για τον solopreneur, όμως, η γραφειοκρατία μπορεί να καταπίνει όλη την ενέργεια και το χρόνο.
Και κάπου εδώ αλλάζουν τα πράγματα. Παλιά, για να κάνεις κάτι δικό σου, χρειαζόσουν γραφείο, προσωπικό και μεγάλο κεφάλαιο. Πλέον, ένας solopreneur μπορεί να δουλεύει από το σπίτι του, να κλείνει δουλειές στο εξωτερικό, να ανοίγει ψηφιακό κατάστημα, να πουλάει τις υπηρεσίες του στον κόσμο. Με τη σωστή χρήση εργαλείων, τα σύνορα έχουν μικρότερη σημασία από ποτέ.
Ακόμη κι έτσι όμως, το ελληνικό επιχειρηματικό περιβάλλον δεν έχει προλάβει να πιάσει τον βηματισμό του στη νέα εποχή. Πολλές μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα αργούν πολύ να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες και ακόμα λιγότεροι επενδύουν σε καινοτομία. Το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ μικρών και μεγάλων εταιρειών είναι τεράστιο.
Πού σκοντάφτουν οι μικρές επιχειρήσεις; Δεν είναι μόνο οι φόροι. Δεν είναι μόνο η ασφάλιση ή το ενοίκιο. Είναι το “όλο πακέτο”, μια καθημερινή ζοφερή πίεση που δεν αφήνει μεγάλο περιθώριο σε λάθη. Μια μικρή αύξηση στο κόστος, καθυστέρηση πληρωμής από έναν πελάτη—μπορούν να τινάξουν τον προϋπολογισμό στον αέρα.
Μόνη της η Ελλάδα δεν μπορεί να γιγαντώσει τη μικρή επιχείρηση όσο εύκολα χρειάζεται. Οι Φορείς συχνά πληρώνουν αργά. Ένας στους τρεις επιχειρηματίες ζει με cash flow που κόβει την ανάσα. Μπορεί στα χαρτιά να έχουν κέρδη, αλλά αν δεν υπάρχει ρευστό στην πράξη, οι πόρτες κλείνουν.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι “να ανοίγουμε πολλές επιχειρήσεις”. Είναι να έχουμε επιχειρήσεις που ξεκινούν μικρές και καταφέρνουν να μεγαλώσουν: να προσλαμβάνουν, να καινοτομούν, να κάνουν εξαγωγές, να σηκώνουν κεφάλαια, να χτίζουν τεχνολογία, να πηγαίνουν παραπέρα. Αντί αυτού, οι περισσότερες δουλεύουν απλώς για να επιβιώσουν.
Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος: όσο παραμένουν μικρές, δεν επενδύουν, παραμένουν χαμηλής παραγωγικότητας, μπαίνουν στον δύσκολο δρόμο της χρηματοδότησης και τελικά δεν καταφέρνουν να μεγαλώσουν. Έτσι, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα άβολο ενδιάμεσο.
Για τα συνδικάτα, πολλοί λένε “φταίνε για όλα”. Αλλά η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Τα συνδικάτα προστατεύουν τα αυτονόητα, βάζουν όρια στην αυθαιρεσία, αλλά μπορούν να γίνουν βαρίδι αν το θεσμικό πλαίσιο παγώνει κάθε δυναμική. Εδώ, η Ελλάδα έχει ενδιάμεσες λύσεις: οι πραγματικές συλλογικές συμβάσεις καλύπτουν ένα τμήμα της αγοράς, όχι όλη. Δεν ελέγχουν τα πάντα. Το ζήτημα είναι πώς να προστατεύεις τον εργαζόμενο, δίχως να κάνεις αδύνατη τη λειτουργία για μια μικρή επιχείρηση που θέλει να αναπτυχθεί.
Και για τους μισθούς; Δεν φταίνε επειδή είναι υψηλοί. Το ζήτημα είναι αν η παραγωγικότητα ακολουθεί. Αν μια επιχείρηση επενδύει σε καλύτερα εργαλεία, αυτοματισμούς, τεχνολογία, μπορεί και να πληρώνει καλύτερα, να προσλαμβάνει περισσότερους, να στέκεται γερά. Αυτό είναι το βασικό ζητούμενο: περισσότερη παραγωγικότητα από κάθε εργαζόμενο, όχι μόνο κομμένα έξοδα.
Κι όμως, συχνά ακούμε ότι η Ελλάδα ζει μόνο από τον τουρισμό και τα αγροτικά. Δεν είναι έτσι. Εξάγουμε πολλά βιομηχανικά προϊόντα, χημικά, φαρμακευτικά, πετρελαιοειδή. Οι εξαγωγές είναι πάνω από 48 δισ. ευρώ—το φαγητό και ο τουρισμός είναι δυνατά, αλλά όχι τα μόνα.
Ο τουρισμός μένει, φυσικά, τεράστια δύναμη. Δεν είναι κακό να μην θέλουμε να του πούμε “όχι”. Αλλά κανείς δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε αυτόν τομέα. Χρειαζόμαστε και βιομηχανία, τεχνολογία, έρευνα, software, digital υπηρεσίες, ναυτιλία, εξειδικευμένα αγροτικά προϊόντα. All-around ανάπτυξη, όχι στοίχημα σε ένα άλογο.
Η προστιθέμενη αξία είναι το ζητούμενο. Να πουλάμε προϊόντα όσο αξίζουν πραγματικά· να εκμεταλλευόμαστε πιο δυνατά την ελληνική τεχνογνωσία, τη δημιουργικότητα, την ποιότητα. Όχι απλώς να έχουμε περισσότερες επιχειρήσεις—αλλά καλύτερες, δυνατότερες, πιο ανταγωνιστικές διεθνώς.
Κι εδώ το κράτος πρέπει να βρει το σωστό του ρόλο. Να μην βλέπει τον επιχειρηματία ούτε ως “μόνο φορολογούμενο” ούτε μόνο ως “δικαιούχο επιδότησης”. Να λειτουργεί σταθερά, να λύνει τα διαδικαστικά, να συνδέει την έρευνα με την πράξη, να επιταχύνει τη δικαιοσύνη, να ανταμείβει την παραγωγικότητα, να κόβει τη γραφειοκρατία.
Έχουν γίνει βήματα. Το Δημόσιο ψηφιοποιείται, υπάρχουν νέα εργαλεία, επενδύσεις, κάποια πράγματα κινούνται καλύτερα. Δεν αρκεί ακόμα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανοίγουν καθημερινά δεκάδες νέες επιχειρήσεις απλώς για να φουσκώνουν τα στατιστικά. Χρειάζεται αυτές που ξεκινούν να έχουν προοπτική να μεγαλώσουν. Χρειάζεται τους solopreneurs να βρίσκουν πελάτες στο εξωτερικό, μικρές εταιρείες να μετατρέπονται σε μεσαίες, μεσαίες να μπαίνουν στις διεθνείς αγορές.
Κι εκεί η τεχνολογία αλλάζει τους κανόνες. Πλέον, το cloud, τα ψηφιακά εργαλεία, το e-commerce, το digital marketing, οι διεθνείς πλατφόρμες ανοίγουν πόρτες. Δεν μένεις εγκλωβισμένος στο στενό ελληνικό πλαίσιο. Το θέμα είναι να αξιοποιείς σωστά τις δυνατότητες: να έχεις γνώσεις, δίκτυα, πρόσβαση σε αγορές, επίκαιρες δεξιότητες και ένα κράτος που δεν σε γονατίζει με δικαιολογίες και χαρτούρα.
Τι χρειάζεται στ’ αλήθεια να αλλάξει στην επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα; Χρειάζεται ένα περιβάλλον που απλοποιεί την ίδρυση και λειτουργία μιας επιχείρησης. Μικρότερη γραφειοκρατία, καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, πραγματική σύνδεση με καινοτομία, εργαλεία για εξαγωγές, δεξιότητες που μετρούν σήμερα, τεχνολογία στην καθημερινότητα και ανοιχτές προοπτικές για ανάπτυξη.
Στόχος δεν είναι να έχουμε πολλές μικρές φτωχές επιχειρήσεις, αλλά περισσότερες που επενδύουν, προσλαμβάνουν, βγαίνουν στον κόσμο, καινοτομούν, ανταγωνίζονται στα δύσκολα.
Η Ελλάδα έχει τα υλικά: ανθρώπους, τουρισμό, ναυτιλία, αγροτική παραγωγή, βιομηχανία, startups, εξαγωγικές εταιρείες. Έχει ταλέντο και γνώση που, με τα σωστά εργαλεία, μπορεί να φέρει διεθνείς επιτυχίες.
Το στοίχημα είναι να τα κουμπώσει όλα αυτά. Να μη μένει η επιχείρηση μικρή επειδή το περιβάλλον τη “σπρώχνει” στα στενά όρια της επιβίωσης. Να μην πρέπει ο έλληνας solopreneur να βγάλει φορολογική έδρα έξω για να σταθεί. Να μη βλέπει ο εργαζόμενος ως απειλή την αύξηση του μισθού του. Και να μην ελπίζει μια χώρα σε έναν και μόνο τομέα.
Η πραγματική πρόκληση για την ελληνική οικονομία τώρα είναι να ξεκολλήσει από το μοντέλο της “επιβίωσης” και να περάσει στο μοντέλο της “κλιμάκωσης”. Να μεγαλώνουν οι επιχειρήσεις, να αξιοποιούν γνώσεις, να επενδύουν στην παραγωγικότητα, να αυξάνουν εξαγωγές προστιθέμενης αξίας, να δίνουν στον solopreneur την ευκαιρία να γίνει επιχείρηση και στη μικρή επιχείρηση να ανοίξει φτερά.
Δεν αρκεί να έχουμε περισσότερους επιχειρηματίες. Πρέπει να φτιάξουμε ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που δίνει χώρο να αναπτυχθούν πραγματικά. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για το αύριο.



























