Εξέταση αίματος ανιχνεύει την κατάθλιψη

Συντάκτης: Σάννα Νάνου, Φιλόλογος και Επιμελήτρια – Διορθώτρια Κειμένων

Εξέταση αίματος ανιχνεύει την κατάθλιψηΦανταστείτε το εξής: Αισθάνεστε απαθείς και τον τελευταίο καιρό δεν τρώτε πολύ. Πάσχετε από διαταραχές ύπνου, ενώ τα συναισθήματά σας είναι ένα συνονθύλευμα απελπισίας, μίσους και ενοχής. Κατευθύνεστε στον γιατρό σας, και μετά από μια συνεδρία σας ενημερώνει ότι πάσχετε από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Στη συνέχεια, προς μεγάλη έκπληξή σας, θα σας ζητηθεί να υποβληθείτε σε εξετάσεις αίματος. Οι εξετάσεις θα επιβεβαιώσουν την ακριβή διάγνωση της ψυχικής διαταραχής.

Η σουρεαλιστική αυτή σκηνή στο γραφείο του γιατρού μπορεί να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από ό, τι φαντάζεται κανείς. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Northwestern ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι έχουν προχωρήσει στη διάγνωση της κατάθλιψης μέσα από την εξέταση αίματος. Η αντικειμενική κλινική διάγνωση, λένε, θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίσουν την κατάθλιψη των ασθενών με αποτελεσματικότητα και ακρίβεια. Θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει τόσο στον εντοπισμό των ατόμων που είναι ευάλωτα στην κατάθλιψη και να επιτρέψει στους γιατρούς να προσαρμόζουν ορισμένα είδη θεραπείας.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Translational Psychiatry. Για τις ανάγκες της, οι ερευνητές συνέκριναν δείγματα αίματος από 32 ενήλικες ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με κλινική κατάθλιψη με τα δείγματα 32 ενηλίκων οι οποίοι δεν είχαν κατάθλιψη. Στα δείγματα ανέλυσαν τα επίπεδα εννέα βιοδεικτών αίματος -τα μόρια που βοηθούν την επεξεργασία του γενετικού κώδικα DNA και εκτελούν τις οδηγίες του- και ανακάλυψαν ότι τα επίπεδα ήταν διαφορετικά σε ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη. Αυτό το εύρημα, λέει ο μελετητής David Mohr, θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίσουν την παρουσία της κατάθλιψης με έναν τρόπο που είναι πιο ξεκάθαρος σε σύγκριση με τις αξιολογήσεις που βασίζονται σε γενικά συμπτώματα που παρατίθενται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών.

Η κατάθλιψη συχνά δεν διαγιγνώσκεται εξαιτίας διάφορων λόγων. Για έναν περίεργο λόγο οι ασθενείς συχνά υποεκθέτουν ή δεν εξηγούν πλήρως τα συμπτώματά τους. Επιπλέον, πολλοί γιατροί μπορεί να μην έχουν το υπόβαθρο ή την κατάλληλη εκπαίδευση για να εκτιμήσουν σωστά τον ασθενή με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Παράλληλα, οι ασθενείς με δυνητικές συνθήκες ψυχικής υγείας είναι πιθανό να έχουν σωματικά προβλήματα. Λόγω αυτών των περιστατικών, η περίοδος μεταξύ της έναρξης των συμπτωμάτων και της διάγνωσης μπορεί να κυμαίνεται από 2 έως 40 μήνες, σύμφωνα με τη μελέτη.

«Όσο η κατάθλιψη δεν αντιμετωπίζεται τόσο πιο δύσκολη καθίσταται η θεραπεία» τονίζει η Eva Redei, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. «Υπάρχει επίσης μια υψηλότερη πιθανότητα αυτοκτονίας, και δυσμενείς επιπτώσεις στο έργο του ατόμου, το περιβάλλον, το οικογενειακό περιβάλλον, την κοινωνική δομή, τα πάντα.»

Εξέταση αίματος ανιχνεύει την κατάθλιψηΗ εξέταση αίματος θα μπορούσε να επισπεύσει τη διαδικασία διάγνωσης. Η κατάθλιψη είναι μια ασθένεια, αλλά εμείς δεν την αντιμετωπίζουμε ως τέτοια. Η εξέταση, λοιπόν, είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι θα εξαλείψει τελικά το στίγμα και τη διάκριση μεταξύ της ψυχικής υγείας και σωματικής υγείας.

Μία από τις ενδιαφέρουσες πτυχές της μελέτης ήταν ότι η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία πράγματι φάνηκε να αλλάζει τους βιοδείκτες στο αίμα. Όλοι οι ασθενείς με κατάθλιψη συνάντησαν και μίλησαν με τον θεραπευτή. Μετά από τέσσερις μήνες, η εξέταση αίματος επαναλήφθηκε στους 22 από αυτούς. Οι ασθενείς στην ομάδα αυτή ανέφεραν ότι δεν ένιωθαν αδρανείς μετά από τις συνεδρίες, είχαν επίσης μεταβολές στους δείκτες RNA τους, υποδεικνύοντας ότι επωφελήθηκαν από αυτό το είδος της θεραπείας. Ωστόσο, τρία επίπεδα βιοδεικτών τους ακόμη δεν ήταν τα ίδια με εκείνα των μη-καταθλιπτικών ασθενών, υποδηλώνοντας ότι κάποια άτομα μπορεί να είναι περισσότερο γενετικά επιρρεπή στην κατάθλιψη από άλλα άτομα. Επίσης, οι ερευνητές σημειώνουν ότι η εξέταση αίματος ήταν σε θέση να προβλέψει ποιος θα αναρρώσει από τη γνωστική συμπεριφορική θεραπεία.

Συνεπώς, τα ευρήματα αυτά είναι ικανά να επιτρέψουν στους επιστήμονες να εντοπίσουν ποιος ανταποκρίνεται στις διάφορες θεραπείες ή φάρμακα. Με άλλα λόγια, δίνετε η δυνατότητα να εξετασθεί εάν υπάρχουν βιοδείκτες που μπορεί να είναι σε θέση να προβλέψουν την ανταπόκριση στη συμπεριφοριστική θεραπεία, στη φαρμακοθεραπεία ή άλλες μορφές θεραπείας.

Συντάκτης: Σάννα Νάνου, Φιλόλογος και Επιμελήτρια – Διορθώτρια Κειμένων

Influence:

Η Σάννα Νάνου γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1983. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης…