Υπάρχουν άνθρωποι που αποτελούν την περηφάνια του ανθρώπινου γένους. Άνθρωποι που μόλις ακούσουμε τις ιστορίες τους θα πάρουμε κουράγιο για …
Για τους 13 Ουκρανούς στρατιώτες που φρουρούσαν το ακατοίκητο Φιδονήσι
Ένα λογοτεχνικό απόσπασμα που συγκλονίζει σε αυτή τη χρονική συγκυρία του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, για τους 13 Ουκρανούς στρατιώτες που κατά πάσα πιθανότητα έπεσαν νεκροί αρνούμενοι να παραδώσουν το Φιδονήσι.
Τα 13 παλληκάρια, οι 13 Ουκρανοί στρατιώτες φρουρούσαν το ακατοίκητο Φιδονήσι (αρχαία Λέυκη ή Λευκή), ουκρανικά OstrivZmiinyi ή Zmiyinny, μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου του 2022, όταν κατέπλευσαν τα ρωσικά πολεμικά πλοία από την Κριμαία κι αυτοί αρνήθηκαν να παραδοθούν…
«Η κόψη των μυκηναϊκών σπαθιών και η επιμονή των καθαγιασμένων τοπωνυμίων // Στον Ποντάρχη Αχιλλέα, αντί Προλόγου
Όταν ξεψύχησε ο λαβωμένος ήρωας Αχιλλέας, μια βοή συντάραξε το βόρειο Αιγαίο, τέτοια που έφριξαν τα πλήθη των πολεμιστών στην Τροία. Μέσα από τα ανταριασμένα κύματα αναδύθηκε η μάνα του η Θέτις και οι θαλασσινές νύμφες Νηρηίδες, που ήρθαν να μοιρολογήσουν τον θεόμορφο νεκρό. Σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από το κουφάρι, έσυραν την κραυγή του θρήνου κι έψαλαν μαζί με τις εννέα Μούσες ελεγεία και ωδές. Δεκαεπτά μερόνυχτα κράτησε το μοιρολόι.
Τη δέκατη όγδοη μέρα άναψε η νεκρική πυρά. Την ώρα που καιγόταν η σορός και οι αρχηγοί των Ελλήνων λάβαιναν μέρος σε αθλητικούς αγώνες προς τιμήν του νεκρού, η Θέτις πλησίασε την πυρά κι έκλεψε την ψυχή του μονάκριβου παιδιού της. Βούτηξε στα νερά του Αιγαίου, διέσχισε τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα, πέρασε τον Βόσπορο και, ακολουθώντας τα ετήσια περάσματα των ψαριών που πάνε να γεννήσουνε στις εκβολές του Δούναβη, έφτασε στην ακατοίκητη νησίδα Λεύκη.
Μέσα στην άγρια ερημιά της Μαύρης Θάλασσας η πελαγίσια μάνα εναπόθεσε στα λευκά βράχια την αθάνατη ψυχή του νεκρού Αχιλλέα κι επέστρεψε στην Τροία για να παραστεί στην ταφή. Ήταν ο δέκατος χρόνος του Τρωικού πολέμου.
Χιλιάδες γλάροι, θαλασσοπούλια και διαβατάρικα πουλιά, που έρχονται από το στόμα του Δούναβη, τις εκβολές του Δνείστερου, τον κόλπο του Δνείπερου ή τις ρηχαδιές στα βορειοδυτικά της Κριμαίας, σταματούν μεσοπέλαγα για να ξεκουραστούν στα βράχια της Λεύκης. «Είναι οι σύντροφοι του Αχιλλέα», έλεγαν οι Μαυροθαλασσίτες ναυτικοί. Κι όταν έφταναν στις λιμανόσκαλες του Βορρά συνήθιζαν να διηγούνται πως είχαν ακούσει τον ήρωα να τραγουδά στίχους από τον Όμηρο. Τα κύματα έφερναν, μαζί με τη φωνή, ιαχές πολεμιστών, κρότους και χτυπήματα από οπλές αλόγων, την κλαγγή των όπλων…
Ήταν Αύγουστος του 1991 όταν οι Σοβιετικοί στρατιώτες, που φρουρούσαν τον βόρειο βραχίονα του δέλτα του Δούναβη, διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το παραδουνάβιο σύνορο των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Ουκρανίας και της Μολδαβίας με τη Ρουμανία. Πίσω τους άφησαν τον πελώριο υδροβιότοπο του Δέλτα, μια έκταση 5.640 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Μέσα στις προσχώσεις, τις λιμνοθάλασσες και τα βαλτοτόπια το ποτάμι σχηματίζει τρεις βαθιές διακλαδώσεις, τρεις φυσικές διεξόδους των νερών προς τη Μαύρη Θάλασσα.
Ο βορειότερος από τους τρεις αυτούς βραχίονες, το επί δεκαετίες αμφισβητούμενο ρουμανοσοβιετικό σύνορο, ονομάζεται Chilia. Ένας παγερός και αυστηρά ελεγχόμενος χώρος ως τη λήξη του Ψυχρού πολέμου. Μόνον τσακάλια, βίδρες κι αγριοπούλια κινούνταν στη νεκρή ζώνη, ενώ οι απομονωμένες μικροκοινότητες των ψαράδων βούλιαζαν στα έλη, παγιδευμένες ανάμεσα στα σοβιετικά και τα ρουμανικά φυλάκια στις δυο όχθες του βραχίονα. Τίποτα δεν είχε μείνει να θυμίζει την αλλοτινή ζωή.
Η μόνη ανάμνηση από το απώτατο παρελθόν ήταν το παρεφθαρμένο ελληνικό όνομα του πλωτού βραχίονα. Αχίλλεια τον έλεγαν οι Έλληνες τιμώντας τον Ποντάρχη Αχιλλέα. Ακίλια και Κίλια τον είπαν οι Ρουμάνοι, οι Ουκρανοί κι όλοι οι άλλοι λαοί της περιοχής. Και εικοσιτέσσερα μίλια ανατολικότερα από το στόμιό του βρίσκεται η μοναχική βραχονησίδα Λεύκη.
«Οι λαοί που ζούνε στις ακτές κοντά στη Λεύκη θα τιμούν αιώνια τον γιο σου», είχε πει ο θεός Ποσειδώνας στη Θέτιδα, όταν της παραχώρησε τη μαυροθαλασσίτικη νησίδα. Αλλά από τον δέκατο χρόνο του Τρωικού πολέμου μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από τρεις χιλιάδες εκατό χρόνια. Να υποθέσει λοιπόν κανείς ότι ο Ποσειδώνας κράτησε απλώς την υπόσχεσή του και να αρκεστεί στην παντοδυναμία των ολύμπιων θεών ή να παρακολουθήσει το ιστορικό της μεγάλης ελληνικής περιπέτειας στη Μαύρη Θάλασσα, ξεκινώντας από τον Άξενο Πόντο των θεών και των ηρώων; Η πεισματική επιμονή των καθαγιασμένων τοπωνυμίων και το μυκηναϊκό σπαθί που βρέθηκε στην πεδιάδα κοντά στους βαλτότοπους του Δούναβη δεν αφήνουν πολλά περιθώρια επιλογής.»
[Από το βιβλίο: Μαριάννα Κορομηλά, «Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα από την εποχή του Χαλκού ως τις αρχές του 20ού αιώνα» (έκδοση της Πολιτιστικής Εταιρεία Πανόραμα, Αθήνα 1991, ανανεωμένη και επαυξημένη έκδοση 2001) σσ. 15-16 ]



























