Το εργασιακό bulling, ή όπως αλλιώς λέγεται ο εργασιακός εκφοβισμός, τον τελευταίο χρόνο έχει βρεθεί στο προσκήνιο λόγω των καταγγελιών …
Εργασιακή και σεξουαλική παρενόχληση: Γιατί τα θύματα δεν μιλούν;
Γυναίκα γιατρός, η οποία έκανε καταγγελία στην κλινική όπου εργαζόταν ότι κάποιες κοπέλες της εκμυστηρεύτηκαν ότι άλλος γιατρός τις παρενοχλεί, είχε ως συνέπεια να λάβει η ίδια ψευδή καταγγελία εναντίον της και να απολυθεί.
Κατά την πρόσφατη δημόσια συζήτηση με θέμα «Εργασιακός Εκφοβισμός, Σεξουαλική Παρενόχληση στην Εργασία», που διοργανώθηκε από την Ανεξάρτητη Συντεχνία Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου (ΑΣΔΥΚ), ειδικοί και αξιωματούχοι μίλησαν μεταξύ άλλων για την ψυχολογία του θύτη και του θύματος τέτοιων περιστατικών και αναφέρθηκαν στη νομική διάσταση της εργασιακής και σεξουαλικής παρενόχλησης.
Ο Δρ Παναγιώτης Σταυρινίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στη δική του παρουσίαση, αναφέρθηκε στην ψυχολογία του εργασιακού εκφοβισμού και της θυματοποίησης και γιατί διαφέρει από άλλα φαινόμενα που συναντιούνται στους χώρους εργασίας.
«Παιχνίδι» εξουσίας
Από έρευνες δικές του και από άλλες γενικά για το θέμα αυτό, είπε πως έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά εκφοβισμού πάντα να υπάρχει ανισορροπία ισχύος, όπως προϊστάμενος προς υφιστάμενο, αν και, όπως ανέφερε, η έρευνά τους, δείχνει ότι, ενώ αυτό όντως ισχύει, δεν είναι απόλυτο από υφιστάμενους προς τα πάνω αλλά και από εργαζομένους που βρίσκονται στην ίδια ιεραρχική βαθμίδα.
Πάντοτε όμως, συνοδεύει τον δράστη μια μορφή ισχύος που νιώθει ότι έχει έναντι του θύματός του, σημείωσε ο ΔρΣταυρινίδης.
Είπε ακόμη ότι δεν είναι ποτέ ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα συστηματικό φαινόμενο, με διάρκεια, χρόνο, με κλιμάκωση αλλά και με σκοπιμότητα. Είναι πιο εύκολο, σημείωσε, να θυματοποιηθεί ένας εργαζόμενος που βιώνει ανασφάλεια να μην χάσει τη δουλειά και το εισόδημά του και που ανέχεται τέτοια συμπεριφορά, που δεν θα ανεχόταν υπό άλλες περιστάσεις.
Ο Δρ Σταυρινίδης ανέφερε ότι υπάρχουν πάρα πολλά επιστημονικά δεδομένα ότι μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ υποφέρουν πολύ περισσότερο από τέτοια φαινόμενα, ενώ σημείωσε και τη διάσταση του φύλου.
Ανέφερε ότι τα θύματα υποφέρουν από χρόνιο άγχος, παρουσιάζουν καταθλιπτική συμπτωματολογία, ενώ σε πιο σοβαρή μορφή καταγράφηκαν και απόπειρες αυτοκτονίας.
Γιατί τα θύματα δεν μιλούν;
Στο γιατί τα θύματα δεν μιλούν, ο Δρ Σταυρινίδης αναφέρθηκε στο σύμπλεγμα των συναισθημάτων του κακοποιημένου ατόμου, «φόβος-ντροπή-ενοχή». Εξήγησε ότι τα θύματα φοβούνται ότι δεν θα βρουν προστασία ή θα χάσουν τη δουλειά τους, νιώθουν ντροπή γιατί δεν θέλουν να ξέρουν οι άλλοι ότι κάποιος τους κάνει κακό, ενώ νιώθουν ενοχές ότι ευθύνονται οι ίδιοι για αυτό που τους συμβαίνει.
Σύμφωνα με την Εμπειρογνώμονα Φύλου, Δρ Άννα Πηλαβάκη, ευρωπαϊκά στατιστικά δείχνουν ότι μόνο 8-10% υποβάλλει καταγγελία. Ανέφερε ότι στην Κύπρο παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση εξέτασης καταγγελιών, καθώς η νομοθεσία δεν θέτει ένα χρονικό όριο εξέτασης των καταγγελιών, ενώ απουσιάζει η στήριξη προς τα θύματα.
Σημείωσε δε ότι τα τελευταία χρόνια η ίδια παρατηρεί την Αστυνομία «να χειρίζεται πιο σωστά αυτές τις υποθέσεις και άμεσα». Είπε ότι «δεν είναι ό,τι πιο εύκολο» ένα θύμα να προχωρήσει σε καταγγελία και ότι τα θύματα θέλουν να νιώσουν μια παρότρυνση και να μην νιώθουν ότι έκαναν κάτι λάθος.
Επώνυμες καταγγελίες που δεν έφτασαν στη δικαιοσύνη
Αναφέρθηκε και σε δύο καταγγελίες που ήρθαν υπόψη της το τελευταίο τρίμηνο. Η μία αφορούσε κοπέλα που κατάγγειλε σεξουαλική παρενόχληση από εξωτερικό συνεργάτη της εταιρείας που εργάζονταν, και που έλαβε απάντηση γραπτώς από το αρμόδιο Τμήμα στο Υπουργείο Εργασίας, ότι ρωτήθηκε το άτομο που καταγγέλθηκε και είπε ότι δεν έκανε κάτι τέτοιο και για αυτό δεν υπάρχει υπόθεση, ενώ η καταγγέλλουσα έφυγε από την εργασία της γιατί δεν ένιωθε άνετα να είναι στον ίδιο χώρο με αυτό το άτομο.
Η άλλη αφορούσε γυναίκα γιατρό, η οποία έκανε καταγγελία στην κλινική που εργαζόταν ότι κάποιες κοπέλες τής είπαν ότι άλλος γιατρός τις παρενοχλεί, και είχε ως αποτέλεσμα να λάβει η ίδια ψευδή καταγγελία εναντίον της και να απολυθεί. Η διαδικασία θα προχωρήσει δικαστικά, ανέφερε η ΔρΠαληβάκη και διερωτήθηκε πόσο χρόνο θα πάρει για να βρει η καταγγέλλουσα το δίκαιο της.
Η κ. Πηλαβάκη σημείωσε ακόμη ότι όσον αφορά στο θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι σημαντικό όλοι να προσέχουν τη συμπεριφορά τους, γιατί μπορεί κάποιος να κάνει κάτι χωρίς να είχε αυτή την πρόθεση, αλλά ο νόμος λέει ότι έχει σημασία το πώς εξέλαβε το θύμα αυτή τη συμπεριφορά.
Επιμονή για λύση διά της νομικής οδού
Ο δικηγόρος Δημοσθένης Στεφανίδης αναφέρθηκε στη νομική διάσταση του θέματος ηθικής και ψυχολογικής παρενόχλησης στους χώρους εργασίας (mobbing) και τόνισε μεταξύ άλλων ότι οι λύσεις που πρέπει να δοθούν σε τέτοιες περιπτώσεις είναι νομικές.
Αναφέρθηκε σε περιπτώσεις γυναικών που πήγαν στο γραφείο του για να καταγγείλουν τέτοια φαινόμενα στον εργασία τους και, αφού στάλθηκαν επιστολές προς διάφορους αποδέκτες,το ζήτημα επιλύθηκε. Σημείωσε ότι κυρίως είναι από προϊσταμένους που απορρέουν τέτοιες συμπεριφορές.
Ο κ. Στεφανίδης αναφέρθηκε σε σχετικά άρθρα των περί ασφάλειας και υγείας στην εργασία και περί δημόσιας υπηρεσίας Νόμων και κανονισμούς του 2022 για την υποχρέωση του εργοδότη να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων.
Σημείωσε επίσης ότι κάποιες φορές που υπάλληλοι αδυνατούν ή δεν θέλουν να προχωρήσουν σε καταγγελίες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τέτοιου είδους φαινόμενα σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελούν και σοβαρά πειθαρχικά αδικήματα, τα οποία δεν θα πρέπει μόνο να τίθενται ενώπιον του συγκεκριμένου προσώπου αλλά και σε ανώτερους στην Υπηρεσία για να ληφθούν τα ανάλογα μέτρα.




























