Το διαζύγιο ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, ακόμα κι αν είναι συναινετικό και γίνεται σε φιλικό κλίμα, έχει επιδράσεις στα παιδιά. …
Δύσκολα διαζύγια και τί παρενέργειες προκαλούν
Το διαζύγιο θεωρείται μια από τίς πλέον στρεσογόνες και συναισθηματικά φορτισμένες εμπειρίες, τόσο για το ίδιο το ζευγάρι και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, όσο και τα παιδιά.
Είναι ένα ζήτημα που στην εποχή μας φαίνεται ν’ απασχολεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους και των δύο φύλων και καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο χώρο στις ζωές μας.
Φυσικά σ’ έναν πόλεμο αυτός που πλήττεται περισσότερο είναι ο «άμαχος πληθυσμός», που δεν είναι άλλος από τα παιδιά. Στο παρόν θα σταθούμε αρκετά σ’ αυτό.
Τα αίτια ενός διαζυγίου που διακρίνονται σε προφανή και βαθύτερα, μπορεί να ποικίλλουν και είναι τόσα όσες και οι προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων….παραδόξως συχνά αυτά μπορεί να είναι ανάλογα με τους λόγους που καθόρισαν την αρχή αυτής της σχέσης.
Φυσικά τόσο η αρχή μιας σχέσης όσο και το τέλος της είναι «υποκειμενική υπόθεση», που ωστόσο ‘ακουμπάει’ σε εσωτερικές και συχνά ασυνείδητες ανάγκες μας.
Παρόλα αυτά η διατήρηση ενός γάμου δεν θα πρέπει να θεωρείται πάντα επιτυχία και να επιδιώκεται…..συχνά ο χωρισμός μπορεί να είναι σωτήριος και για το ίδιο το ζευγάρι, αλλά και τα παιδιά, κυρίως όταν υπάρχει οποιουδήποτε τύπου κακοποίηση, τρίτα πρόσωπα και δυστυχία.
Επιστρέφοντας λοιπόν στους παράγοντες του διαζυγίου θα μπορούσαμε ενδεικτικά ν’ αναφέρουμε κάποιους όπως: αδυναμία διαχείρισης των προσωπικών θεμάτων, αποφυγή ανάληψης ευθύνης, έλλειψη επικοινωνίας, απουσία μοιράσματος (σκέψεων, συναισθημάτων κ.λπ.), σεξουαλική αποσύνδεση, εξωσυζυγικές σχέσεις, παρεμβατικότητα τρίτων (φίλων, συγγενών κ.λπ.) και σίγουρα έλλειψη ενσυναίσθησης.
Φυσικά συχνά πίσω από όλα κρύβεται η δυσκολία διαχείρισης προγενέστερων μικρότερων ρήξεων που δεν συζητήθηκαν επαρκώς, διαφορετικότητα προτεραιοτήτων, στόχων και τρόπου ζωής, πιθανά παρορμητική επιλογή συντρόφου και διαφορετική προσωπική εξέλιξη (πχ ο ένας εξελίσσεται, αλλάζει ενώ ο άλλος παραμένει στάσιμος ψυχοσυναισθηματικά).
Οι παραπάνω παράγοντες αλλά και άλλοι, όπως οικονομικοί, τυχόν εθισμοί μπορεί να οδηγήσουν σε αγεφύρωτες ρήξεις εμπιστοσύνης, ανειλικρίνεια, ανευθυνότητα και κακοποίηση σε οποιαδήποτε μορφή της.
Η ‘ποιότητα’ του χωρισμού είναι ανάλογη της ‘ ποιότητας’ της σχέσης που προϋπήρχε, η οποία με τη σειρά της έχει να κάνει με το επίπεδο ωριμότητας των δύο υποκειμένων που την απαρτίζουν.
Εδώ θα εστιάσουμε κυρίως στις δύσκολες σχέσεις που στερούνται επικοινωνίας, φροντίδας και ενσυναίσθησης για τον άλλον και συχνά είναι έμπλεες επιθετικότητας και εγωισμού.
Στις παραπάνω περιπτώσεις που η σχέση είναι δύσκολη και η επικοινωνία ελλιπής, πιθανόν η τελική ρήξη να εκληφθεί σαν ευκαιρία από τον ένα ή και τους δύο για εχθροπραξίες, με στόχο την εκδίκηση, την απόδειξη ισχύος και την κατατρόπωση του άλλου που βιώνεται ως εχθρός .
Τα μέσα που χρησιμοποιούνται σ’ αυτή τη περίπτωση συνήθως είναι αθέμιτα και αφορούν στην υπόσκαψη και κατάρριψη της εικόνας του άλλου, που συχνά δυστυχώς υλοποιείται μέσα από το «όχημα»- παιδιά…
Δηλαδή ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι, με κίνητρο την εκδίκηση, προσπαθούν να «διαβάλλουν» την εικόνα του άλλου, μιλώντας άσχημα γι’ αυτόν και απομυθοποιώντας τον στα μάτια των παιδιών.
Σ’ αυτή την περίπτωση οι καταστροφικές συνέπειες για τα παιδιά είναι ανυπολόγιστες, αφού έχουν απόλυτη ανάγκη, ιδιαίτερα κατά τη δύσκολη στιγμή του χωρισμού που νιώθουν ευάλωτα και απειλείται η ισορροπία της καθημερινότητάς τους, να διατηρήσουν «αλώβητη» την εικόνα και των δύο γονιών, προκειμένου να μπορέσουν ν’ αντέξουν τους επερχόμενους «κλυδωνισμούς».
Η εσωτερική, λοιπόν, εικόνα των γονιών δεν μπορεί να καθίσταται ευμετάβλητη και ν’ αλλάζει ανάλογα με το συμφέρον των γονιών….
Όταν όμως συμβαίνει αυτό και οι γονείς «χρησιμοποιούν» τα παιδιά στη διαμάχη τους, προσπαθώντας ν’ αποκτήσουν συμμάχους, συχνά το παιδί μπορεί να παρουσιάσει άγχος που μπορεί να εκφραστεί ψυχοσωματικά (πχ πόνοι στο στομάχι, εμετοί κλπ.), πτώση στη σχολική επίδοση, απομόνωση, εκνευρισμό κ.ά.
Σ’ αυτήν την περίπτωση είναι αναγκαίο οι γονείς να πάρουν βοήθεια από ειδικό, προκειμένου να συνειδητοποιηθούν τα ασυνείδητα κίνητρα της επιθετικής συμπεριφοράς τους (που συχνά αγνοούν ή αρνούνται να αποδεχτούν αναφορικά με τα αρνητικά συναισθήματα προς τον πρώην σύντροφο).
Συχνά όταν οι γονείς εργαστούν συμβουλευτικά ή ψυχοθεραπευτικά με ειδικό, τα συμπτώματα των παιδιών υποχωρούν ή εξαφανίζονται. Σε αντίθετη περίπτωση και επειδή ο ανώριμος ψυχισμός ενός μικρού παιδιού δεν έχει τα εργαλεία να κατανοήσει και να επεξεργαστεί αυτό που συμβαίνει, τα συμπτώματα μπορεί να επιμείνουν ή να μεταλλαχτούν σε κάτι σοβαρότερο.
Τέλος είναι θεμελιώδες να τονιστεί ότι ακριβώς επειδή τα παιδιά έχουν πολύ μεγάλη ανάγκη και τους δύο γονείς, προκειμένου να συντελεστεί η ταύτιση φύλου, αλλά όχι μόνο, η «καταρράκωση» της εσωτερικής εικόνας του γονιού δημιουργεί έντονη σύγχυση, αμφιθυμία, ανασφάλεια και έλλειψη εμπιστοσύνης, στοιχεία που μπορεί να μην επιτρέψουν ή να διαταράξουν σημαντικά αυτή την ταύτιση (π.χ. μπορεί να διαταραχτεί η ταύτιση ενός γιού με τον πατέρα του, προκαλώντας δυσκολίες στον ανδρικό ρόλο του μελλοντικού ενήλικα και αντίστοιχα μιας κόρης με τη μητέρα της).
Ολοκληρώνοντας θα έλεγα ότι ο γονικός ρόλος είναι πολύ διαφορετικός από τούς άλλους ρόλους που καλούμεθα να επωμιστούμε και να φέρουμε εις πέρας, αφού ενέχει μεγάλο ποσοστό ωριμότητας και ευθύνης και ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να αποτελεί συνειδητή επιλογή και των δύο γονιών και όχι τυχαίο γεγονός, αφού ο τρόπος με τον οποίο θα τον ασκήσουμε καθορίζει εν πολλοίς τη μελλοντική προσωπικότητα και συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου, που εξαρτάται από μας για ένα μακρύ χρονικό διάστημα.
Στην ίδια γραμμή σκέψεως θα προσέθετα ότι είναι απαραίτητο για τους γονείς που βρίσκονται μπροστά σ’ ένα διαζύγιο να μπορούν να διαχωρίσουν τον γονικό τους ρόλο από τον συζυγικό, δίνοντας προβάδισμα στο συμφέρον των παιδιών τους και διασφαλίζοντας την ομαλή τους ανάπτυξη και την ψυχική τους ισορροπία.




























