Γιάννης Μαρκόπουλος, ο καινοτόμος συνθέτης της παράδοσης
Είναι η χρονιά που ξημέρωνε χούντα στην Ελλάδα και τα «Ζαβαρακατρανέμια» ανάβουν φωτιά στο Λονδίνο σε μια συναυλία διαμαρτυρίας, όταν ερμηνεύονται επι σκηνής από το Τζον Λένον και το Γιάννη Μαρκόπουλο. Όταν οι αργυραμοιβοί της μουσικής μαφίας περιμένουν σαν κοράκια πάνω από τα ψόφια πτώματα, για να απολαύσουν τα οικονομικά οφέλη από την εμπορική σαβούρα, έρχεται μια στρατιά από τραγούδια ανδρειωμένα με τόλμη και αλήθεια, ικανά να τα εξοστρακίσουν μακρυά. Είναι νότες μεθυσμένες από το θαύμα της Κρήτης, ζαλισμένες από τις μυρωδιές του Αιγαίου και μαγεμένες από τα τοπία της Μεσογείου. Κρέμονται από το αγκίστρι της γνησιότητας της υπογραφής του Γιάννη Μαρκόπουλου. Εδώ και 50 και πλέον χρόνια, ανακατεύει την τράπουλα των προσωπικών του βιωμάτων που μαζί με την κυκλική πορεία τις ιστορίας εκτινάσσονται στον αέρα μέσω της τέχνης, για να προσγειωθούν ξανά στη γη και να φτάσουν στο λαό.
Βουτηγμένος στα χρώματα και τα αρώματα
Ο Μαρκόπουλος γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου 1939 στο Ηράκλειο της λεβεντογέννας Κρήτης. Η μητέρα του ήταν από τα Σφακιά. Έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Ο ίδιος μεγάλωσε στην Ιεράπετρα, από όπου ήταν και η καταγωγή του πατέρα του. Ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα και είχε διατελέσει και νομάρχης. Η γειτονιά του ήταν γεμάτη από αντιθέσεις. Από τη μια πλευρά ήταν οι πρόσφυγες της μικρασιατικής συμφοράς του 1922, εκεί που γνωρίστηκε άμεσα με τα ρεμπέτικα του Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη. Από την άλλη πλευρά έβλεπε τους ευκατάστατους καλοζωισμένους κυρίους που είχαν εξασφαλίσει υπαλληλικές θέσεις του δημοσίου και άκουγαν πιο μοντέρνους ήχους, δίνοντας έτσι τροφή στο διακαή τους πόθο να φανεί η «ευγενική» τους καταγωγή. Όλα αυτά συνέθεσαν ένα παράξενο παζλ μέσα του με εντελώς διαφορετικές εικόνες μέταξύ τους. Σε μια προσπάθεια να ενώσει τα κομμάτια του, βρήκε διέξοδο στη μουσική. Ο ίδιος έχει πει: «Η μουσική με συνάντησε κάτω από την πανσέληνο της Ιεράπετρας.».
Από παιδί τον συγκινούσε κάθε φυσικός ή τεχνητός ήχος που έκανε παιχνίδισμα με το αυτί του παρακινώντας τον να τον αναπαράγει με κάποιο τρόπο κι εκείνος. Κάθε χρόνο σε μια φύση μαγευτική 20 μέρες του καλοκαιριού ζει μια εμπειρία μοναδική, υπεύθυνη για την ευαισθησία της καρδιάς του και την ελληνικότητα της τέχνης του. Πηγαίνουν με την οικογένειά του στο ψηλότερο βουνό της Ιεράπετρας. Θυμάται παιχνίδια, ύπνους και γέλια πλάι σε μεγάλα πλατάνια ενώ ακούγεται ο θόρυβος από άφθονα τρεχούμενα νερά. Πάνε όμως, και στα περίφημα κρητικά πανηγύρια που η κοντυλιές του Μουντάκη δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Σε ηλικία 11 ετών γίνεται μέλος σε μια μπάντα με χάλκινα και ξύλινα πνευστά. Επίσης, αρχίζει να μαθαίνει βιολί και μαντολίνο. Οι μουσικές διεργασίες στο μυαλό του έχουν ήδη αρχίσει. Στα 17 του γράφει το πρώτο του κομμάτι με τίτλο «Πέρα από τη θάλασσα». Ο δρόμος τον φέρνει στην Αθήνα, μιας και εισάγεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Κοινωνικών και Φιλοσοφικών σπουδών ενώ ταυτόχρονα γράφεται στο ωδείο.
Ακολουθώντας το άστρο του
Στην πρωτεύουσα γνωρίζεται με το Μάνο Χατζιδάκι. Τον θαυμάζει πολύ, όμως θέλει να φτιάξει το δικό του αποτύπωμα και να το αφήσει γερά απάνω στην πολιτισμική ιστορία του τόπου. Οι νότες στριμώχνονται σε κάθε άκρη του μυαλού του κι εκείνος γράφει μουσική για θέατρο, κινηματογράφο και χορό. Τον πρώτο χρόνο δίνει διάφορες συναυλίες. Το 1963 παίρνει βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τη μουσική του στην ταινία «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου. Το 1967 τελειώνοντας τις σπουδές του πηγαίνει στο Λονδίνο, όπου μένει περίπου δυόμιση χρόνια. Η παραμονή του εκεί συμπίπτει με την καταγραφή της πολύ σημαντικής εμπνευσμένης δουλειάς του για το μουσικό «κουστούμι» του έργου του Οδυσσέα Ελύτη «Ήλιος ο πρώτος». Ο γυρισμός του στην πατρίδα επιφυλάσσει μια περίοδο άκρως παραγωγική γεμάτη δημιουργία. Συνεργάζεται με το Μάνο Κατράκη, όντας υπεύθυνος για τη μουσική επένδυση σε πέντε θεατρικά εργά που έφεραν την υπογραφή του. Το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν αποτελούν το ισχυρό του στήριγμα ενώ ήδη έχει ακουστεί η μουσική του σε παραστάσεις του εξωτερικού.
Μέχρι και σήμερα προσμετρώνται στο ενεργητικό του 30 δίσκοι για ταινίες και 20 δίσκοι για θεατρικά έργα. Η ζωντάνια και η σπιρτάδα που έχουν όμως ετούτες οι μελωδίες δεν θα μπορούσε να κλειστεί μονάχα σ’ αυτά τα είδη. Απλώθηκαν σαν ένα πελώριο δίχτυ και κάλυψαν τόσο τα ορχηστρικά κομμάτια και τη μουσική που απαιτεί αφηγητή και χορωδία όσο και ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών κάνοντας την αρχή με το περίφημο «Χρονικό». Είναι το πρώτο συγκλονιστικό καλλιτεχνικό γεγονός 10 χρόνια μετά από τον Επιτάφιο του Θεοδωράκη. Έχει παντρέψει τις νότες με στίχους πολύ σπουδαίων δημιουργών, όπως των Κ.Χ. Μύρη, Λευτέρη Παπαδόπουλου, Κώστα Βίρβου και τόσων άλλων. Έχει προσεγγίσει μουσικά μεγάλους ποιητές, όπως οι Γιώργος Σεφέρης, Διονύσιος Σολωμός, χωρίς όμως ποτέ να αποδέχεται τον όρο μελοποίηση. Θεωρεί το κάθε μέρος ανεξάρτητο λειτουργώντας σε μια γοητευτική ένωση με το άλλο. Ο Άγγλος μουσικολόγος Peter Clayton βλέποντας την πρώτη ζωντανή παρουσίαση του έργου «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, έγραψε για εκείνον: «Ο συνθέτης είναι προικισμένος με δημιουργική φαντασία και σπάνια ποιότητα μελωδίας.». Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει οι Νίκος Ξυλούρης, Μαρία Δημητριάδη, Βίκυ Μοσχολιού, Κώστας Χατζής και άλλοι.
Η εμμονική του συνέπεια στην σύγχρονη παράδοση
Αγαπάει τα αιώνια και άφθαρτα υλικά της παράδοσης και επιθυμεί να τα εντάξει μέσα στον αιωνίως φθαρτό χρόνο σχεδιάζοντας τους δρόμους του μέλλοντος. Έχοντας πάντοτε ένα σπουδαίο λόγο για να γράψει, περπατάει σε βυζαντινά στενά, συναντώντας αρχαίες μουσικές κλίμακες αλλά και ξένα μελωδικά πλέγματα φερμένα από την Ανατολή και τη Δύση. Διατηρεί τη γνησιότητα προέλευσής τους βάζοντάς τα στη δική του ρυθμική επαναστατική ομιλία. Έρχεται σε μετωπικό αγκάλιασμα με τη συνείδηση ενός λαού που ζει και αναπνέει με τα δημοτικά άσματα. Μια ξεχωριστή στιγμή που αναδεικνύεται μοναδικά η δεινότητά του να κάνει ιδιαίτερες μουσικές προσμείξεις είναι η μουσική που γράφει για την τηλεοπτική σειρά του BBC με τίτλο «Who pays the ferryman?». Ανάμεσα σε ριζίτικα και συρτούς, βρέχει τα πόδια του στο πλανευτικό Αιγαίο και αφουγκράζεται τα γεγονότα ακριβώς όπως έρχονται. Τα χρησιμοποιεί ως θεματικούς άξονες και την ίδια στιγμή ανατρέπει τα μέχρι τότε δεδομένα της ρεμπέτικης σημειολογίας, με τη βοήθεια του ξεχωριστού ήχου των τοπικών παραδοσιακών οργάνων. Είναι η λεγόμενη επιστροφή στις ρίζες και ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση. Τοποθετεί όλα τα έμψυχα και όλα τα άψυχα στοιχεία μέσα στον ίδιο κύκλο της ζωής
Αγκυλώνει τα άσχημα κάνοντας βαθιά τομή στο άνθος του κακού και επιδιώκοντας τη λύτρωση μέσα από την τέχνη. Κατά τη διάρκεια της αποπνικτικής και άνυδρης δικτατορίας, ο Μαρκόπουλος δεν διστάζει να χωθεί μέσα στα χώματα της ελληνικής γης. Ψάχνει με τόλμη και τσαγανό να βρει το πολύτιμο νερό της ελευθερίας, αυτό που στέρησαν από το λαό. Κάνει γεώτρηση χτυπώντας σε αληθινή φλέβα νάματος. Είναι η «Θητεία» και ύστερα τα «Ανεξάρτητα» με λόγια ψυχής από τους Μάνο Ελευθερίου, Γιώργο Χρονά και μερικούς ακόμα. Τα τραγούδια ερμηνεύουν οι Γιώργος Νταλάρας, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Λάκης Χαλκιάς και άλλοι. Απεύθυνεται σε νέους. Πιάνει τα νήματα της ιστορίας και προσπαθεί να μεταφέρει την άνοιξη από το παρελθόν στο παρόν. Με την πτώση του αυταρχικού καθεστώτος, η συναυλία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού μαζεύει χιλιάδες κόσμου και αποτελούν μαζί με τη συναυλία στο Στάδιο Καραϊσκάκη με τον Μίκη Θεοδωράκη την πρώτη νόμιμη, φανερή, μεγάλη διαμαρτυρία απέναντι στο τέρας της χούντας. Ο ελληνικός λαός δεν χαρίζεται. Ο Νίκος Κούνδουρος κατέγραψε αυτή την ανάσταση της ελληνικής ψυχής μέσα από ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Τα τραγούδια της φωτιάς».
Ξεφεύγει από την πεπατημένη οδό και ξεπερνά τα κοινωνικά, πολιτικά και καλλιτεχνικά όρια θέτοντας το δικό του σύνορο. Εξοβελίζει τις εικονικές παραπλανήσεις της εκάστοτε εξουσίας και μας προκαλεί να δημιουργήσουμε στέρεες αντανακλάσεις του εαυτού μας μέσα από μουσικές επιβλητικές που τις διακρίνει μια διάχυτη ελληνικότητα και μια εκπληκτική δυναμική. Είναι έντονες μελωδίες ικανές να αποσπάσουν βλέμματα εντυπωσιαμού εφάμιλλα διθυραμβικών κριτικών που στόχο έχουν τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης. Στο καφενείο που λέγεται Ελλάς ο Μαρκόπουλος θυμάται τη φάμπρικα, δάκρυα τρέχουν από τα μάτια και τότε ο καημός του φουντώνει και τα παραπονεμένα λόγια της καρδιάς του δεν έχουν τελειωμό. Αναρωτιέται πώς έγινε σε τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή.. Φταίει που μπήκαν στην πόλη οι οχτροί. Τότε, οι φτωχοί και οι σκλάβοι ξεγύμνωσαν τα σπαθιά. Τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια, για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη. Κι εκείνος όλο θαρρεί πώς έρχονται τα αηδόνια. Βλέπει πέρα μακρυά τα μακεδονίτικα πουλιά και τ’ αρμενάκια που ελοξοδρόμησαν και χάσανε τη Μπαρμπαριά.
Διάφανες νότες που γλιστράνε στα αυτιά μας και διώχνουν μακρυά την αμηχανία που διαχέεται τριγύρω για την αγάπη στην πατρίδα. Όλο το έργο του σφύζει από τα χρώματα του τόπου μας, όχι όμως με την έννοια της εθνικής παράκρουσης αλλά με την έννοια του σεβασμού και του αισθήματος ευθύνης για τη χώρα των προγόνων μας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για το πλησίασμα μεταξύ μας και κατ’ επέκταση και με τους άλλους λαούς. Ο ίδιος έχει πει: «Ας είμαστε σκληροί, όσο μας επιτρέπει η αθωότητά μας και οι τρυφερές στιγμές μας.». Κάπως έτσι τρυφερά κοιτάζει την επί πολλά χρόνια αγαπημένη του σύζυγο και βασική του συνεργάτιδα, Βασιλική Λαβίνα, με την οποία έχει αποκτήσει μία κόρη, και της ψιθυρίζει: «Αν ήταν άστρα τα φιλιά σου και τα `χαν άλλοι ουρανοί, θα `ταν αλλιώς ο κόσμος τώρα, θα `χαν και τα πουλιά φωνή..». Με την ίδια ευαισθησία αγαπάει τους νέους και απεύθυνεται σ’ αυτούς, συνθέτοντας κομμάτια ακόμα και για μικρά παιδια, όπως η θεατρική «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου.
Ο Μαρκόπουλος αποτελεί μια απολύτως ξεχωριστή περίπτωση μουσικού ακολουθώντας τους κώδικες που του υπαγορεύει η εσωτερική του φωνή. Είναι μια φωτεινή καλλιτεχνική προσωπικότητα που έβγαλε τον τόπο μας εκτός συνόρων μέσα από την ομορφιά του έργου του. Με ανεξάντλητη ζωτικότητα μας ερεθίζει το νου προκαλώντας μας να μυρίσουμε, να δούμε, να αγγίξουμε, να νιώσουμε τη ζωή. Βρίσκει μαλαματένια λόγια για τη νέα γενιά που έρχεται με φορά να σαρώσει το κακό. Κι εκείνος στέκεται εκεί, έτοιμος να ακούσει τη φωνή της ιστορίας και να τη κάνει νότες…




























