Γεννήθηκαν για να χορεύουν

Συντάκτης: Κωνσταντίνα Φωτοπούλου

3..2..1.. αυλαία, μουσική, φώτα και η μαγεία που μπορεί να σου προσφέρει μια παράσταση χορού ξεκινάει. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι όποια και αν είναι τα ενδιαφέροντά σου και τα χόμπι σου η θέαση μιας μπαλαρίνας και του παρτενέρ της να χορεύουν σου κινούν το ενδιαφέρον και σου μαγνητίζουν τα μάτια, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα. Την ίδια μαγεία νιώθουν και οι χορευτές που ενσαρκώνουν τους εκάστοτε χορευτικούς ρόλους για τους οποίους έχουν μείνει στην ιστορία και για τους οποίους το μόνο που μπορείς να πεις είναι ότι γεννήθηκαν για να χορεύουν.

Είναι άνθρωποι που άφησαν το στίγμα τους, και το αφήνουν ακόμα, στην ιστορία του κλασικού και σύγχρονου χορού με τις χορευτικές τους ικανότητες, αλλά κυρίως με το πάθος που αισθάνονται, όταν χορεύουν, για να χορεύουν. Ονόματα που λίγο πολύ όλοι έχουμε ακούσει, ονόματα που έχουν μείνει τυπωμένα στα βιβλία και στα περιοδικά, ονόματα που κάθε μικρή μπαλαρίνα έχει στα όνειρά της για να θαυμάζει.

Anna Pavlova (1881-1931)

Η Άννα Πάβλοβα είναι μια από τις καλύτερες χορεύτριες του 20 αιώνα με ιδιαίτερο πάθος για το χορό που αναπτύχθηκε ήδη από πολύ μικρή ηλικία. Το πάθος αυτό ερχόταν πολλές φορές σε σύγκρουση με τις ΄΄παραφωνίες΄΄ του σώματός της, καθώς δεν είχε τις κατάλληλες γραμμές που θα έπρεπε να είχε μια μπαλαρίνα της εποχής. Το μικρό της σώμα, με τα μακρά της όμως άκρα και τους μικρούς και αδύναμους αστραγάλους δεν την εμπόδισαν να γίνει μια από της πιο φημισμένες και πολυβραβευμένες μπαλαρίνες της εποχής της, έχοντας ενσαρκώσει θρυλικούς χορευτικούς ρόλους, όπως αυτούς της Ζιζέλ, της Κόρης του Φαραώ και άλλους. Κατάφερε μάλιστα να κάνει δυνατό το αδύνατο σημείο των αστραγάλων χρησιμοποιώντας και ενισχύοντας τα πέλματα των χορευτικών παπουτσιών της με ένα ειδικό κομμάτι ξύλο, πρόδρομο των σημερινών pointe (πουέντ).

Η χορευτική καριέρα της έφτασε στο απόγειό της με τον ρόλο Dying Swan σε χορογραφία του Michel Fokine, ένας σόλο ρόλος που δημιουργήθηκε ειδικά για την Άννα και που θα την συνόδευε μέχρι το τέλος της ζωής της. Η ίδια ζήτησε, ως τελευταία της επιθυμία, να ντύσουν τη σωρό της κύκνο και να τη ΄΄συνοδέψει΄΄ η μουσική από το Dying Swan.

Vaslav Nijinsky (1890-1950)

Μια από τις πιο εμβληματικές και εκρηκτικές χορευτικές φυσιογνωμίες του 20 αιώνα ο Βάσλαβ Νιζίνσκι. Ο χορευτικός του χαρακτήρας ερχόταν σε απόλυτη συνάφεια με την πολυτάραχη και έντονη ζωή του, αλλά σε αντίθεση με την προσωπικότητά του που ήταν γαλήνια και ήρεμη, μακριά από τον πολύ κόσμο και τις συζητήσεις.

Από οικογένεια χορευτών φάνηκε από πολύ νωρίς ακόμα ποιος ήταν ο δρόμος που θα ακολουθούσε. Η καριέρα του εκτοξεύθηκε στα ύψη μόλις το 1909 όταν ξεχώρισε και έγινε από τους πρώτους χορευτές στα Ballet Russes με υπεύθυνο τον Σέργιο Ντιαγκίλεφ. Η γνωριμία του με τον χορογράφο Ντιαγκίλεφ στάθηκε σταθμός για την καριέρα του, αλλά και για την προσωπική του ζωή, καθώς διατηρούσαν σχέση χρόνων, μια σχέση που τον ανέδειξε χορευτικά, αλλά αποτέλεσε και την αιτία της κατάρρευσής του λίγα χρόνια αργότερα, όταν και χώρισαν.

Το σπάνιο και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ως χορευτής ήταν τα εξωπραγματικά άλματα που αψηφούσαν τους νόμους της βαρύτητας σε συνδυασμό με την ικανότητά του να διεισδύει βαθιά στους ρόλους που χόρευε και να ταυτίζεται απόλυτα μαζί τους. Η κινησιολογία του ήταν βασισμένη στις κλασικές τεχνικές του μπαλέτου με έντονα όμως τα στοιχεία του μοντερνισμού, κάτι που έθετε ξεκάθαρα την αρχή μιας νέας εποχής στο χορό με μέντορα τον Νιζίνσκι.

Το άστρο του έλαμψε για δέκα περίπου χρόνια, όταν μόλις στα 29 του διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. Το προσωπικό του ημερολόγιο αποτέλεσε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης σε πολλούς τομείς της τέχνης. Δεν χόρεψε ποτέ ξανά μπροστά σε κόσμο, μέχρι και το 1950, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.

Rudolf Nureyev (1938-1993)

Ίσως η πιο θρυλική και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενη μορφή στο χορευτικό στερέωμα ήταν ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ ή για τους φίλους Ρούντι. Ταταρικής καταγωγής, γεννημένος μέσα σε ένα βαγόνι τρένου και περνώντας φτωχικά και δύσκολα παιδικά χρόνια, ξεκινά την καριέρα του στα μπαλέτα΄΄ Κίροφ΄΄, αλλά από εκεί και έπειτα κατακτά όλο τον κόσμο.

Στο Παρίσι, στα Μπαλέτα του Μαρκήσιου de Cuevas, στα Βασιλικά Μπαλέτα του Λονδίνου, της Σουηδίας και του Βερολίνου και φυσικά στα Μπαλέτα της Σκάλας του Μιλάνου αποθεώνεται και καταχειροκροτείται από χιλιάδες λάτρεις τους κλασικού μπαλέτου για το αστείρευτο ταλέντο του, την άρτια τεχνική του κλασικού μπαλέτου και το μαγικό στοιχείο ότι ένας άντρας χορευτής τραβούσε περισσότερο το ενδιαφέρον και τα μάτια των θεατών από τη γυναικεία φιγούρα της μπαλαρίνας.

Τα πολιτικά και ερωτικά του σκάνδαλα ακολούθησαν σαν πιστός φύλακας τη χορευτική του καριέρα. Πολιτικές έριδες τον οδήγησαν να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη Γαλλία, όπου πήρε και την υπηκοότητα λίγο αργότερα, γεγονός που τον απομάκρυνε για πολλά χρόνια από τη Ρωσία. Ήταν ομοφυλόφιλος, κάτι που δεν απέκρυψε ποτέ, και ο μεγαλύτερός του έρωτας ήταν ο επίσης χορευτής Έρικ Μπρούν.

Μια πολυτάραχη αλλά γεμάτη ζωή με καριέρα, φήμη, λάμψη και δημοσιότητα, η οποία πολλές φορές κρίθηκε και σχολιάστηκε αρνητικά, ήταν κάτι όμως που δεν φαινόταν να τον απασχολεί ιδιαίτερα.΄΄Έφυγε΄΄ το 1993, καθώς δεν βγήκε νικητής από τη μάχη με το AIDS, αφήνοντας πίσω του αμύθητη υλική, αλλά κυρίως χορευτική περιουσία στην ιστορία του κλασικού μπαλέτου και στους νεότερους χορευτές.

Maya Plisetskaya (1925-2015)

Το όνομά της Μάγια Πλισέτσκαγια και αποτελεί τον πολυβραβευμένο θρύλο της Ρωσικής αλλά και της παγκόσμιας σκηνής του κλασικού μπαλέτου. Γεννήθηκε στη Μόσχα και αποτελούσε μέρος μιας οικογένειας αφιερωμένης στην τέχνη. Εξαιτίας πολιτικών προβλημάτων η Μάγια μεγαλώνει με τη θεία της η οποία είναι και αυτή που τη μυεί στο χώρο του κλασικού χορού, στον κόσμο των Μπολσόι.

Το 1945 γίνεται ΄΄κομμάτι΄΄ των Μπολσόι και αρχίζει να φωτίζεται το αστέρι της ερμηνεύοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους και αναδεικνύοντας το τεράστιο ταλέντο της, που από νωρίς είχε γίνει αντιληπτό. «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Δον Κιχώτης», «η Λίμνη των Κύκνων», «Κάρμεν», «Ωραία Κοιμωμένη» είναι μόνο λίγες από τις παραστάσεις που πρωταγωνίστησε και καταχειροκροτήθηκε από το κοινό. Δεν είναι όμως λίγες και οι παραστάσεις που ΄΄ανέβασε΄΄ η ίδια ως χορογράφος, ρόλος και αυτός εξίσου πετυχημένος.

Τα Μπαλέτα Μπολσόι, στα οποία χόρευε για πενήντα ολόκληρα χρόνια, στάθηκαν σταθμός για την καριέρα της καθώς, όπως η ίδια έχει αναφέρει, δεν αισθανόταν σε καμία άλλη σκηνή τόσο ελεύθερη. Σε αυτή τη σκηνή χόρεψε, χορογράφησε και συνταξιοδοτήθηκε το 1990.

Ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα είναι το έτος 1959 όπου η Μάγια ενσαρκώνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη «Λίμνη των Κύκνων», ένας ρόλος που άφησε το όνομά της στην ιστορία και η ερμηνεία του οποίου, ακόμα και σήμερα, αποσπά διθυραμβικά σχόλια. Πώς αλλιώς άλλωστε, όταν η ίδια είχε περάσει ατελείωτες ώρες παρατηρώντας τους κύκνους του πάρκου να κινούνται!

Ο θάνατός της το 2015 σε ηλικία 89 ετών χαρακτηρίστηκε ως ΄΄τεράστια απώλεια΄΄, όχι μόνο στο χώρο του κλασικού χορού, αλλά και στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Mikhail Baryshnikov (1948- )

Το εν ζωή ανήσυχο πνεύμα του χορού που μέχρι και σήμερα ασχολείται ασταμάτητα με το χώρο δεν είναι άλλο από τον Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ. Έχει δοθεί και σε αυτόν ο τιμητικός τίτλος του ΄΄θρύλου΄ και όχι άδικα, αφού η πορεία που έχει διαγράψει στον κλασικό χορό από μικρή ηλικία είναι συνεχόμενη, μεγάλη και αξιοθαύμαστη.

Γεννήθηκε στη Λετονία το 1948 και ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του ξεκίνησε να ασχολείται με το χορό στην πασίγνωστη, μέχρι και σήμερα, Ακαδημία Βαγκάνοβα, από την οποία πέρασαν και μαθήτευσαν τα προηγούμενα χρόνια όλοι οι μεγάλοι χορευτές που θαύμαζε. Αμέσως το πηγαίο ταλέντο του έγινε φανερό και δεν άργησε να γίνει ένας από τους πρώτους χορευτές των Μπαλέτων Μπολσόι.

Το κλασικό μπαλέτο όμως στη Ρωσία ήταν αρκετά παραδοσιακό και στεγανοποιημένο για το δικό του χορευτικό πνεύμα, κάτι που τον οδήγησε στην αυτομόληση. Σε μια χορευτική περιοδεία ζητά πολιτικό άσυλο στον Καναδά και λίγο αργότερα ο δρόμος του τον πηγαίνει στην Νέα Υόρκη, όπου εκεί ξεκινά για τον χορευτή Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ μια καινούργια εποχή που διαρκεί μέχρι και σήμερα.

Εισάγεται στην ομάδα του American Ballet Theater όπου και γίνεται το ΄΄σπίτι΄΄του, καθώς λίγα χρόνια αργότερα διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής. Το αμερικανικό όνειρο τον οδηγεί από το κλασικό μπαλέτο στον μοντέρνο χορό και γίνεται μια από τις ηγετικές μορφές του είδους. Συνεργάζεται με πολλούς χορογράφους, σκηνοθετεί ο ίδιος επιτυχημένες παραστάσεις και φυσικά συνεχίζει και χορεύει με την ίδια απόλυτη επιτυχία και αποδοχή από το κοινό. Η φήμη του και το ταλέντο του γίνονται ευρέως γνωστά και τον οδηγούν στο χώρο του κινηματογράφου.

Η ταινία μάλιστα « Η Κρίσιμη Καμπή» του χαρίζει την υποψηφιότητα για Όσκαρ. Το ανήσυχό του όμως πνεύμα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, δεν σταματά εδώ. Η αγάπη του για τον χορό του δίνει την ιδέα της δημιουργίας ενός οργανισμού για την στήριξη των νέων καλλιτεχνών. Το 2005 λοιπόν, εγκαινιάζει το Κέντρο Τεχνών Μπαρίσνικοφ.

Έχει διανύσει χορεύοντας σαράντα ολόκληρα χρόνια και συνεχίζει με το ίδιο πάθος να βαδίζει σταθερά και να εξελίσσει τον εαυτό του και τον χορευτεί που έχει μέσα του. Άλλωστε, ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του ότι « η σκηνή είναι κάτι πολύ εύθραυστο, σαν λεπτός πάγος».

Συντάκτης: Κωνσταντίνα Φωτοπούλου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.