Η ταινία Anora (2024) εντάσσεται στο είδος του ρομαντικού και κωμικού δράματος. Παρά τη φαινομενική ρομαντική και κωμική διάθεση, η …
Dreamcatcher (2003): Ένα πιθανό cult classic;
Το Dreamcatcher, σε σκηνοθεσία του Lawrence Kasdan και σενάριο του William Goldman, βασισμένο σε μυθιστόρημα του Stephen King, είναι μια ταινία που ξεκινά με υψηλές προσδοκίες: τέσσερις φίλοι συνδεδεμένοι από ένα τηλεπαθητικό χάρισμα που απέκτησαν στην παιδική τους ηλικία μέσω ενός ξεχωριστού αγοριού με νοητική υστέρηση, έρχονται αντιμέτωποι στην ενήλικη ζωή με έναν εξωγήινο εισβολέα.
Στο ξεκίνημα, η ταινία δίνει την εντύπωση ενός εσωτερικού δράματος με μεταφυσικές αποχρώσεις: μια ταινία για τη φιλία, τη μνήμη και το τραύμα. Όμως αυτό που ξεκινά σαν μια μελέτη χαρακτήρων με υπαρξιακές διαστάσεις, σύντομα εκτροχιάζεται σε ένα φιλμ τρόμου με εξωγήινους.
Το σινεμά τρόμου και φαντασίας συχνά ευδοκιμεί όταν παίζει με το παράλογο, και το Dreamcatcher ξεκινά με υποσχέσεις. Η απεικόνιση του “Memory Warehouse”, του εσωτερικού χώρου μνήμης του χαρακτήρα Jonesy (Ντέμιαν Λιούις), αποτελεί μια πρωτότυπη οπτική μεταφορά της λειτουργίας της μνήμης στο σινεμά. Το μυαλό του ήρωα καταλαμβάνεται από έναν εξωγήινο οργανισμό, αλλά ο ίδιος καταφέρνει να κρυφτεί μέσα στις αίθουσες των αναμνήσεών του. Η ιδέα θυμίζει τον λαβύρινθο της γνώσης που περιγράφει ο Μπόρχες στη «Βιβλιοθήκη της Βαβέλ» και θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας ολόκληρης ταινίας.
Ενώ, λοιπόν, η αρχική ατμόσφαιρα διαθέτει ψυχολογικό ενδιαφέρον και υπόσχεται ένα φιλμ υπαινικτικού τρόμου με ενδιαφέρουσες αφηγηματικές ιδέες, σταδιακά η ταινία εγκαταλείπει αυτή τη λαμπρή σύλληψη. Στο δεύτερο μισό, το ύφος αλλάζει ριζικά. Η εξόρμηση των ηρώων στο απομονωμένο δάσος μετατρέπεται σε μάχη επιβίωσης με εξωγήινα όντα. Οι λεγόμενοι “Crap Weasels” ξεπηδούν με βίαιο τρόπο από τα σώματα των ανθρώπων, εισάγοντας έναν σπλατερικό τόνο.
Ο τρόμος παύει να είναι υπαρξιακός και γίνεται άμεσα φυσικός, γεμάτος υπερβολές και εξωφρενικές ανατροπές. Οι φιγούρες των εξωγήινων, ακατανόητες από κάθε άποψη θυμίζουν απομιμήσεις του Alien, χωρίς καλλιτεχνική επιμέλεια ή τη μεταφυσική απειλή του αυθεντικού. Επιπλέον, η παρουσία του Μόργκαν Φρίμαν, που έχει συνδεθεί στο μυαλό των θεατών με εγγύηση για το κύρος μιας ταινίας, εδώ λειτουργεί ειρωνικά: ο ρόλος του ως σκληροπυρηνικού στρατιωτικού που θέλει να εξοντώσει τους εξωγήινους με κάθε κόστος μοιάζει με καρικατούρα βγαλμένη από μια κακή παρωδία του X-Files.
Κι όμως, παρά ή ίσως εξαιτίας αυτής της αντίφασης, το Dreamcatcher έχει όλα τα φόντα να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή ως cult classic. Διαθέτει όσα συχνά καθιστούν ένα έργο αγαπημένο σε συγκεκριμένες κοινότητες θεατών: παρανοϊκή πλοκή, απρόβλεπτες αφηγηματικές στροφές, ασυμβίβαστο υφολογικό μείγμα, υπερβολικές ερμηνείες και έναν πυρήνα που όσο αλλόκοτος κι αν είναι παραμένει αυθεντικά μοναδικός.
Δεν είναι λίγες οι φορές που φιλμ με αντίστοιχα χαρακτηριστικά, όπως το Donnie Darko ή το The Thing, βρήκαν εκ των υστέρων κοινό που τα εκτίμησε για όσα ακριβώς αποδοκίμασε η αρχική τους υποδοχή.
Συμπερασματικά, το Dreamcatcher δεν είναι μια συμβατική κινηματογραφική εμπειρία. Ξεκινά ως δραματικό ψυχογράφημα με μεταφυσικές αποχρώσεις και καταλήγει σε ένα αλλόκοτο μείγμα βιοτρόμου, στρατιωτικής φαντασίας και pulp επιστημονικής φαντασίας. Πετυχαίνει, όμως, κάτι δύσκολο: να μείνει αξέχαστη. Και αυτό, εντέλει, είναι συχνά η πρώτη ύλη του cult.




























